Την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της «εργαλειοποίησης» των μεταναστευτικών ροών υποστηρίζει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με άρθρο του στο Politico, προειδοποιώντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα μορφή «υβριδικής απειλής» που υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μεταναστευτικής διαχείρισης.

Ads

Ο ίδιος θεωρεί το σημερινό περιβάλλον ασφαλείας της Ευρώπης έχει αλλάξει ριζικά. Εκτός από τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η ΕΕ καλείται πλέον να αντιμετωπίσει σύμφωνα με τον ίδιο τη σκόπιμη χρήση της μετανάστευσης ως εργαλείου γεωπολιτικής πίεσης από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες που επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.

Ads

Διαβάστε: Εισβολή στη Θέουτα / Η διεθνής αλητεία κατά της Ισπανίας

Ads

Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει στο Politico ότι το ισχύον Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων. Παρότι εισάγει μηχανισμούς αλληλεγγύης και μεγαλύτερης ευελιξίας, αυτοί έχουν σχεδιαστεί για διαχειρίσιμες μεταναστευτικές πιέσεις και όχι για περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται ή ενισχύονται με στόχο να ασκηθεί πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ads

Έτσι, προτείνει τη δημιουργία ενός ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου έκτακτης ανάγκης, το οποίο θα ενεργοποιείται βάσει σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων. Αυτά θα λαμβάνουν υπόψη τόσο την ταχύτητα και το μέγεθος των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες κάθε κράτους-μέλους, όσο και ενδείξεις συντονισμού ή εμπλοκής τρίτων χωρών και οργανωμένων εγκληματικών δικτύων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μαζικής και δυσανάλογης πίεσης, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, υπό συγκεκριμένο ευρωπαϊκό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή νέων αιτήσεων ασύλου, ενώ παράλληλα θα προχωρούν ταχύτατα στις επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας.

Όπως διευκρινίζει, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με πλήρη συμμόρφωση προς το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

Το άρθρο του πρωθυπουργού στο Politco

Το περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης έχει αλλάξει ριζικά. Πέρα από τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ολοένα και συχνότερα αντιμέτωπη με μια πιο ύπουλη μορφή υβριδικής πίεσης: τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, οι οποίοι επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.

Τα πρόσφατα γεγονότα στα ευρωπαϊκά σύνορα, και ιδίως στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, αποτελούν την πιο πρόσφατη υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα ανθρωπιστικό ζήτημα ή μια πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού.


Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο ζήτημα αυτό με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, οι οποίοι προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ευελιξία στις διαδικασίες και αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που παραμένουν, στον πυρήνα τους, διαχειρίσιμες. Δεν ανταποκρίνονται επαρκώς σε σενάρια όπου η μετανάστευση εργαλειοποιείται ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται με τρόπο που δημιουργεί μια de facto υβριδική απειλή.

Είναι αλήθεια ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε τι προκάλεσε τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, παρόμοια περιστατικά δεν είναι πρωτόγνωρα.

Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια παρόμοια κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία, στον Έβρο, το 2020, ενώ το ίδιο συνέβη και στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν παρατηρήθηκε μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αιφνίδιες, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων -ορισμένες φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε λίγες μόνο ημέρες- οι οποίες υπερβαίνουν τις δυνατότητες των εθνικών αρχών και δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της.

Υπό τέτοιες ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των καθιερωμένων διαδικασιών ασύλου και υποδοχής για όλους τους αφιχθέντες δεν είναι απλώς δύσκολη, συχνά είναι αδύνατη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να παραλύσουν, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η ίδια η λειτουργία του χώρου Σένγκεν δοκιμάζεται.

Η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να δράσει αποφασιστικά.

Αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αντιμετώπιση καταστάσεων μαζικής μεταναστευτικής πίεσης και εργαλειοποίησης της μετανάστευσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησης. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία -όπως η έκταση και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες κάθε χώρας- με ποιοτικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδείξεων συντονισμού, διευκόλυνσης ή εμπλοκής τρίτων χωρών ή δικτύων οργανωμένου εγκλήματος.

Με την ενεργοποίησή του στο πλαίσιο ενός ειδικά καθορισμένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέπει την προσωρινή, αναλογική και αυστηρά ελεγχόμενη προσαρμογή των συνήθων διαδικασιών. Οι ταχείες διαδικασίες ασύλου πρέπει επίσης να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος των διαθέσιμων μέσων, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί. Η Ευρώπη πρέπει να είναι ειλικρινής όσον αφορά τα όρια των ταχέων διαδικασιών ασύλου. Σε σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης -είτε στα χερσαία σύνορα είτε μετά από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης- τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός ειδικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή αιτήσεων ασύλου από νεοαφιχθέντες, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής, σε πλήρη συμμόρφωση με τις νομικές υποχρεώσεις της ΕΕ.

Αυτό δεν συνιστά απομάκρυνση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες.

Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένο χρονικά, αναλογικό και να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες ασφαλείας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Ταυτόχρονα, η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της ΕΕ να προστατεύει τα σύνορά της και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα.

Είναι καθοριστικής σημασίας ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος μέλος που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους πίεση δεν θα πρέπει να καλείται να την αντιμετωπίσει μόνο του. Η επιχειρησιακή υποστήριξη από τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συντονισμένες προσπάθειες επιστροφών, καθώς και η οικονομική και τεχνική βοήθεια πρέπει να κινητοποιούνται αυτομάτως κάθε φορά που ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός.

Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι προφανείς. Οι χώρες της πρώτης γραμμής παραμένουν εκτεθειμένες, τα κίνητρα για εχθρικούς δρώντες να εκμεταλλευτούν τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς ενισχύονται και οι εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Ένωσης εντείνονται. Το σημαντικότερο είναι ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα σύνορά της θα συνεχίσει να διαβρώνεται.

Η Ευρώπη προσαρμόζει διαχρονικά τις πολιτικές της στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι η μετανάστευση μπορεί να εργαλειοποιηθεί δεν είναι κινδυνολογία, είναι ρεαλισμός.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά μέσα που απαιτούνται για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της, την αποτροπή όσων επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τον ανοιχτό χαρακτήρα της και την αντιμετώπιση αυτής της νέας πραγματικότητας με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογικότητα.