Την εικόνα μιας προβληματικής οικογενειακής σχέσης και μιας γυναίκας που – όπως υποστήριξε – τον είχε «απατήσει», επιχείρησε να παρουσιάσει στην απολογία του ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ο 39χρονος καθ’ ομολογίαν δράστης της δολοφονίας της συζύγου του στους Αμπελόκηπους, την οποία «αποθήκευσε» σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών στο πατάρι του σπιτιού τους τον Νοέμβριο του 2024.

Ads

Ο κατηγορούμενος, που σκότωσε την 32χρονη Άλμπα, μητέρα των δύο παιδιών τους, προσπάθησε να αποδώσει το έγκλημα σε «θόλωση» και έντονη συναισθηματική φόρτιση, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του τού αποκάλυψε πως το ένα από τα παιδιά τους δεν ήταν δικό του και ότι διατηρούσε σχέση με παιδικό του φίλο.

Ads

«Θόλωσα όταν μου είπε ότι το παιδί δεν ήταν δικό μου. Δεν κατάλαβα πώς έφτασα σε εκείνο το σημείο», ανέφερε χαρακτηριστικά στο δικαστήριο.

Ads

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 39χρονος χτύπησε τη γυναίκα με σφυρί και στη συνέχεια τη στραγγάλισε χρησιμοποιώντας καλώδιο φορτιστή. Έπειτα, μετέφερε τη σορό της στο πατάρι του μικρού διαμερίσματος όπου ζούσαν και την κρατούσε κρυμμένη επί μία εβδομάδα.

Ads

Στο διάστημα αυτό, τα δύο παιδιά του ζευγαριού συνέχισαν κανονικά την καθημερινότητά τους μέσα στο σπίτι, χωρίς να γνωρίζουν τι είχε συμβεί στη μητέρα τους.

Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη δικογραφία, προσποιούνταν τον ανήσυχο σύζυγο, ενώ έστελνε μηνύματα από το κινητό της 32χρονης τόσο στα παιδιά όσο και στους συγγενείς της, επιχειρώντας να καλύψει τη δολοφονία.

Στους γιους του είχε γράψει πως «η μαμά έφυγε για να μαζέψει λεφτά, πήγε μακριά και θα αργήσει να γυρίσει», ενώ στην αδελφή του θύματος παρουσιαζόταν ως η ίδια η Άλμπα, υποστηρίζοντας ότι είχε φύγει για την Ιταλία με φίλο της και ζητώντας να μην ειδοποιηθούν οι Αρχές για να μη χάσει τη δουλειά της.

Τελικά, στις αρχές Δεκεμβρίου, ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία και ομολόγησε το έγκλημα.


Κατά την απολογία του, ξεκίνησε ζητώντας συγγνώμη και υποστηρίζοντας ότι αγαπούσε βαθιά τη σύζυγό του.

«Να ζητήσω και πάλι συγγνώμη. Με την Άλμπα γνωριστήκαμε το 2011 και στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Τα προβλήματα άρχισαν όταν πήρε το παιδί και έφυγε», είπε, περιγράφοντας μια σχέση που – σύμφωνα με τον ίδιο – είχε εντάσεις και συνεχείς απομακρύνσεις.

Πρόεδρος: «Γιατί έφυγε;»

Κατηγορούμενος: «Δεν ξέρω, δεν μου εξήγησε ποτέ. Δεν μου έδινε σαφείς απαντήσεις. Πήγα και την πήρα πίσω γιατί την αγαπούσα…»

Στην απολογία του επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εργατικό και αφοσιωμένο πατέρα, ενώ για το θύμα χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς που την εμφάνιζαν ως άπιστη, αδιάφορη μητέρα και κακοποιητική απέναντί του.

«Δούλευα όλη μέρα και μετά πήγαινα να πάρω τα παιδιά από το σχολείο. Εκείνη έλειπε συνέχεια. Μου έλεγε ότι καθάριζε σπίτια και δούλευε σε τρεις δουλειές. Είχαμε απομακρυνθεί…»

Σε άλλο σημείο ανέφερε: «Με είχε σπρώξει από τη σκάλα. Ντυνόταν σαν να πήγαινε σε πάρτι».

