Αυτές τις μέρες περπατώ σε μία από τις πιο όμορφες πόλεις της Μεσογείου. Έτσι την έχω στο μυαλό μου την Κωνσταντίνη της ανατολικής Αλγερίας κι ας μην βλέπει η πόλη αυτή τα νερά της Μεσογείου. Βρίσκεται μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, στην ενδοχώρα, πιο νότια.

Ads

Γιατί εδώ στην Αλγερία η ενδοχώρα είναι ο νότος. Τα ορεινά είναι ο νότος. Τα ψηλά βουνά είναι ο νότος, καθώς και η Σαχάρα βρίσκεται στο νότο. Η θάλασσα είναι ο Βορράς. Μεγάλο το μπέρδεμα, καθώς είμαστε στην Βόρεια ακτή της Αφρικής και στη Νότια ακτή της Μεσογείου.

Ads

Για αυτή την πόλη όμως, την Κωνσταντίνη, τι να πρωτοπεί κανείς;

Ads

Το πρώτο που θαυμάζει είναι η γεωγραφία της. Το βαθύ φαράγγι του ποταμού Ρυμέλ, το οποίο έχει λαξεύσει το βράχο και το οποίο προσδίδει στην πόλη μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Το ιστορικό κέντρο βρίσκεται πάνω σε ένα πλάτωμα σε σχήμα πετάλου, το οποίο κλείνει μέσα του όλα τα μυστικά και τα θεμέλια κτιρίων από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Εκεί βρίσκεται ο παλιός στρατώνας, το παλιό στρατιωτικό νοσοκομείο, οι φυλακές όπου γίνονταν οι εκτελέσεις των Αλγερινών επαναστατών τη δεκαετία του ’50, το παλάτι του Μπέη, τα παλιά καταστήματα, το εμπορικό κέντρο, τα όμορφα κτίρια, τα νεοκλασικά με τα στενά μπαλκόνια τους, οι προσόψεις των καταστημάτων, τα στενά σοκάκια, τα υπέροχα αποικιακά διοικητικά κτίρια που είχαν φτιάξει οι Γάλλοι, όλα εκεί γύρω, όλα εκεί κοντά.

Ads

Και η Όπερα, το Διοικητήριο, τα Δικαστήρια, το Ταχυδρομείο, η Κεντρική Τράπεζα και λίγο πιο κάτω χαλάσματα, οθωμανικά απομεινάρια μιας άλλης εποχής, μιας άλλης ταυτότητας της πόλης, που έχει απολεσθεί πολλά χρόνια πριν. Πηγαίνοντας προς το «μπαλκόνι» της πόλης, ο επισκέπτης θαυμάζει το φαράγγι, θαυμάζει τα ορμητικά νερά και θαυμάζει τους μαιάνδρους που έχουν λαξεύσει στη σκληρή πέτρα, τα ατίθασα νερά που έρχονται από τα βουνά του Ορές (Aurès), πολύ πιο νότια.

Σηκώνοντας το βλέμμα του και ατενίζοντας προς τον ορίζοντα, εκεί το σκηνικό αλλάζει:

Προάστια νεόκτιστα, αδιάφορες, γκρίζες πολυκατοικίες και ύστερα, πιο μακριά, τα αμόλυντα λιβάδια, οι κυματιστοί λόφοι, τα σπαρτά, τα χωράφια με όσπρια και δημητριακά, απέραντες εκτάσεις γόνιμης γης που πηγαίνουν σιγά-σιγά προς τη Μεσόγειο.

Προς τα εκεί κατηφορίσαμε, προς τη θάλασσα και είδαμε έναν πολύ ήρεμο και γοητευτικό ρωμαϊκό αρχαιολογικό χώρο, τη μικρή πόλη Τίντις, έναν οικισμό δευτερεύουσας σημασίας, αλλά ξεχωριστής ομορφιάς.

Δεν είναι ο χώρος ή τα κτίριά του που περιμένει κανείς για να τον γοητεύσουν. Είναι όμως η τοποθεσία. Είναι αυτό το ύψωμα το στρατηγικό και περίεργο.

