Ένα νησί προικισμένο από τη φύση, αλλά αντιμέτωπο με την ακραία φτώχεια και την πολιτική εγκατάλειψη. Όταν μιλάμε για φτώχεια στα ταξίδια, έρχεται στο μυαλό μας συνήθως η Ινδία και κάποιες χώρες της υποσαχάριας και της Δυτικής Αφρικής. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι η φτώχεια μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη, ακόμα πιο ακραία, σε ένα άλλο μέρος, σε ένα ζεστό και φιλόξενο νησί του Ινδικού Ωκεανού, τη Μαδαγασκάρη.
Ένα τεράστιο νησί, ένα νησί προικισμένο, μία γη με κόκκινο χώμα, εύφορη, ένας τόπος με ορυκτά, με δάση, με άγρια ζωή, με καλλιέργειες, με θάλασσες γεμάτες αγαθά, με βουνά, με νερό, με όλα τα εφόδια που θα μπορούσε να έχει η κάθε ακμάζουσα χώρα.
Αυτή είναι η Μαδαγασκάρη. Η Μαδαγασκάρη της Γαλλικής Αποικιοκρατίας, η Μαδαγασκάρη της μεγάλης εξέγερσης που κατεστάλη πολύ βίαια το 1947. Η Μαδαγασκάρη στην οποία ακόμα και σήμερα κυκλοφορούν αυτοκίνητα ντεσεβώ, σακαράκες μιας άλλης εποχής, οτιδήποτε είναι για πέταμα και για απόσυρση στη μακρινή Γαλλία.
Σε αυτόν τον τόπο, σε μερικές περιοχές, στις περισσότερες εκτός πρωτεύουσας, δεν υπάρχει καμία πρόνοια, καμία κυβερνητική παρουσία, καμία φροντίδα για τίποτα.
Πολύ κοντά στη Μοροντάβα, στη δυτική ακτή, εκεί όπου όλοι οι τουρίστες συρρέουν για να δουν τα περίφημα δέντρα Μπαομπάμπ, οι γειτονιές είναι φτιαγμένες από σανίδια, πιο χαμηλά από τον κεντρικό δρόμο, με ψάθινες στέγες, εντελώς πρόχειρες κατασκευές.

Ερώτηση προς τον τοπικό ξεναγό ο οποίος είναι σχετικά μορφωμένος και μιλάει καλά γαλλικά και αγγλικά και μας έδειξε πού βρίσκεται το σπίτι του :
– Πού πηγαίνετε κατά την εποχή των βροχών; Δεν πλημμυρίζουν αυτά εδώ τα σπίτια που είναι πιο χαμηλά από το δρόμο, κτισμένα σε αυτό το βύθισμα;
– Σαφώς και πλημμυρίζουν. Παίρνουμε οτιδήποτε είναι απαραίτητο, μερικά ρούχα και μερικά έγγραφα και πηγαίνουμε σε συγγενείς. Περνάμε μερικές εβδομάδες εκεί, μερικούς μήνες, περιμένουμε μέχρι να καταλαγιάσουν οι βροχές, μέχρι να χαμηλώσουν τα νερά και ύστερα πάλι γυρίζουμε και ξαναφτιάχνουμε το σπίτι και ξαναξεκινούμε τη ζωή μας, από την αρχή.
Ένα σύννεφο απορίας πλανάται στο μυαλό του τουρίστα που ακούει αυτά τα λόγια.
Στη Μοροντάβα υπάρχει αεροδρόμιο και καθημερινές πτήσεις από την πρωτεύουσα. Ένα αεροδρόμιο είναι μία υποδομή πολύ σοβαρή. Χρειάζεται ανεφοδιασμό, σταθερή ροή ρεύματος, δρόμους, κατασκευές, εξειδικευμένα τεχνικά μέσα και ούτω καθεξής. Κι όμως, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά από το αεροδρόμιο, στον πρώτο οικισμό, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχει ρεύμα.
