Το «Κομπλεξικό», βασισμένο στο ιδιαίτερο σύμπαν του Αχιλλέα ΙΙΙ, ανεβαίνει στο Θέατρο Αλκμήνη ως μια παράσταση που αποδομεί τη γλώσσα και επαναπροσδιορίζει την έννοια της επικοινωνίας. Μακριά από τη συμβατική αφήγηση, δημιουργεί έναν σκηνικό κόσμο όπου το σώμα, ο ήχος και ο σουρεαλισμός πρωταγωνιστούν, μετατρέποντας τις λέξεις σε ζωντανή, σωματική εμπειρία.

Ads

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η σκηνοθέτρια και ηθοποιός Όλγα Ποζέλη μιλά για τις προκλήσεις της μεταφοράς αυτού του παράδοξου έργου στη σκηνή, αλλά και για τον ρόλο της γλώσσας, της τέχνης και των καλλιτεχνών στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ads

Πείτε μας δύο λόγια για το “Κομπλεξικό”; Τι θα δούμε στη σκηνή του Θεάτρου Αλκμήνη;

Ads

Στη σκηνή του Θεάτρου Αλκμήνη θα δείτε έναν κόσμο που «χορεύει» πάνω στα ερείπια της λογικής. Το «Κομπλεξικό», βασισμένο στο βιβλίο του Αχιλλέα ΙΙΙ, δεν είναι μια συμβατική παράσταση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ένα παράλληλο σύμπαν γλωσσικής αποσύνθεσης. Θα δείτε τρεις ανθρώπους παγιδευμένους σε μια «τρομερή μηχανή» λέξεων, να προσπαθούν απεγνωσμένα να επικοινωνήσουν μέσα από έναν καταιγισμό σουρεαλισμού, slapstick κίνησης και ηχητικών πειραματισμών. Είναι μια γιορτή του «Καθαρού Θεάτρου», όπου το σώμα και ο ήχος έχουν μεγαλύτερη σημασία από το φιλολογικό κείμενο.

Ads

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να μεταφέρετε στη σκηνή την παράδοξη και σουρεαλιστική γλώσσα του βιβλίου;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μετατρέψουμε τη λέξη από «νόημα» σε «αντικείμενο». Στο βιβλίο του Αχιλλέα ΙΙΙ, η γλώσσα είναι ρευστή. Στη σκηνή, έπρεπε να βρούμε τον τρόπο ώστε αυτή η ρευστότητα να γίνει σωματική δράση. Οι ηθοποιοί έπρεπε να μάθουν να χειρίζονται τις λέξεις ως εύπλαστα ηχητικά υλικά—να τις προφέρουν ως θρήνο, ως κραυγή ή ως ψίθυρο—χωρίς να «κλείνουν το μάτι» στον θεατή. Η δυσκολία έγκειται στο να παραμείνεις θανάσιμα σοβαρός ενώ διαλύεις τη λογική, ώστε το παράδοξο να αποκτήσει υπαρξιακό βάρος και όχι απλώς να μοιάζει με ένα «έξυπνο» αστείο.

Όταν οι λέξεις χάνουν το αρχικό τους νόημα ή χρησιμοποιούνται διαφορετικά από την αρχική τους πρόθεση, τι σημαίνει αυτό για τον τρόπο που επικοινωνούμε ως κοινωνία;

Σημαίνει ότι η επικοινωνία μας έχει μετατραπεί σε έναν απέραντο, κενό θόρυβο—ένα ατέρμονο «μπλα μπλα» στα social media και στην πολιτική, όπου τα πάντα λέγονται αλλά τίποτα δεν βιώνεται. Στο «Κομπλεξικό», αυτή η απώλεια νοήματος λειτουργεί ως καθρέφτης. Όταν οι λέξεις χάνουν την πρόθεσή τους, αποκαλύπτεται η υπαρξιακή μας γύμνια. Ως κοινωνία, έχουμε μάθει να οχυρωνόμαστε πίσω από λεξικά και ορισμούς για να κρύψουμε τον φόβο μας ότι, στην πραγματικότητα, δεν καταλαβαινόμαστε. Η παράσταση γιορτάζει αυτή την αποτυχία, προτείνοντας μια επικοινωνία πιο σπλαχνική, πέρα από την πνευματική επεξεργασία των προτάσεων.


