Στη σύλληψη του εφοπλιστή Δημήτρη Παπαδημητρίου προχώρησε η αστυνομία την Δευτέρα με την κατηγορίας της αρχαιοκαπηλίας.

Ads

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από δημοσιεύματα, η σύλληψη αφορούσε βυζαντινές εικόνες που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου περί αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες σχηματίστηκε δικογραφία και για τη μητέρα του, Δέσποινα, καθώς εικόνες εντοπίστηκαν και στο σπίτι της.

Ads

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι αφέθηκε ελεύθερος και διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Προκαταρκτική Διοικητική Εξέταση.

Ads

Η αστυνομία πραγματοποίησε έρευνες και στα τρία σπίτια του εφοπλιστή, όπως και στο πατρικό της οικογένειας, μετά από καταγγελία στις Αρχές ότι ο εφοπλιστής κατέχει παράνομα αρχαιότητες.

Ads

Οι κατηγορούμενοι φέρονται να ισχυρίστηκαν ότι η υπόθεση αφορά σε παλιότερο περιστατικό και ότι οι ίδιες εικόνες είχαν ελεγχθεί στο παρελθόν, με τις αρχές να καταλήγουν τότε ότι δεν αποτελούν αρχαιότητες που εμπίπτουν στον σχετικό νόμο.

Η εφοπλιστική οικογένεια εμπλέκεται και στην πολύκροτη υπόθεση παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων στη Σχοινούσα το 2006.

Τότε, στη βίλα της Σχοινούσας και σε ακίνητα στο Ψυχικό είχαν εντοπιστεί χιλιάδες αρχαία αντικείμενα, πολλά από τα οποία ήταν ενσωματωμένα σε κατασκευές ή αποθηκευμένα σε κιβώτια. Οι αρχαιότητες φέρονται να είχαν προέλευση από τον ελλαδικό χώρο και το εξωτερικό, ενώ μέρος τους αγοράστηκε από γνωστούς οίκους δημοπρασιών.

Το 2022, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τους αθώωσε για το κακούργημα της υπεξαίρεσης μνημείων μεγάλης αξίας. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την απόφαση, κάνοντας λόγο για έλλειψη αιτιολόγησης και υπέρβαση εξουσίας από τους εφέτες. Η υπόθεση θα εκδικαστεί εκ νέου τον Δεκέμβριο με διαφορετική σύνθεση δικαστών.

Ο Άρειος Πάγος επισημαίνει ότι η αθωωτική απόφαση δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και αντιφάσκει με τα δεδομένα της υπόθεσης, κάνοντας λόγο για σοβαρές παραλείψεις των εφετών.

Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι αυτή δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία που απαιτούν το Σύνταγμα και η ποινική νομοθεσία, καθώς «δεν συνεκτίμησε το περιεχόμενο ενός εκάστου εκ των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων και όλων των πραγματικών δεδομένων της προδικασίας και της ακροαματικής διαδικασίας» και έλαβε μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή.

Ακόμη, όπως έκρινε το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, η εφετειακή απόφαση «περιέχει κρίσεις οι οποίες δεν συνδέονται με το ερευνώμενο αδίκημα και ούτε τελούν σε λογική αλληλουχία με τα περιστατικά που φέρεται ότι αποδείχθηκαν, ενώ τμήματα των παραδοχών αντιφάσκουν μεταξύ τους δημιουργώντας ασάφεια στην αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης».

Κατά τους αεροπαγίτες, η εφετειακή αθωωτική απόφαση εξαιτίας των αντιφατικών παραδοχών και των λογικών κενών που περιέχει καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τους κατηγορουμένους. Ο Αρειος Πάγος, δηλαδή, αποδίδει ευθέως στους εφέτες «αρνητική υπέρβαση εξουσίας», ήτοι ότι παρέλειψαν να αποφασίσουν για ζητήματα για τα οποία είχαν υποχρέωση να αποφασίσουν.

Η υπόθεση της Σχοινούσας

Τον Απρίλιο του 2006 ξεκίνησε το «ξήλωμα» του αρχαιοπαπηλικού δικτύου, στο οποίο εμπλέκονταν ο έμπορος τέχνης Ρόμπιν Σάιμς και ο Χρήστος Μιχαηλίδης.

Η αστυνομία έκανε έφοδο σε ακίνητα της εφοπλιστικής οικογένειας Παπαδημητρίου (η Δέσποινα Παπαδημητρίου είναι αδερφή του Χρ. Μιχαηλίδη) στη Σχοινούσα και στο Ψυχικό, την οποία ακολούθησε η ανακάλυψη εκατοντάδων αρχαίων αντικειμένων.

Η έρευνα των Αρχών οδήγησε σε κακουργηματικές διώξεις κατά μελών της οικογένειας Παπαδημητρίου.

Επτά μήνες μετά την αποκάλυψη του θησαυρού που έκρυβε η βίλα της Σχοινούσας και το σπίτι της οικογένειας Παπαδημητρίου στο Ψυχικό, η εισαγγελέας Πρωτοδικών Ελένη Ράικου άσκησε ποινική δίωξη κατά της Δέσποινας Παπαδημητρίου και κατά των παιδιών της Αλέξανδρου, Αγγελικής και Δημητρίου για υπεξαίρεση μνημείου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατΆ επάγγελμα και κατά συνήθεια και για αποδοχή και διάθεση μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατΆ επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Η διαδικασία εντοπισμού των αδήλωτων αρχαιοτήτων της εφοπλιστικής οικογένειας και της καταγραφής τους στη Σχοινούσα άρχισε στις 11 Απρίλη του 2006 με τη μετάβαση εκεί αστυνομικών της Υπηρεσίας Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας Αττικής.

Από την επομένη, αρχαιολόγοι της ΚΑ’ Εφορίας, της Εφορίας Αρχαιοπωλείων – Ιδιωτικών Συλλογών και της 1ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, άρχισαν να ερευνούν τα ουκ ολίγα κτίρια του οικοδομικού συγκροτήματος και του τεράστιου κτήματος Παπαδημητρίου, να βρίσκουν αρχαία – κινητά, ακόμα και εντοιχισμένα – σε αποθήκες, κιβώτια, κοντέινερ, και αλλού, και να τα καταγράφουν.


Σε μία πρώτη καταγραφή των αντικειμένων, αυτά καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό φάσμα από την ελληνιστική ως τη μεταβυζαντινή περίοδο, ενώ υπάρχουν και μεμονωμένα προϊστορικά αντικείμενα, που δεν έχουν ακόμη ταυτιστεί. Ανάμεσα στα καταγεγραμμένα εντοπίζονται και πολλά αντίγραφα έργων που βρίσκονται σε μουσεία του εξωτερικού.