Δύο είναι οι σημαντικότερες τάσεις που διαμορφώνονται στη γαλλική πολιτική σκηνή στην παρούσα συγκυρία: αφενός η αυξανόμενη κοινωνική στήριξη της διαφορετικότητας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και αφετέρου η εμφάνιση ενός κεντρώου πολιτικού μπλοκ που επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Ads

Αυτές οι τάσεις συμβάλλουν στην ανάδυση ανταγωνιστικών πολιτικών εγχειρημάτων που επιδιώκουν να εμφανιστούν ως αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις έναντι της Ακροδεξιάς ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.

Ads

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις και πρόθεση ψήφου

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να παρουσιάζουν την Εθνική Συσπείρωση (Rassemblement National – RN) ως την κυρίαρχη πολιτική δύναμη ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της IFOP-Fiducial (22–24 Ιουνίου 2026), η Μαρίν Λε Πεν συγκεντρώνει περίπου το 32% της πρόθεσης ψήφου στον πρώτο γύρο, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή θέση του RN ενόψει των εκλογών. Μετά την απόφαση του Εφετείου στις 7 Ιουλίου, η Λε Πεν επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ads

Πέρα από το RN, ο αγώνας για τη δεύτερη θέση παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστικός. Ο Εντουάρ Φιλίπ συνεχίζει να ηγείται του κεντρώου στρατοπέδου, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν διατηρεί μια σταθερή εκλογική βάση περίπου 13%–15%. Παράλληλα, ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν έχει εδραιώσει τη θέση του ως ηγετική μορφή της μετριοπαθούς Αριστεράς, επιβεβαιώνοντας την ανάδειξή του σε αξιόπιστη εναλλακτική λύση έναντι του Μελανσόν. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, επίσης, ότι ο κατακερματισμός του κεντρώου χώρου στις προεδρικές εκλογές θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις πιθανότητές του να προκριθεί στον δεύτερο γύρο, ενώ μια ενιαία κεντρώα υποψηφιότητα θα βελτίωνε σημαντικά τις εκλογικές του προοπτικές.

Ads

Τα κύρια ζητήματα που επηρεάζουν τους Γάλλους ψηφοφόρους

Η ακρίβεια παραμένει η κύρια ανησυχία των Γάλλων ψηφοφόρων (48%), ακολουθούμενη από το μέλλον του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας (39%). Ωστόσο, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν μια σημαντική μετατόπιση στις προτεραιότητες της γαλλικής κοινωνίας. Οι ανησυχίες για την εγκληματικότητα έχουν αυξηθεί απότομα (+8 ποσοστιαίες μονάδες), καθιστώντας τη δημόσια ασφάλεια το τρίτο πιο σημαντικό ζήτημα για τους Γάλλους ψηφοφόρους (37%).

Η μετανάστευση αποκτά επίσης ολοεένα αυξανόμενη σημασία (+6 μονάδες), με αποτέλεσμα να κατατάσσεται πλέον μεταξύ των σημαντικότερων πολιτικών ανησυχιών των πολιτών της χώρας (32%). Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν ότι, ενώ τα οικονομικά ζητήματα συνεχίζουν να κυριαρχούν στην πολιτική ατζέντα, τα θέματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και τη μετανάστευση έρχονται και πάλι στο επίκεντρο και είναι πιθανό να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Πλαίσιο και μέλλον των κοινοβουλευτικών συσχετισμών

Μετά τη διάλυση του Κοινοβουλίου το 2024 και τις βουλευτικές εκλογές, στις οποίες η Ακροδεξιά σημείωσε σημαντικά κέρδη, οι διαδοχικές κυβερνήσεις βρέθηκαν χωρίς πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Επιπλέον, τα αριστερά κόμματα που είχαν καταφέρει να συνάψουν συμμαχία κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών είναι πλέον βαθιά διχασμένα και ανίκανα να καταλήξουν σε πολιτικές συμφωνίες. Ο σημερινός πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνού, ο πέμπτος πρωθυπουργός από το 2022, κατάφερε να περάσει τον προϋπολογισμό της χώρας μέσω διαπραγματεύσεων με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Διαβάστε: Μαρίν Λεπέν / Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της στις εκλογές του 2027 παρά την καταδίκη της

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο επόμενος Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, προκειμένου να εξασφαλίσει μια πιο σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μια μακροπρόθεσμη συνέπεια αυτής της θεσμικής κρίσης είναι η αναζωπύρωση της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση και τη δυνατότητα μετάβασης σε ένα πιο αντιπροσωπευτικό σύστημα, με στόχο την ενίσχυση της δημοκρατικής εκπροσώπησης.