Περιγράφοντας τη νύχτα της δολοφονίας, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ξύπνησε ακούγοντας τη σύζυγό του να μιλά στο τηλέφωνο.

«Ήταν περίπου 1:30 τη νύχτα. Την άκουσα να λέει ότι θα πάρει το παιδί και θα φύγει. Ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσε συμφωνούσε. Ήταν στην τουαλέτα και μιλούσε σε ανοιχτή ακρόαση».

Όπως είπε, όταν τη ρώτησε ποιος ήταν στο τηλέφωνο, εκείνη αρνήθηκε αρχικά να απαντήσει.

«Μου είπε ότι δεν της προσφέρω τίποτα και ότι το μικρό παιδί μοιάζει στον πραγματικό πατέρα του και όχι σε μένα. Τότε μου είπε ότι το παιδί δεν ήταν δικό μου. Το είπε ειρωνικά. Εκεί θόλωσα…»

Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν είχε συνείδηση των πράξεών του.

«Τη χτύπησα με το σφυρί και έπεσε στο κρεβάτι. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκε το καλώδιο στα χέρια μου. Μετά προσπάθησα να τη συνεφέρω, της έκανα μαλάξεις…»

Πρόεδρος: «Πώς να πάρει ανάσα με το καλώδιο στον λαιμό;»

Κατηγορούμενος: «Δεν είχα καταλάβει πλήρως τι είχα κάνει…»

Ο 39χρονος επιμένει πως το έγκλημα έγινε «εν βρασμώ ψυχής» και όχι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως αναφέρει το κατηγορητήριο.

Στη συνέχεια περιέγραψε πώς μετέφερε τη σορό στο πατάρι, λέγοντας ότι βασικός του φόβος ήταν να μην αντικρίσουν τα παιδιά τη νεκρή μητέρα τους.

«Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τα παιδιά. Πού να την άφηνα; Στη ντουλάπα; Θα την άνοιγαν για να πάρουν ρούχα. Την ανέβασα στο πατάρι με δυσκολία. Την τύλιξα με πάπλωμα και λινάτσα…»

Πρόεδρος: «Ακούω για σφυρί, λινάτσα… Πώς υπήρχαν αυτά στο σπίτι;»

Κατηγορούμενος: «Είμαι οικοδόμος. Τα είχα λόγω δουλειάς.»

Πρόεδρος: «Δεν σκεφτήκατε να καλέσετε ασθενοφόρο;»

Κατηγορούμενος: «Δεν ήμουν καλά… Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς θα το πω στα παιδιά.»

Το δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τύλιξε προσεκτικά τη σορό με πολλαπλές στρώσεις από σακούλες πριν την κρύψει.

Πρόεδρος: «Αφού λέτε ότι θα το αποκαλύπτατε, γιατί τυλίξατε τόσο προσεκτικά τη σορό; Υπήρχαν οκτώ στρώσεις σακούλες στο σώμα και δύο στο κεφάλι.»

Κατηγορούμενος: «Δεν θυμάμαι… Αν ήθελα να εξαφανιστώ, μπορούσα να το κάνω. Δεν ήθελα να το κρύψω. Αλλά πού να άφηνα το πτώμα; Ήταν μικρό το σπίτι…»

Ο κατηγορούμενος δέχθηκε συνεχείς ερωτήσεις από την έδρα για τα κίνητρα της δολοφονίας, επιμένοντας ότι η πράξη του συνδέεται αποκλειστικά με την αποκάλυψη πως το παιδί δεν ήταν δικό του και όχι με την υποτιθέμενη εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του.

Νωρίτερα, στο δικαστήριο κατέθεσαν μάρτυρες υπεράσπισης, οι οποίοι περιέγραψαν τον κατηγορούμενο ως εργατικό άνθρωπο και καλό πατέρα.

Η δίκη συνεχίζεται.