Είναι η ιδέα και η συνειδητοποίηση ότι εκεί βρισκόταν ένας ρωμαϊκός στρατιωτικός οικισμός πριν από 1700 με 1800 χρόνια. Να και τα ερείπια και η πύλη και να το πορνείο της πόλης και το βαλανείο, το σπηλαιώδες ιερό και τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην Ακρόπολη και οι στέρνες και τα ερείπια καταστημάτων και το αρχικό οδόστρωμα, το φόρουμ, οι βωμοί, οι επιγραφές… ονόματα, ψηφίσματα, προσευχές, πολιτικές αποφάσεις…  Κυριαρχεί η κόκκινη πορώδης πέτρα και σκόρπιες παντού,  σπαρμένες και σπασμένες καρχηδονιακές επιτύμβιες στήλες.

Και να, φτάσαμε στην κορυφή του λόφου! Από κει φαίνονται όλα! Η Κωνσταντίνη από μακριά, ο δρόμος προς τη Μεσόγειο, οι αγροτικές περιοχές, ένα ρωμαϊκό μαυσωλείο και διάσπαρτα δίπλα στα πόδια μας πολλά μικρά κομμάτια, λείψανα μιας άλλης εποχής, υπολείμματα κτιρίων, συντρίμμια ενός πολιτισμού που πλέον κάνει παρέα με την ανθρώπινη λήθη.

Πίσω στην Κωνσταντίνη ξαναβρίσκουμε τη γοητεία της παλιάς Εβραϊκής συνοικίας, τη γενέτειρα του Ενρίκο Μασιάς, τα βιβλιοπωλεία της Γαλλικής γειτονιάς, τα μνημεία της ανεξαρτησίας να συνυπάρχουν με τα περίτεχνα γύψινα φουρούσια και τα μπαλκόνια του ’20 και του ’30.

Η Κωνσταντίνη ήταν και είναι αρχοντική.

Σήμερα, αυτή η αρχοντιά βρίσκεται σε παρακμή, αλλά η ακμάζουσα νεολαία της πόλης περιφέρεται γύρω από το πανεπιστήμιο, γύρω από το μεγάλο καινούργιο τζαμί, έχει αποκτήσει άλλα στέκια, άλλες συνήθειες και θέλει σιγά-σιγά να διαγράψει το Γαλλικό παρελθόν και να προδιαγράψει τη δική της πορεία προς ένα περίεργο ισλαμοσοσιαλιστικό μέλλον.

Γιατί, αυτό είναι η Αλγερία, περίπου αυτό! Είναι ένα κράμα σοσιαλισμού και ισλαμισμού. Η δόξα του πολέμου κατά της αποικιοκρατίας, οι σοσιαλιστικές απαρχές της σύγχρονης χώρας, οι ισλαμικές ρίζες, οι έντονες παραδόσεις και οι ριζωμένοι οικογενειακοί δεσμοί, ο τοπικισμός των Βερβέρων, η περηφάνια των Τουαρέγκ, τα μνημεία των Οθωμανών, οι πειρατές  της Μπαρμπαριάς, η αρχαία κληρονομιά της Ρώμης και της Νουμιδίας, όλα αυτά μαζί είναι η σύγχρονη Αλγερία. Ένα κοινωνικό και πολιτικό μπέρδεμα, αλλά συνάμα και μία χώρα τεράστιας έκτασης με προοπτική και δυναμική ανάπτυξης και κυρίως σε συνθήκες δημογραφικής έξαρσης.

Η Κωνσταντίνη στέκει, εδώ και χιλιετίες, εκεί πάνω από τη χαράδρα του ποταμού, λαμπρή, αλλά και λυπημένη. Κάτω απ’ τα πόδια της σύγχρονης πόλης, κάτω απ’ τα θεμέλια των αποικιακών κτιρίων, κάτω απ’ τον όγκο των μεγάλων τζαμιών, εκεί κρύβονται τα μυστικά της αρχαίας πρωτεύουσας της Νουμιδίας. Εκεί βασίλευσε κάποτε ο Ιουγούρθας. Μία μορφή που γνωρίζουμε από την ιστορία, αλλά και από τη λογοτεχνία, καθώς και από τη ζωγραφική.

