Παρά τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και την αποκλιμάκωση της ανεργίας, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων παραμένει περιορισμένη και οι πραγματικοί μισθοί «παγωμένοι».

Ads

Στην Εαρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η οποία βασίζεται στα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισημαίνεται ότι οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να παραμένουν σχεδόν στάσιμοι, καθώς οι αυξήσεις στις αποδοχές απορροφώνται σε μεγάλο βαθμό από τον πληθωρισμό.

Ads

Σύμφωνα με την έκθεση, η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθωτών αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, ενώ αντίστοιχη οριακή άνοδος προβλέπεται και για το 2026.

Ads

«Αγκάθι» ο πληθωρισμός

Παρότι οι συνθήκες εμφανίζονται βελτιωμένες σε σχέση με την περίοδο 2022-2023, το ΕΔΣ εκτιμά ότι ουσιαστικότερη ενίσχυση των εισοδημάτων αναμένεται από το 2027, οπότε οι πραγματικές αποδοχές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,8%, υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται.

Ads

Η έκθεση αποδίδει τη συγκρατημένη πορεία των πραγματικών μισθών κυρίως στον πληθωρισμό, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Παράλληλα, οι αυξήσεις στις τιμές της στέγασης, της ενέργειας, της εστίασης και της ένδυσης εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας το όφελος από τις μισθολογικές αυξήσεις.

Οι προβλέψεις του Δημοσιονομικού Συμβουλίου δείχνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν πρόκειται να εκλείψουν άμεσα. Αν και ο συνολικός πληθωρισμός παρουσίασε σχετική σταθεροποίηση το 2025, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,2% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,4% το 2027. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν ήδη αυξημένες πιέσεις, με τον ετήσιο πληθωρισμό να ανέρχεται στο 4,6% τον Απρίλιο του 2026.

Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται στις υπηρεσίες, κυρίως στους κλάδους της εστίασης και των ξενοδοχείων, αλλά και στη στέγαση, όπου το αυξημένο κόστος ενοικίων και ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή επιβάρυνσης για τα νοικοκυριά. Αντίθετα, οι τιμές των αγαθών αυξάνονται με σαφώς ηπιότερους ρυθμούς.


Μισθολογικό χάσμα Ελλάδας και Ευρώπης

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης το σημαντικό μισθολογικό χάσμα μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στη χώρα διαμορφώνεται περίπου στις 18.000 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ προσεγγίζει τις 39.800 ευρώ. Ακόμη και μετά την προσαρμογή στο κόστος ζωής, οι καθαρές αποδοχές στην Ελλάδα παραμένουν από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη.

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο συνδέει την εικόνα αυτή με τη χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Όπως επισημαίνεται, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας αντιστοιχεί περίπου στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο δεν ξεπερνά το 60% του αντίστοιχου ευρωπαϊκού επιπέδου, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από τους περισσότερους Ευρωπαίους.

Παράλληλα, η έκθεση αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Για το 2025 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 146,1%, έναντι 154,1% το 2024, ενώ το 2026 προβλέπεται να περιοριστεί περαιτέρω στο 136,8%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και στις ευνοϊκές συνθήκες δανεισμού.

Υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ

Ωστόσο, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι η περαιτέρω μείωση του χρέους δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση της θετικής πορείας προϋποθέτει συνετή δημοσιονομική πολιτική, ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική και διατήρηση ευνοϊκών επιτοκίων. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Στα συμπεράσματά, το ΕΔΣ υπογραμμίζει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι η διατήρηση ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.