Οι ανεπάρκειες, οι ευκαιριακές δηλώσεις και η ιστορική άγνοια ορισμένων στελεχών της ΕΛ.ΑΣ. δεν πρέπει να αποσπούν την προσοχή από το πραγματικό πρόβλημα της χώρας. Το μείζον πολιτικό ζήτημα είναι οι στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, οι οποίες διαμορφώνουν το μέλλον της Παιδείας, της Υγείας και του ίδιου του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής.

Ads

Με τον νόμο Πιερρακάκη, η κυβέρνηση άνοιξε τον δρόμο για την ίδρυση ιδιωτικών Ιατρικών Σχολών, παρακάμπτοντας στην ουσία το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.

Ads

Αντί να αναζητήσει μια καθαρή συνταγματική λύση, για την οποία γνώριζε ότι δεν διέθετε ούτε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε την κοινωνική συναίνεση, επέλεξε έναν νομικό ακροβατισμό: τη δημιουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων και την εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μέσω μιας κατασκευής αμφισβητούμενης συνταγματικής νομιμοποίησης.

Ads

Η επιλογή αυτή είναι ακόμη πιο προβληματική επειδή αφορά στην Ιατρική Εκπαίδευση. Σε καμία φάση δεν παρουσιάστηκε ένας εθνικός σχεδιασμός για τις πραγματικές ανάγκες της χώρας σε ιατρικό προσωπικό.

Ads

Δεν δημοσιοποιήθηκε καμία τεκμηριωμένη μελέτη που να απαντά σε κρίσιμα ερωτήματα: πόσους γιατρούς χρειάζεται η Ελλάδα, σε ποιες ειδικότητες, σε ποιες περιοχές, με ποιο κόστος εκπαίδευσης και με ποια δυνατότητα ένταξής τους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η πολιτική για την ιατρική εκπαίδευση αντικαταστάθηκε από τη λογική της αγοράς, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και χωρίς λογοδοσία.

Με την απόφασή της αυτή, η κυβέρνηση δεν υποτίμησε μόνο το Σύνταγμα. Υποτίμησε και το έργο των Ιατρικών Σχολών των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων. Οι Ιατρικές Σχολές της χώρας· επί δεκαετίες συγκαταλέγονται στα πλέον αξιόπιστα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας, με διεθνώς αναγνωρισμένη εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα και με επιστήμονες που διακρίνονται στα σημαντικότερα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του κόσμου.

Η πραγματική τους αξία, όμως, δεν μετριέται μόνο με δημοσιεύσεις ή διεθνείς διακρίσεις. Μετριέται καθημερινά στα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία, στις Πανεπιστημιακές Κλινικές και στα Πανεπιστημιακά Εργαστήρια, όπου εκπαιδεύονται οι νέοι γιατροί, παράγεται καινοτόμος έρευνα και παρέχονται υπηρεσίες υψηλού επιπέδου σε χιλιάδες ασθενείς.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι δομές αυτές αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ταχείας ενσωμάτωσης της νέας επιστημονικής γνώσης και της εφαρμογής της στην αντιμετώπιση της νόσου COVID-19.

Κανένα ιδιωτικό ιατρικό κέντρο ή ιδιωτική κλινική, ανεξάρτητα από την οικονομική του ισχύ ή την κερδοφορία του, δεν μπορεί να συγκριθεί με το έργο που επιτελούν τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία και οι Πανεπιστημιακές Κλινικές και Εργαστήρια των δημόσιων Πανεπιστημίων της χώρας. Αντίστοιχα, καμία ιδιωτική Ιατρική Σχολή που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια δεν μπορεί να αναπαράγει αυτή τη σύνθετη αποστολή εκπαίδευσης, έρευνας και κοινωνικής προσφοράς.

Η αντίφαση είναι προφανής. Η κυβέρνηση που διακηρύσσει ότι υπερασπίζεται την «αριστεία» και την «ανταγωνιστικότητα» επιλέγει να απαξιώνει τις δημόσιες Ιατρικές Σχολές που ήδη παράγουν αριστεία και διαθέτουν διεθνές κύρος.

Αντί να ενισχύσει τις δημόσιες Ιατρικές Σχολές, τις Πανεπιστημιακές Κλινικές και την έρευνα, δημιουργεί μια νέα αγορά πανάκριβων σπουδών, όπου η οικονομική δυνατότητα κινδυνεύει να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από την ακαδημαϊκή αξία.

Το διακύβευμα, επομένως, υπερβαίνει κατά πολύ το πανεπιστήμιο. Αφορά την ποιότητα των μελλοντικών γιατρών, τη βιωσιμότητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, την ισότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και, τελικά, την κοινωνική συνοχή και τον χαρακτήρα της ελληνικής δημοκρατίας.

Όταν η Ιατρική Εκπαίδευση μετατρέπεται σε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας, η κοινωνία αργά ή γρήγορα θα πληρώσει το τίμημα.

Η υπεράσπιση της δημόσιας Ιατρικής Εκπαίδευσης δεν αποτελεί συντεχνιακό αίτημα των πανεπιστημιακών. Είναι υπόθεση κάθε πολίτη που επιθυμεί ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο, ένα αξιόπιστο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ίσες ευκαιρίες για τους νέους πολίτες.

Η δημόσια Ιατρική Εκπαίδευση δεν είναι ιδεολογική εμμονή. Είναι προϋπόθεση για την επιστημονική πρόοδο, την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία της δημόσιας υγείας. Γι’ αυτό δεν μπορεί να μετατραπεί σε εμπόρευμα.

Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται όχι μόνο η παλλαϊκή συστράτευση για την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη που προωθεί την εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Αλλά και μια σαφής, ρητή και αδιαπραγμάτευτη δέσμευση των προοδευτικών δυνάμεων ότι, ως αυριανή κυβερνητική πλειοψηφία, θα ενισχύσουν αποφασιστικά τη δημόσια πανεπιστημιακή ιατρική εκπαίδευση και θα καταργήσουν το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει τη λειτουργία ιδιωτικών Ιατρικών Σχολών, αποκαθιστώντας πλήρως τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης ιατρικής εκπαίδευσης στη χώρα.