Ο Ιουγούρθας που εξαπατούσε τους Ρωμαίους αξιωματούχους. Ο Ιουγούρθας που κατάφερε να εξαγοράσει τους πάντες, που είχε γίνει συνώνυμο της ευνοιοκρατίας και της διαπλοκής στη Σύγκλητο και στα ανώτερα κλιμάκια της Ρωμαϊκής εξουσίας. Ο Ιουγούρθας που εντέλει κατέληξε αιχμάλωτος και ταπεινωμένος στην Ρώμη, να περιφέρεται στους δρόμους της ως τρόπαιο των επιτήδειων πολιτικών.

Αυτός ο Ιουγούρθας ήταν από τη Νουμιδία και η πρωτεύουσα της Νουμιδίας ήταν η αρχαία πόλη Σίρτα ή Κίρτα, έτσι όπως λεγόταν η Κωνσταντίνη πριν από 2.000 χρόνια. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε μέσα από σπαράγματα και επιγραφές και νομίσματα και διακοσμητικά στοιχεία και επιτύμβιες στήλες και πάμπολλα άλλα τέχνεργα και ευρήματα στο όμορφο αλλά παλιό μουσείο της πόλης. Ελληνιστικά πτολεμαϊκά νομίσματα, καρχηδονιακές στήλες από κόκκινο πωρόλιθο, ρωμαϊκό γυαλί, ψηφιδωτά, αλλά και πίνακες οριενταλισμού, μια ωραία παρένθεση στο μουσείο, η απεικόνιση της Κωνσταντίνης και του ρομαντισμού του 19ου αιώνα μέσα από τα μάτια Ευρωπαίων ζωγράφων.

Εκεί, στην αυλή του μουσείου βρίσκουμε και μία ενδιαφέρουσα επιτύμβια στήλη που τη διαβάζουμε στα λατινικά:

Ένας λεγεωνάριος, ένας στρατιώτης από την Παννονία, δηλαδή από τη σημερινή Κροατία, πολέμησε κάπου στα σύνορα της Περσίας και εντέλει του δόθηκε γη και πέθανε εκεί στη Νουμιδία.

Ένας άνθρωπος που μπορεί να ήταν απ’ τη Βρετανία και να μεγάλωσε στα Βαλκάνια, ταξίδεψε σε όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, πολέμησε ενάντια σε όλους τους εχθρούς, ξεπέρασε όλους τους κινδύνους και κατέληξε ως ήσυχος πλέον βετεράνος να βρει τη γαλήνη της ζωής του και της ψυχής του στα φιλόξενα χώματα της Βόρειας Αφρικής. Η Αλγερία και ιδίως η περιοχή της Κωνσταντίνης προσφέρουν πολλές τέτοιες ωραίες μικρές λεπτομέρειες της Ιστορίας που μας οδηγούν στο να καταλάβουμε πώς -μέχρι εκεί κάποτε- εξαπλώθηκε ο Ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός και εδραιώθηκε μία πρώτη μορφή παγκοσμιοποίησης.

Λίγες ώρες όμως πριν φύγουμε από την Κωνσταντίνη για να συνεχίσουμε το οδοιπορικό μας πιο νότια και πιο ορεινά, στα οροπέδια όπου βρίσκεται η υπέρλαμπρη αρχαία πόλη του Τιμγκάντ, εκεί που ήταν το προκεχωρημένο φυλάκιο των Ρωμαίων λεγεωνάριων, μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις στρατιωτικής Ρωμαϊκής αποικίας στη Βόρεια Αφρική, κάνουμε απολογισμό.

Κάνουμε έναν ταξιδιωτικό απολογισμό ψάχνοντας σε επετείους και σε γεγονότα που μπορούν να ακουμπούν και να αφορούν το ταξίδι το οποίο κάνουμε.