Η προεδρική στρατηγική της Ανυπότακτης Γαλλίας και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν ανακοίνωσε πρόσφατα την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές για τέταρτη φορά. Το πρόγραμμα του υποψηφίου της ριζοσπαστικής Αριστεράς κατάφερε να κινητοποιήσει ένα νεανικό εκλογικό σώμα της εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένων και πολλών με μεταναστευτικό υπόβαθρο, γύρω από ένα σχέδιο που αποσυνδέεται από τα φιλοευρωπαϊκά οικονομικά ιδεώδη της ανάπτυξης και του φιλελευθερισμού που επικρατούσαν στα προγράμματα των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η άνοδος του «μελανσονισμού» συνδέεται επίσης με την παρακμή των παραδοσιακών αριστερών κομμάτων, ιδίως του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο ενδέχεται να απογοήτευσε πολλούς ψηφοφόρους εξαιτίας της υπερβολικής μετριοπάθειάς του στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον κυβερνητικό συνασπισμό του Μακρόν με σκοπό την επίλυση της πρόσφατης θεσμικής κρίσης.


Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν επικρίνει συχνά αυτό που περιγράφει ως εγκατάλειψη των ψηφοφόρων της εργατικής τάξης από τα μέινστριμ αριστερά κόμματα, παρόλο που η ισχυρότερη υποστήριξή του προέρχεται κυρίως από τους ψηφοφόρους των αστικών κέντρων, τους νέους πτυχιούχους και τους κατοίκους προαστιακών περιοχών με εθνοτική πολυμορφία. Η πρώτη προεκλογική συγκέντρωση του Μελανσόν, που πραγματοποιήθηκε στο Σεν Ντενί, σηματοδότησε πρόσφατα την έναρξη της προεκλογικής του εκστρατείας με σύνθημα τη «Νέα Γαλλία», δίνοντας έμφαση σε ζητήματα διαφορετικότητας, γενεακής ανανέωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Τάσεις εντός της παραδοσιακής Αριστεράς και προκλήσεις για την αριστερή ενότητα

Η παραδοσιακή Αριστερά, ιδίως το Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεν έχει ακόμη ορίσει έναν σαφή υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές. Ο πολιτικός επιστήμονας με ειδίκευση στα πολιτικά κόμματα Ρεμί Λεφέβρ αναφέρει ότι «έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές, η Αριστερά βρίσκεται βυθισμένη σε διχασμούς που φαίνονται ανυπέρβλητοι και την καθιστούν τόσο μη ορατή όσο και μη ελκυστική».

Στις δημοσκοπήσεις ο μόνος πιθανός υποψήφιος της παραδοσιακής Αριστεράς που αυτή τη στιγμή συγκεντρώνει ανταγωνιστικά ποσοστά είναι ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλουκσμάν (ο οποίος δεν έχει ακόμη ανακοινώσει επίσημα την υποψηφιότητά του). Η απήχησή του είναι ισχυρότερη μεταξύ των αστικών, μορφωμένων και σχετικά εύπορων ψηφοφόρων, ένα προφίλ που ορισμένοι κριτικοί θεωρούν αποκομμένο από τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, μετά την ισχυρή του επίδοση στις ευρωεκλογές του 2024, έχει επιδιώξει να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση τόσο έναντι του μακρονισμού όσο και έναντι της πιο ριζοσπαστικής ατζέντας που προωθεί ο Ζαν-Λικ Μελανσόν.