Σε μια εποχή έντονης συζήτησης γύρω από την πολιτική ορθότητα, πώς μπορεί το θέατρο να ασκήσει κριτική χωρίς να εγκλωβιστεί σε νέα στερεότυπα;

Το θέατρο ασκεί την πιο γόνιμη κριτική όταν επιστρέφει στο Παράλογο. Η πολιτική ορθότητα συχνά προσπαθεί να επιβάλει μια νέα, ακλόνητη «βεβαιότητα» στη γλώσσα. Το «Κομπλεξικό» επιλέγει τον δρόμο της αποδόμησης: αντί να πάρει θέση υπέρ ή κατά ενός στερεοτύπου, αμφισβητεί την ίδια την ικανότητα της γλώσσας να ορίζει το «σωστό». Όταν γελάς με την αμηχανία ενός ήρωα που παλεύει με τις λέξεις, γελάς με την ίδια την κατασκευή των κοινωνικών κανόνων. Η τέχνη πρέπει να είναι ο χώρος όπου το δόγμα καταρρέει προς όφελος της αμφιβολίας.

Πώς βιώνετε τη διπλή ιδιότητα της σκηνοθέτιδας και της ηθοποιού στην ίδια παράσταση; Σας δίνει μεγαλύτερη ελευθερία ή δημιουργεί επιπλέον πίεση;

Είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον έλεγχο και την… παράδοση. Η ιδιότητα της σκηνοθέτιδας απαιτεί μια πανοραμική, «κρύα» ματιά στη δομή, ενώ η ιδιότητα της ηθοποιού απαιτεί να βουτήξεις στο χάος και στο συναίσθημα της στιγμής. Αυτή η διπλή ιδιότητα προσφέρει την ελευθερία να δοκιμάζεις οργανικά τις ιδέες σου πάνω στο σώμα σου, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την πίεση να μην «χαθείς» μέσα στη δράση. Στο «Κομπλεξικό», αυτή η πίεση λειτουργεί δημιουργικά, καθώς η ίδια η παράσταση μιλά για τον αγώνα του ατόμου να βρει τη φωνή του μέσα στη μηχανή της οργανωμένης γλώσσας.

Οι συζητήσεις για τα εργασιακά δικαιώματα των καλλιτεχνών έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια. Θεωρείτε ότι οι συνθήκες εργασίας στον χώρο του θεάτρου έχουν βελτιωθεί;

Υπάρχει μια αυξημένη ορατότητα των προβλημάτων και μια συλλογική αφύπνιση που είναι ελπιδοφόρα. Οι καλλιτέχνες πλέον διεκδικούν το αυτονόητο: να αντιμετωπίζεται η εργασία τους ως επάγγελμα και όχι ως «χόμπι». Ωστόσο, στην πράξη, οι συνθήκες παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες, ειδικά για τις ανεξάρτητες ομάδες. Η υποχρηματοδότηση και η επισφάλεια είναι ακόμα ο κανόνας. Η στήριξη της Πολιτείας, μέσω των επιχορηγήσεων του ΥΠΠΟ είναι εξαιρετικά σημαντική, αλλά δεν φτάνει αυτό. Θα πρέπει η Πολιτεία να αντιμετωπίσει τον Πολιτισμό ως έναν δυναμικό τομέα της οικονομίας που χρειάζεται σύγχρονα εργαλεία.

Το κλειδί βρίσκεται στη θεσμοθέτηση κινήτρων για τον ιδιωτικό τομέα. Η πολιτεία πρέπει να δημιουργήσει εκείνο το περιβάλλον που θα κάνει τη χορηγία συμφέρουσα και για τις εταιρείες και για τους πολιτιστικούς οργανισμούς. Όσον αφορά τις φοροαπαλλαγές, δεν αρκεί η απλή έκπτωση δαπάνης. Χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο όπου η χορηγία σε καλλιτεχνικές δράσεις θα εκπίπτει σε ποσοστό που να ξεπερνά το 100% της δαπάνης κάνοντας έτσι την επένδυση στον πολιτισμό οικονομικά προτιμότερη από άλλες μορφές προβολής.

Κάτι άλλο που εμείς στις μικρές θεατρικές ομάδες συζητάμε συχνά είναι το πόσο σημαντική θα ήταν η δημιουργία ενός εθνικού ψηφιακού κόμβου όπου καλλιτέχνες και πιθανοί χορηγοί θα συναντιούνται με διαφάνεια, έτσι ώστε η ροή κεφαλαίων από την αγορά προς την τέχνη χωρίς τους μεσάζοντες της γραφειοκρατίας να είναι εφικτή.

Όταν η χορηγία γίνει συμφέρουσα για την εταιρεία και εξασφάλιση για τον καλλιτέχνη, τότε μόνο θα μιλάμε για υγιείς συνθήκες εργασίας. Εμείς στην ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ επιμένουμε να δημιουργούμε, αλλά η βελτίωση θα έρθει μόνο όταν η πολιτεία αντιληφθεί ότι ο πολιτισμός είναι ένα ηθικό και εργασιακό κεφάλαιο που, με τα σωστά κίνητρα, μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και να αναπτυχθεί.