Την περασμένη εβδομάδα, ένα σύντομο δημοσίευμα στα ιρανικά μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με το δικαστικό σώμα ανέφερε: «Ένας γνωστός ηθοποιός συνελήφθη με την κατηγορία του βιασμού». Δεν υπήρχε όνομα, ούτε λεπτομέρειες – μόνο η φράση ότι η υπόθεση «τελεί υπό διερεύνηση».

Ads

Λίγες ώρες αργότερα, τα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισαν υποθέσεις και σχόλια· σχεδόν όλοι ήξεραν για ποιον πρόκειται, αλλά τα εσωτερικά ΜΜΕ δεν είχαν το δικαίωμα να δημοσιεύσουν το όνομα. Αυτό το σύντομο διάστημα ανάμεσα στην επίσημη ανακοίνωση και την έκρηξη του διαδικτύου αποκάλυψε, για ακόμη μια φορά, τον τρόπο με τον οποίο το ιρανικό κράτος διαχειρίζεται τις υποθέσεις σεξουαλικής βίας: πρώτα αποκρύπτει, μετά επιβάλλει έλεγχο και, αν χρειαστεί, φιμώνει τα μέσα ενημέρωσης.

Ads

Λίγες ημέρες αργότερα, μια μεταρρυθμιστική εφημερίδα της Τεχεράνης δημοσίευσε μια εκτενή συνέντευξη με το θύμα, μια νεαρή γυναίκα που είπε ότι ενδιαφερόταν για την υποκριτική και, για αυτόν τον λόγο, αποδέχθηκε την πρόσκληση του ηθοποιού να συζητήσουν για δουλειά. Όπως κατήγγειλε, εκείνος την άφησε ανυπεράσπιστη και τη βίασε.

Ads

Η ίδια πρόσθεσε ότι η ιατροδικαστική υπηρεσία του κράτους επιβεβαίωσε την επίθεση το ίδιο βράδυ. Μέσα σε λίγες ώρες, η ιστοσελίδα της εφημερίδας μπλοκαρίστηκε με εντολή των δικαστικών αρχών. Καμία επίσημη εξήγηση δεν δόθηκε, αλλά τα μέσα που πρόσκεινται στις υπηρεσίες ασφαλείας άρχισαν τις επιθέσεις: «Γιατί δημοσιεύτηκε αυτή η συνέντευξη;» και «Γιατί έγινε  την ίδια στιγμή που υπάρχει υπόθεση ανοιχτή για το υποχρεωτικό χιτζάμπ;». Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: κάθε μέσο που δίνει φωνή σε ένα θύμα θα τιμωρείται.

Ads

Σύντομα δόθηκε μια «αιτιολόγηση»: το site δεν αποκλείστηκε «επειδή δημοσίευσε τη συνέντευξη», αλλά επειδή χρησιμοποίησε τη φωτογραφία μιας γυναίκας με χιτζάμπ. Έτσι, το ζήτημα του χιτζάμπ επανήλθε στο κέντρο, το θύμα παρουσιάστηκε ξανά ως ένοχο. Σε μια σκληρή ανάρτηση, ένας γνωστός παρουσιαστής της κρατικής τηλεόρασης έγραψε: «Είσαι βρώμικη! Οι γυναίκες με χιτζάμπ δεν κυκλοφορούν παντού για να χρησιμοποιείτε τις εικόνες τους όπου θέλετε. Όπως το #MeToo ήταν δική σας υπόθεση, έτσι και αυτό. Λύστε το μεταξύ σας!». Το μήνυμα ήταν σαφές: μια γυναίκα με χιτζάμπ δεν μπορεί να είναι θύμα βιασμού.

Την ίδια στιγμή, το δικαστικό σώμα δήλωνε ότι ο ύποπτος κρατείται — αλλά πολύ σύντομα αποκαλύφθηκε ότι αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και μάλιστα ταξίδεψε προσωρινά στο εξωτερικό. Αυτό συνέβη ενώ δεκάδες διαδηλώτριες, θύματα βασανιστηρίων και ιδιαίτερα γυναίκες από το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» είχαν απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Kάποιες, με σοβαρά τραύματα στα μάτια από σκάγια, δεν μπορούσαν καν να ταξιδέψουν για θεραπεία. Η αντίφαση αυτή ενίσχυσε την οργή και τις υποψίες: αν η έρευνα είναι πραγματική, γιατί ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος τόσο γρήγορα; Kαι αν η καταγγελία είναι ψευδής, γιατί τιμωρείται μια εφημερίδα;

Αυτό το περιστατικό δείχνει ξεκάθαρα πώς αντιμετωπίζεται η σεξουαλική βία στο Ιράν: δεν είναι ο στόχος η προστασία των γυναικών, αλλά ο περιορισμός της πολιτικής ζημιάς. Το σχήμα επαναλαμβάνεται σχεδόν πάντα:

Πρώτον: οι ιστορίες δεν ξεκινούν ποτέ από τους επίσημους θεσμούς. Δικαστήρια και αστυνομία — σε αντίθεση με υποθέσεις ναρκωτικών ή «χιτζάμπ» — γίνονται προσεκτικοί μόλις μια υπόθεση αφορά διάσημο άνδρα. Θεωρητικά «προστατεύουν τη φήμη», αλλά στην πράξη αποκλείουν το δικαίωμα των γυναικών να γνωρίζουν. Έτσι, οι ίδιες οι γυναίκες και οι διαδικτυακές κοινότητες αναλαμβάνουν την καταγγελία.