Λάμπες οι οποίες δουλεύουν με φωτοβολταϊκά, μερικοί φορτιστές τηλεφώνων, δίκτυο δεν λειτουργεί, τα ελάχιστα φώτα τρεμοπαίζουν όταν ο ήλιος κάνει τον κύκλο του και πέσει στον απογευματινό ουρανό. Οι άνθρωποι ζουν στο σκοτάδι, στην άγνοια, μακριά από οποιαδήποτε φροντίδα της οποιασδήποτε κυβέρνησης. Μακριά από την τεχνολογία, μακριά από τα μέσα που εμείς θεωρούμε δεδομένα.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο δρόμος, χωμάτινος και ανύπαρκτος σε πολλα σημεια, από τη Μοροντάβα, πηγαίνει ακόμα πιο νότια, προς μία ειδυλιακή περιοχή που λέγεται Μπέλο συρ Μερ. Μία από τις πιο όμορφες παραθαλάσσιες τοποθεσίες του Ινδικού Ωκεανού, αλλά και της Αφρικής.

Ένα μέρος από τη φύση του ειρηνικό, αρμονικό, ισορροπημένο. Για να φτάσει όμως κανείς στο Μπέλο συρ Μερ από τη Μοροντάβα, αφήνει την άσφαλτο και τότε ξεκινά ξαφνικά μπροστά στα έκπληκτα μάτια ενός τουρίστα η “ζωή στην λίθινη εποχή”. Δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει αλλιώς. “Λίθινη εποχή”. Είναι σαν να βυθίζεται ο επισκέπτης σε έναν κόσμο εντελώς ξεχασμένο.
Πίσω από θημωνιές, πίσω από Μπαομπάμπ, κρυμμένος στη Σαβάνα και στα ξερά χόρτα, κόσμος που περπατά ξυπόλητος 20 και 30 και 40 χιλιόμετρα για να μεταφέρει ξύλα η κάρβουνα πανω σε ποδήλατα ή στα κεφαλια τους, για να μεταφέρει νερό, για να ανταλλάξει ελάχιστα αγαθά και να πάρει κάποια τυποποιημένα προϊόντα. Κόσμος που κατά δεκάδες έρχεται να συναντήσει το τζιπ που περνάει απ το χωριό. Κόσμος που περιμένει ως μάνα εξ ουρανού μία ευρωπαϊκή ΜΚΟ να φτιάξει ένα πηγάδι ή να φτιάξει ένα σχολείο.
Πληθυσμός νεότατος ο οποίος δεν ξέρει τίποτα. Δεν μιλά γαλλικά. Δεν ξέρει καν πώς είναι ο έξω κόσμος. Δεν ξέρει καν πώς είναι η Μοροντάβα που βρίσκεται λίγες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Το μόνο λίγο πιο στιβαρό και γρήγορο μέσο που τους ενώνει με τα μακρινά χωριά είναι οι ελάχιστες βοϊδάμαξες.
Κι όμως, αυτός ο κόσμος ξεπηδά από παντού, από τους θάμνους, από τον αγριότοπο και προτείνει το χέρι του για να πάρει κάτι. Να πάρει μία μικρή ελεημοσύνη : μικρά δώρα, κεριά, σαπούνια, καραμέλες, ρούχα που μας είναι άχρηστα, ένα χαμόγελο, μια καλημέρα και ως αντάλλαγμα, μια στιγμιαία φωτογράφηση.
Πού θα πάει όμως όλο αυτό; Χιλιάδες κόσμου στη Μαδαγασκάρη ζουν σε αυτές τις συνθήκες. Χιλιάδες κόσμου είναι απολύτως ξεχασμένοι και αποκομμένοι, ζουν σε συνθήκες που ούτε καν φανταζόμαστε.

Είναι τυχαίο άραγε ότι λίγες εβδομάδες πριν, στα τελη Σεπτεμβρίου, μία εξέγερση στην πρωτεύουσα έφερε τα πάνω-κάτω και ανέτρεψε τον πρόεδρο; Είναι τυχαίο που για άλλη μία φορά η πολιτική ελίτ της χώρας προσέτρεξε στο στρατό για να “σώσει την κατάσταση” και να σταθεροποιήσει πάλι το πολιτικό σύστημα; …Αλλά ποιο πολιτικό σύστημα;
Αυτό που διαιωνίζει τη φτώχεια;
Αυτό που εγκαταλείπει τους κατοίκους; Αυτό που καταδικάζει μια κοινωνία ολόκληρη στην αθλιότητα και στην απόλυτη ένδεια;
Ένα πολιτικό σύστημα που όμως ξέρει να διαπλέκεται με ξένες εταιρείες, ξέρει να κατασκευάζει ή να επισκευάζει τους ελάχιστους δρόμους του νησιού με τη συνδρομή γαλλικών μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών, να κάνει συμβόλαια με Κινέζους και προφανώς να αποκομίζει τα όποια ίδια οφέλη… Ο πρόεδρος πάντως διέφυγε με γαλλικό στρατιωτικό αεροπλάνο!