Κωνσταντίνη 1955 – 2025

Τι γινόταν εδώ πριν από ακριβώς 70 χρόνια, το φθινόπωρο του 1955; Ο κόσμος τότε, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, αλλά και οι ταξιδιώτες και περαστικοί, όλοι ζούσαν υπό το κράτος του φόβου.

Είχε προηγηθεί η μεγάλη σφαγή της Φιλίπβιλ, της σημερινής πόλης Σκίντα, στη Μεσόγειο. Τον Αύγουστο του 1955, μια οργανωμένη προσπάθεια σαμποτάζ από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αλγερίας είχε στραφεί κατά αμάχων, κατά ενός ορυχείου, κατά εργαζομένων, κατά οικογενειών, αλλά και ενάντια στους χωροφύλακες, στους αστυνομικούς και στους Γάλλους στρατιώτες.

Το αποτέλεσμα ήταν φρικτό και οι σφαγές αδικαιολόγητες και αδιάκριτες,  αλλά τα αντίποινα των Γάλλων ήταν ακόμα χειρότερα, έγιναν ακόμα πιο σκληρά και βίαια. Κυριάρχησε ο θυμός και η πάνδημη διάθεση για εκδίκηση.  Η χώρα βυθίστηκε στο πένθος και κυρίως στο μίσος.

Ακόμα και οι μετριοπαθείς πήραν τα όπλα και άρχισαν να μισούν.

Ακόμα και οι υποχωρητικοί προσχώρησαν στο κόμμα του πολέμου.

Ακόμα και οι πιο διαλλακτικοί δεν ήθελαν πλέον να ακούσουν για τους «άλλους».

Μίσος και ακρότητες εκατέρωθεν, είχε γίνει μαζικό και αμοιβαίο όλο αυτό και πλέον δεν γνώριζε όρια, επαγγέλματα ή συμφέροντα. Αφορούσε τους πάντες και άγγιζε κάθε σπίτι και κάθε οικογένεια.

Για αυτά τα γεγονότα, εκείνη την εποχή, ο Αλμπέρ Καμύ είχε γράψει πάνω-κάτω τα εξής λόγια:

«…από τις 20 Αυγούστου και μετά, δεν υπάρχουν πλέον αθώοι στην Αλγερία πάρα μόνο αυτοί που πεθαίνουν…»

Οι τραγικές αυτές εξελίξεις είχαν γείρει την πλάστιγγα υπέρ της κλιμάκωσης και υπέρ του πολέμου. Ακόμα και αν το καλοκαίρι του ’55 είχαν βρεθεί κάποιοι Γάλλοι αξιωματούχοι να μιλήσουν για κατευνασμό και διαπραγμάτευση, τα γεγονότα του Αυγούστου είχαν φέρει τα πάνω-κάτω. Ο γνωστός συγγραφέας είχε βρεθεί στη γενέτειρά του λίγους μήνες μετά, στις αρχές του 1956, έγραψε, μίλησε, προσπάθησε, αλλά βρήκε απέναντί του ένα τείχος αδιαλλαξίας από τους σκληροπυρηνικούς και των δύο πλευρών.

Η περιοχή που επλήγη περισσότερο από τη βία ήταν η Κωνσταντίνη και τα χωριά γύρω της. Ακόμα και μέσα στην πόλη έγιναν φόνοι. Φόνοι μετριοπαθών Μουσουλμάνων, φαρμακοποιών, δικηγόρων, επαγγελματιών. Φόνοι επίσης Ευρωπαίων που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αλγερία. Ως αντίποινα, οργάνωση πολιτοφυλακών από τους Γάλλους δημάρχους και τυφλή ανταπόδοση…

Οι γείτονες κοιτούσαν καχύποπτα το γείτονα. Ο Μουσουλμάνος φούρναρης κοιτούσε με μίσος τον Γάλλο χωροφύλακα. Ο Γάλλο-Ισπανός φοιτητής κοιτούσε με καχυποψία τον Μουσουλμάνο οδηγό ενός φορτηγού. Τίποτα πλέον δεν θα ήταν το ίδιο.

