Παρά το γεγονός ότι η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένη σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, κατά μόλις μία ημέρα, η χώρα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με το υψηλότερο φορολογικό βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ads

Την ίδια στιγμή, τα δημόσια έσοδα εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην έμμεση φορολογία και κυρίως στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ).

Ads

Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η μεταβολή αυτή θεωρείται περιορισμένη, καθώς από το 2019 έως το 2026 η συνολική φορολογική επιβάρυνση έχει μειωθεί μόλις κατά δύο ημέρες, από τις 181 στις 179 ημέρες εργασίας που απαιτούνται για την κάλυψη φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Ads

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης

Η έρευνα, την οποία υπογράφουν ο Βοηθός Ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Ιωάννης Ναβροζίδης και ο πρόεδρος του οργανισμού Νίκος Ρώμπαπας, καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Ads

Οι Έλληνες πολίτες θα εργαστούν φέτος 179 ημέρες για την κάλυψη των φορολογικών και ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων, μία ημέρα λιγότερη σε σχέση με το 2025.

Σε ορίζοντα επταετίας (2019-2026), η συνολική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης περιορίζεται σε μόλις δύο ημέρες.


Η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα καταλάβει την ένατη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ ως προς το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης.

Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς απαιτούνται δύο επιπλέον ημέρες εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο των 177 ημερών στην ΕΕ.

Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω ενίσχυση της εξάρτησης των κρατικών εσόδων από τους έμμεσους φόρους, με τα σχετικά έσοδα να εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 1,6 φορές υψηλότερα από εκείνα των άμεσων φόρων.

Ο ΦΠΑ αναμένεται να αποτελεί το 71,5% των συνολικών εσόδων από έμμεσους φόρους, έναντι 70,4% το προηγούμενο έτος.

Το 2025, τα έσοδα από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι ξεπέρασαν τον στόχο του κρατικού προϋπολογισμού κατά 3,9%, ενώ τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος κινήθηκαν κατά 5,3% υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις.

Η σημαντικότερη υπεραπόδοση στον φόρο εισοδήματος προήλθε από τα φυσικά πρόσωπα, με τα σχετικά έσοδα να υπερβαίνουν τον στόχο κατά περίπου 5%.