Η Μαδαγασκάρη λοιπόν, αυτός ο τόπος ο μαγικός, ο προικισμένος και όμορφος, η πατρίδα της βανίλιας και των λεμούριων, έχει προβλήματα πολλά και δυσεπίλυτα, έχει προβλήματα τεράστια, ζητήματα ανθρώπινης επιβίωσης.
Κι αν θέλουμε να κρατήσουμε μια ανάμνηση από αυτή τη χώρα και από αυτό το ιδιαίτερο ταξίδι, δεν είναι μόνο η φτώχεια, οι ακτές και οι βοϊδάμαξες, αλλά και τα πολλά χαμόγελα. Δεν είναι μόνο τα γκρεμισμένα αποικιακά κτίρια, αλλά και η ελπίδα της νεολαίας για κάτι καλύτερο.
Επιστέγασμα και σύνοψη του ταξιδιού στη Μαδαγασκάρη είναι το άλλοτε πολυτελές ξενοδοχείο Hôtel des Mines, το οποίο βρίσκεται στην ακροθαλασσιά, στην περίφημη πόλη – λιμάνι Diego Suarez, στα βόρεια του νησιού. Εκεί κάποτε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ένας τυχοδιώκτης – ναυτικός βρήκε πολύ χρυσό. Τον περιέφεραν πάνω σε φορεία οι ντόπιοι και φερόταν σαν να ήταν βασιλιάς. Έκανε τις μεγαλύτερες γιορτές και τα μεγαλύτερα πάρτι, δεξιώσεις για πολιτικούς και στρατιωτικούς. Αυτός ήταν η απεικόνιση του ίδιου του νησιού και του γρήγορου και άκρατου πλουτισμού. Πλούτος χωρίς όριο και εκμετάλλευση χωρίς αύριο.
Αυτός έχτισε ένα όμορφο ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα και σήμερα το ξενοδοχείο αυτό -σε νέο-Ανδαλουσιανό ρυθμό- είναι ένας σωρός από ερείπια.

Ο αέρας φυσάει μέσα από τα άδεια παράθυρα, τα δέντρα έχουν βρει τη θέση τους στα άλλοτε σαλόνια και αυτό είναι ίσως το πιο συμβολικό σημείο και μνημείο που αντικατοπτρίζει την εικόνα της Μαδαγασκάρης των τελευταίων δεκαετιών.
Οι μόνοι ελεύθεροι και αυτάρκεις σε αυτή τη χώρα μάλλον είναι οι λεμούριοι: πλάσματα ευλύγιστα και πανέξυπνα, με γουρλωμένα μάτια και γρήγορες κινήσεις. Βασιλείς των δέντρων και της απέραντης σαβάνας των οροπεδίων…
Οι λεμούριοι έχουν πάρει το όνομά τους από ένα πλάσμα της ρωμαϊκής μυθολογίας, κάτι σαν φάντασμα ή πνεύμα που παραμένει ανήσυχο, κυκλοφορεί τη νύχτα με γουρλωμένα μάτια και φοβίζει τις ψυχές των ανθρώπων. Στη ρωμαϊκή εποχή γίνονταν προσφορές και ειδικές τελετές εξαγνισμού για να τους κατευνάσουν. Ίσως, σε αυτό το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο του Ντιέγκο Σουάρεζ να κυκλοφορούν τέτοιες ψυχές του πάμπλουτου χθες και του τιποτένιου σήμερα. Ίσως οι ψυχές των πολιτικών που έφεραν τη χώρα εκεί που είναι να κυκλοφορούν και αυτές ανήσυχες και ακούραστες, στοιχειώνοντας τα θεοσκότεινα βράδια στα πάμφτωχα χωριά…
Λίγο μετά την αιματηρή εξέγερση του 1947, ο Φρανσουά Μιττεράν, τότε υπουργός, «λεμούριος» σήμερα και αυτός, δήλωνε ότι «το μέλλον της Μαδαγασκάρης είναι αναπόσπαστα δεμένο με τη Γαλλική Δημοκρατία…».