Η Αλγερία, το φθινόπωρο του 1955, ακριβώς ένα χρόνο μετά την πρώτη συμβολική εμφάνιση και συμβολική επίθεση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (FLN) στην οροσειρά του Ορές, νότια της Κωνσταντίνης, είχε βυθιστεί για τα καλά στο σκοτεινό φάσμα του πολέμου.

Επέτειος λοιπόν, 70 χρόνια μνήμης ενός σκοτεινού παρελθόντος… Τι να σκέφτονται άραγε για όλα αυτά και τι να γνωρίζουν οι σύγχρονοι, νεαροί Αλγερινοί; Προφανώς, μόνο όσα μαθαίνουν στα σχολεία τους, μέσα σε ένα μείγμα πατριωτικής υπερηφάνειας και ένδοξης ιστορικής αφήγησης. Η Αλγερία άλλωστε, γεννήθηκε μέσα από αυτά τα γεγονότα και στηρίζει την ταυτότητά της, ως έθνος, στον αγώνα κατά των Γάλλων. Κι επειδή το Απελευθερωτικό Μέτωπο του τότε, που έχει μετεξελιχθεί σε ένα διεφθαρμένο μειοψηφικό κατεστημένο, κυβερνά ακόμα τη χώρα, έστω και χωρίς σοβαρή λαϊκή νομιμοποίηση, είναι σημαντικό, για την κυβέρνηση να μνημονεύεται έντονα και συνεχώς εκείνη η περίοδος.

Ας μην ξεχνάμε, ότι η Αλγερία του σήμερα προέρχεται από τη βία ενός πολύ πρόσφατου εμφυλίου πολέμου (1992-2002). Ήταν τότε που το Απελευθερωτικό Μέτωπο του 1954 -1962 (FLN) ζήτησε τη βοήθεια των Ευρωπαίων,  των άλλοτε εχθρών, για να αντιμετωπίσει τους Ισλαμιστές. Τότε το Μέτωπο έχασε τις εκλογές κι όμως παρέμεινε και παραμένει στην εξουσία καταχρηστικά και χαριστικά.

Αν φύγει από το προσκήνιο η μνήμη του 1962, αν φύγουν από τη ζωή οι πρωταγωνιστές του τότε, αν ξεθωριάσουν εκείνα τα σύμβολα, ίσως η Αλγερία πολύ εύκολα να κατρακυλήσει σε δρόμους πολλαπλής και φυγόκεντρης διάλυσης. Καμπύλιοι, Ισλαμιστές, Τουαρέγκ και άλλοι, περιμένουν να εκδικηθούν την αδικία, τις διώξεις και την καταχρηστική εξουσία των τελευταίων πολλών ετών.

Ας γυρίσουμε όμως στο 1955 και τις σκέψεις που το περιβάλλουν,  ακούγοντας τους στίχους του Ενρίκο Μασιάς που γεννήθηκε στην Κωνσταντίνη το 1938 : «άφησα τη χώρα μου, άφησα το σπίτι μου, το γαλάζιο ουρανό… (j’ai quitté mon pays…)»

Το μίσος που κατέκλυσε τις καρδιές των ανθρώπων τότε, έδιωξε κακήν κακώς από την Αλγερία περίπου 1 εκατομμύριο Ευρωπαίους, «πιε-νουάρ», Γάλλους, Ισπανούς, Μαλτέζους, Ιταλούς,  Εβραίους… Είχαν πάει εκεί για να βρουν διέξοδο, γιατί τους προτάθηκε από το γαλλικό κράτος μια νέα «Γη της Επαγγελίας».