Η πιθανότητα ανάδειξης ενός κοινού αριστερού υποψηφίου δεν ευοδώθηκε και παραμένει άγνωστο ποιος θα είναι ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών. Ο πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ολιβιέ Φορ επιθυμεί τη διεξαγωγή εσωκομματικών προκριματικών εκλογών δύο σταδίων για την επιλογή του υποψηφίου για την προεδρία.

Η μέθοδος αυτή είναι καινοτόμα, καθώς οι προκριματικές εκλογές είναι ανοιχτές όχι μόνο στους σοσιαλιστές αλλά και σε «σοσιαλδημοκράτες», όπως ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν ή ο πρώην πρωθυπουργός Μπερνάρ Καζνέβ, ο οποίος υπηρέτησε υπό τον Φρανσουά Ολάντ. Ο υποψήφιος για την προεδρία θα επιλεγεί στη συνέχεια με ψηφοφορία μεταξύ των μελών του κόμματος στα μέσα Οκτωβρίου. Ωστόσο, ο Ολιβιέ Φορ προτείνει αυτή τη μέθοδο χωρίς να έχει ζητήσει τη συναίνεση των άλλων υποψηφίων, οπότε τίποτα δεν είναι βέβαιο.

Νέες ιδεολογικές διαιρέσεις αναδύονται στο εσωτερικό της γαλλικής Αριστεράς: ορισμένοι πρώην υποστηρικτές του Μακρόν στρέφονται προς το «Place Publique» (το κόμμα του Ρ. Γκλουκσμάν), άλλοι επιθυμούν να υιοθετήσουν μια κοινωνικο-φιλελεύθερη προσέγγιση, αν και διαφορετική από εκείνη του 2012, άλλοι αρχίζουν να εκφράζουν ευρωσκεπτικισμό, ενώ ορισμένοι παραμένουν φιλοευρωπαίοι. Η Αριστερά αντιμετωπίζει πολυάριθμες εσωτερικές διαμάχες, τόσο σε θέματα μετανάστευσης όσο και σε ζητήματα διαφορετικότητας, γεγονός που υπογραμμίζει τη δυσκολία της να προσελκύσει δύο διακριτά εκλογικά σώματα: εκείνο των μεγάλων πόλεων και εκείνο της εργατικής τάξης.

Τα περιβαλλοντικά ζητήματα εξακολουθούν επίσης να αποτελούν σημαντικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας της γαλλικής Αριστεράς. Ωστόσο, τα οικολογικά ζητήματα έχουν χάσει μέρος της προβολής τους στη δημόσια συζήτηση, καθώς τα οικονομικά ζητήματα, η ακρίβεια και οι διεθνείς κρίσεις κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο στις προτεραιότητες των ψηφοφόρων. Αυτό έχει δημιουργήσει εντάσεις εντός της Αριστεράς μεταξύ των υποστηρικτών φιλόδοξων κλιματικών πολιτικών και εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στα άμεσα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα.

Σε πιο θεμελιώδες επίπεδο, η γαλλική Αριστερά φαίνεται διχασμένη μεταξύ δύο ανταγωνιστικών στρατηγικών: αυτής την οποία ενσαρκώνει ο Μελανσόν και η οποία επικεντρώνεται στη λαϊκιστική κινητοποίηση και τις κοινωνικές συγκρούσεις και εκείνης την οποία εκπροσωπεί ο Γκλουκσμάν και η οποία βασίζεται στη Σοσιαλδημοκρατία, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τη θεσμική μεταρρύθμιση.

Το κεντρώο στρατόπεδο και η παρακαταθήκη του μακρονισμού

Η αντιδημοφιλία του Μακρόν και του κόμματός του σε εθνικό επίπεδο φαίνεται να αποτελεί μειονέκτημα για τον πρόσφατα ανακοινωθέντα υποψήφιο του φιλελεύθερου κέντρου Γκαμπριέλ Ατάλ, έναν από τους νεότερους πρώην πρωθυπουργούς στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, ο οποίος προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από την αρνητική εικόνα του Προέδρου. Το κύριο μειονέκτημα του Ατάλ είναι η νεαρή του ηλικία (37 ετών), ένα χαρακτηριστικό που δυσχεραίνει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων, οι οποίοι φαίνεται να προτιμούν κάποιον με εμπειρία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα δεδομένου ότι ο Ατάλ εξακολουθεί να θεωρείται ο πρωθυπουργός που εκδιώχθηκε λόγω της διάλυσης της Βουλής, γεγονός που οδήγησε σε θεσμική κρίση.