Δεύτερον: τα επαγγελματικά ΜΜΕ παγιδεύονται. Η εφημερίδα που πήρε τη συνέντευξη έκανε αυτό που ορίζει η δημοσιογραφική δεοντολογία: έδωσε φωνή στο θύμα, επικαλέστηκε τα ιατροδικαστικά στοιχεία και περιέγραψε την πίεση που δεχόταν η ίδια και η μητέρα της. Όμως, μόλις το έκανε, φιμώθηκε. Στο Ιράν, κάθε υπόθεση σεξουαλικής βίας που αφορά δημόσιο πρόσωπο μετατρέπεται από «κοινωνικό θέμα» σε «ζήτημα ασφάλειας και δημόσιας τάξης». Εκεί ισχύουν οι κανόνες της σιωπής.

Τρίτον: οι κρατικές παρεμβάσεις στοχεύουν όχι στη διαλεύκανση, αλλά στην εκτόνωση της κοινής γνώμης. Σύντομη κράτηση, χαλάρωση περιοριστικών όρων, άδεια εξόδου, όλα δείχνουν ότι το ζητούμενο είναι να ξεχαστεί η υπόθεση, όχι να αποδοθεί δικαιοσύνη.


Τέταρτον: το επίσημο αφήγημα αφήνει το θύμα στο κενό. Δεν γίνεται καμία αναφορά σε υπηρεσίες προστασίας, ψυχολογική στήριξη ή διασφάλιση της ασφάλειας της γυναίκας. Οι ανακοινώσεις επικεντρώνονται μόνο στο «η υπόθεση διερευνάται» και στο «το όνομα δεν θα δημοσιοποιηθεί». Ούτε λόγος για το αν μπορεί να συνεχίσει την καταγγελία της χωρίς πίεση. Αυτή η σιωπή δεν είναι τυχαία· στο ιρανικό δίκαιο, ο βιασμός εξακολουθεί να συνδέεται με έννοιες όπως «τιμή» και «δημόσια τάξη», όχι με «συναίνεση» και «δικαίωμα στη ζωή και στην εργασία».

Πέμπτον: η λογοκρισία καταλήγει να είναι το ίδιο το γεγονός. Από τη στιγμή που η ιστοσελίδα αποκλείστηκε, έγινε σαφές ότι η μαρτυρία της γυναίκας θεωρήθηκε πιο «επικίνδυνη» από την κατηγορία εναντίον του άνδρα. Το μήνυμα προς όλες τις γυναίκες είναι τρομακτικά σαφές: αν μιλήσεις, θα τιμωρηθούν όσοι σε ακούσουν.

Σε μια χώρα όπου το κράτος προβάλλει καθημερινά εικόνες γυναικών χωρίς χιτζάμπ για να δείξει την ισχύ του, το ίδιο κράτος επικαλείται ξαφνικά την «προστασία της φήμης» όταν μια γυναίκα καταγγέλλει βιασμό και φιμώνει τα μέσα ενημέρωσης. Με άλλα λόγια, το γυναικείο σώμα είναι δημόσιο μόνο όσο το κράτος θέλει να το ελέγχει· τη στιγμή που μιλά για τη βία, πρέπει να γίνει αόρατο.

Η ιστορία αυτή δεν έχει τελειώσει: ο ύποπτος είναι ελεύθερος, η υπόθεση «σε εξέλιξη» και η εφημερίδα μπορεί ή όχι να επανέλθει σε λειτουργία. Αυτό που είναι βέβαιο, όμως, είναι ότι η λογοκρισία δεν είναι τυχαία. Είναι δομικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο το ιρανικό καθεστώς διαχειρίζεται τη σεξουαλική βία: εμποδίζει τις γυναίκες να μάθουν η μία από την άλλη, να υποστηριχθούν, να καταγγείλουν και να αποκαλύψουν τους θύτες τους. Κι έτσι, κάθε νέα υπόθεση ξεκινά πάντα το ίδιο: με μια φήμη, μια διαρροή, πίεση… και μετά σιωπή.

  • O Siyavash Shahabi είναι Ιρανός δημοσιογράφος και ακτιβιστής που ζει στην Ελλάδα