Τα γεγονότα όμως του 1954 – 1962 έφεραν τον κόσμο της Μεσογείου «ανάποδα». Όσο κι αν μιλούσε ο Αλμπέρ Καμύ για συμφιλίωση και για συνύπαρξη, τόσο ο αραβικός φανατισμός όσο και η γαλλική στρατοκρατία έστελναν την κατάσταση στα άκρα. Τα πραγματικά θύματα υπήρξαν οι Αλγερινοί χωρικοί αλλά και οι φτωχοί Ευρωπαίοι μετανάστες και μικροϋπάλληλοι, βιοτέχνες και αγρότες που είχαν πάει εκεί για μια καλύτερη ζωή και αναγκάστηκαν να γίνουν ξανά πρόσφυγες,  μέσα σε μερικές δεκαετίες και να περάσουν εκ νέου από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Ευρώπη.

Μ’ αυτές τις σκέψεις περί ιστορίας, περί γεωγραφίας, περί κοινωνίας, περί παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, αφήνω την όμορφη Κωνσταντίνη με μία τελευταία επίσκεψη, απογευματινή και ρομαντική.

Οι δρόμοι γυαλίζουν μετά την πρόσφατη βροχή. Είναι συχνές, απότομες, έντονες κι επίμονες οι βροχοπτώσεις σε αυτή την περιοχή, αυτή την εποχή. Οι γέφυρες της πόλης μοιάζουν λίγο πιο γκρίζες, λόγω της υγρασίας, η κοίτη του ποταμού έχει φουσκώσει, τα βράχια άλλαξαν κι αυτά απόχρωση. Η πόλη ξυπνάει ξανά και οι διαβάτες πυκνώνουν. Η Κωνσταντίνη ετοιμάζεται για το τέλος της ημέρας και για τις πολύ ήσυχες νύχτες της, κατά τις οποίες δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Ανηφορίζω από τον παλιό στρατώνα προς το ιστορικό νοσοκομείο.

Στο πιο ψηλό σημείο της πόλης, πιο πάνω απ’ το ιστορικό κέντρο, πιο ψηλά από τη χαράδρα του ποταμού και τις διαδοχικές γέφυρες, στον πιο όμορφο βράχο που αντικρίζει όλες τις πεδιάδες και τις κοιλάδες στα πόδια της πόλης, εκεί, από όπου φαίνεται το πιο γοητευτικό ηλιοβασίλεμα της Αλγερίας, στέκομαι και αγναντεύω. Δίπλα μου στέκεται ακλόνητη μία αψίδα θριάμβου που στήθηκε πριν πολλά χρόνια, κατά τη δεκαετία του ’30. Μία αψίδα που χτίστηκε για να τιμήσει τα 100 χρόνια της Γαλλικής Αλγερίας (1830-1930), αλλά και για να θυμίζει τους πεσόντες Μουσουλμάνους και Χριστιανούς που στάλθηκαν στα μέτωπα ανά τον κόσμο για να δοξάσουν τη Γαλλία.

Οι επιγραφές και τα σύμβολα έχουν ξεθωριάσει και κάποια έχουν σβηστεί και αποκαθηλωθεί επίτηδες, οι θυρεοί έχουν αποκολληθεί, τα γράμματα έχουν αφαιρεθεί. Damnatio memoriae θα έλεγαν οι Λατίνοι, η «καταδίκη της μνήμης», σβήνουμε και αποσιωπούμε, καταδικάζουμε σε λήθη κι εξαφάνιση, οτιδήποτε δεν συμβαδίζει με την εκάστοτε εξουσία.

Το μνημείο όμως παραμένει εκεί, στο πιο εντυπωσιακό σημείο της πόλης και η μεγαλοπρέπεια του δεν αλλάζει. Μία διάθεση νοσταλγική τυλίγει το βλέμμα μας καθώς κοιτάμε προς τα δυτικά, εκεί όπου τα σύννεφα ταξιδεύουν σε αποχρώσεις του κόκκινου. Αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε μία από τις ομορφότερες πόλεις της Μεσογείου και σε μία από τις πιο ιστορικές τοποθεσίες της, σε έναν τόπο που πλάθει παραμύθια, σε ένα μέρος που κρύβει φαντάσματα και μυστικά, μια αρχαία πολιτεία με φορτίο μνήμης και ταυτότητα διακριτή.