Προς το παρόν, ο Εντουάρ Φιλίπ, επίσης πρώην πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Εμανουέλ Μακρόν, είναι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ο μόνος υποψήφιος ικανός να ανταγωνιστεί πραγματικά και να αντιμετωπίσει την Ακροδεξιά. Και αυτός προσπαθεί, με αμφιλεγόμενη επιτυχία, να αποστασιοποιηθεί από την εικόνα του Προέδρου, εκφράζοντας τις διαφωνίες του και τη μετριοπαθή δεξιά, αντι-ακροδεξιά στάση του.

Συμπέρασμα

Μία από τις βασικές αβεβαιότητες που περιβάλλουν τις προεδρικές εκλογές του 2027 αφορά τις νομικές συνέπειες της καταδίκης της Μαρίν Λε Πεν και όχι την ταυτότητα του υποψηφίου της Εθνικής Συσπείρωσης. Μετά την απόφαση του Εφετείου της 7ης Ιουλίου, η Λε Πεν επιβεβαίωσε ότι θα θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία και ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου.

Όπως έχουν τα πράγματα, εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχει στις εκλογές, αν και η έκβαση και ο χρόνος διεξαγωγής της διαδικασίας ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου θα μπορούσαν ακόμη να επηρεάσουν τα τελικά στάδια της προεκλογικής εκστρατείας. H Eθνική Συσπείρωση έχει επίσης επιδιώξει να παρουσιάσει τη Μαρίν Λε Πεν και τον Ζορντάν Μπαρντελά ως συμπληρωματική ηγετική ομάδα, με τη Λε Πεν να δηλώνει ότι ο Μπαρντελά θα αναλάβει το αξίωμα του πρωθυπουργού σε περίπτωση που εκείνη εκλεγεί πρόεδρος της χώρας.

Αυτό που παραμένει σαφές, ωστόσο, είναι ότι οι προεδρικές εκλογές του 2027 θα αποτελέσουν μια σημαντική πολιτική καμπή, όχι μόνο για μια Γαλλία αποπροσανατολισμένη από τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 αλλά και στο πλαίσιο μιας Ευρώπης που βρίσκεται αντιμέτωπη με την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού.

Σε ευρύτερο πλαίσιο, το γαλλικό πολιτικό τοπίο εμφανίζεται όλο και πιο κατακερματισμένο. Το παραδοσιακό χάσμα Αριστεράς – Δεξιάς έχει αντικατασταθεί από τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφόρων πολιτικών μπλοκ: της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της μετριοπαθούς Κεντροαριστεράς, του προεδρικού Κέντρου, της παραδοσιακής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς. Αυτός ο κατακερματισμός ενδέχεται να καταστήσει τη δημιουργία συνασπισμών και τις εκλογικές συμμαχίες όλο και πιο σημαντικά κατά το διάστημα που θα προηγηθεί του 2027.

Μια άλλη σημαντική αβεβαιότητα αφορά το μέλλον του λεγόμενου «Ρεπουμπλικανικού Μετώπου», του άτυπου συνασπισμού ψηφοφόρων και πολιτικών κομμάτων που παραδοσιακά ενωνόταν ενάντια στην Ακροδεξιά στον δεύτερο γύρο των εκλογών. Αρκετές πρόσφατες εκλογές υποδηλώνουν μια αποδυνάμωση αυτού του πολιτικού αντανακλαστικού, γεννώντας ερωτήματα σχετικά με το εάν ένας τέτοιος συνασπισμός θα εξακολουθούσε να είναι αποτελεσματικός στην αποτροπή μιας νίκης του RN το 2027.

* Clotilde Castra, Φοιτήτρια Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων, Sciences Po Lille, ασκούμενη στο Ινστιτούτο ΕΝΑ  Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