Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση και την πολυπολιτισμικότητα, οι ξένες προφορές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής επικοινωνίας. Ωστόσο, η επίδρασή τους στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα μηνύματα είναι πολύ πιο σύνθετη από ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Ads

Ας εξετάσουμε ένα καθημερινό παράδειγμα: Έχετε καλέσει για δείπνο έναν φίλο σας, που συμβαίνει να μην είναι φυσικός ομιλητής της μητρικής σας γλώσσας σας. Κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος, αφαιρείστε και το φαγητό καίγεται. Ο φίλος σας, προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, σχολιάζει ειρωνικά: «Ουάου! Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο καλός μάγειρας!» Αυτό που για έναν φυσικό ομιλητή θα ήταν προφανής και σε έναν βαθμό καλοδεχούμενη ειρωνεία, μπορεί να μετατραπεί σε πηγή παρεξήγησης όταν προέρχεται από κάποιον με ξένη προφορά.

Ads

Είναι ένα τυπικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης, που «τεστάρει» όχι μόνο την επικοινωνιακή ευελιξία του καθενός από εμάς, αλλά και τον βαθμό των προκαταλήψεων ή του ρατσισμού που χαρακτηρίζουν πολλούς ανθρώπους.

Ads

Η ανάπτυξη των γλωσσικών συνηθειών ξεκινά από την πρώιμη παιδική ηλικία. Όταν οι ήχοι μιας ξένης γλώσσας – συμπεριλαμβανομένων του επιτονισμού, της μελωδίας, του ρυθμού και του τόνου – διαφέρουν έστω και ελάχιστα από τη μητρική γλώσσα του ομιλητή, η ακριβής αναπαραγωγή τους μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν η εκμάθηση της γλώσσας γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία.

Ads

Η επεξεργασία της ξένης προφοράς απαιτεί μεγαλύτερη γνωστική προσπάθεια από τον εγκέφαλό μας σε σύγκριση με μια οικεία, φυσική προφορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να νιώθουμε πιο θετικά συναισθήματα όταν ακούμε ομιλητές με φυσική προφορά. Επιπλέον, οι ακροατές τείνουν να υποθέτουν ότι οι ομιλητές με ξένη προφορά έχουν χαμηλότερη γλωσσική ικανότητα, ακόμη και όταν η γραμματική και το λεξιλόγιό τους είναι άψογα.

Πρόσφατες διαπανεπιστημιακές έρευνες (Πανεπιστήμιο Μαδρίτης σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Ράντμπουντ στην Ολλανδία) έχουν διερευνήσει πώς τα σχόλια από ξένους ομιλητές επηρεάζουν την αντίληψη της ειρωνείας. Σε ένα πείραμα, φυσικοί ομιλητές της ισπανικής γλώσσας κλήθηκαν να αξιολογήσουν την ειρωνεία και τη φιλικότητα σχολίων σε συγκεκριμένες καταστάσεις, συγκρίνοντας ομιλητές με προφορά από τη Μαδρίτη και τη Ρουμανία.

Τα αποτελέσματα, τα οποία δημοσιεύτηκαν εν εκτάσει στον ιστότοπο κοινωνικών επιστημών (και εκδοτικό οίκο) Taylor & Francis, επιβεβαίωσαν ότι η ειρωνεία γίνεται αντιληπτή ως πιο αδύναμη όταν προέρχεται από άτομο με ξένη προφορά. Με άλλα λόγια, τα σχόλια των ξένων ομιλητών ερμηνεύονται πιο κυριολεκτικά. Επιπλέον, οι αντιδράσεις σε αυτά τα σχόλια αξιολογήθηκαν ως λιγότερο αρμόζουσες, υποδεικνύοντας μια διαταραχή στην κοινωνική αλληλεπίδραση.


Οι κοινωνικές συνέπειες αυτού του φαινομένου είναι εκτεταμένες και πολυδιάστατες. Στον εργασιακό χώρο, οι εργαζόμενοι με ξένη προφορά συχνά θεωρούνται λιγότερο ικανοί από τους φυσικούς ομιλητές, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τις επαγγελματικές τους ευκαιρίες.

Στον ακαδημαϊκό χώρο, καθηγητές με ξένη προφορά λαμβάνουν χαμηλότερες αξιολογήσεις διδασκαλίας, ακόμη και όταν το περιεχόμενο των μαθημάτων τους είναι σαφές. Οι φοιτητές είναι πιο πιθανό να παρερμηνεύσουν σύνθετες ή αφηρημένες έννοιες όταν αυτές παρουσιάζονται από μη φυσικό ομιλητή.

Στο νομικό πλαίσιο, τα άτομα με ξένη προφορά αντιμετωπίζουν επίσης μειονεκτήματα. Είναι πιο πιθανό να θεωρηθούν ένοχοι και να λάβουν αυστηρότερες ποινές για παρόμοια αδικήματα. Επιπλέον, η αξιοπιστία τους ως μάρτυρες συχνά αμφισβητείται.

Η αντιμετώπιση αυτών των προκαταλήψεων απαιτεί πολύπλευρη προσέγγιση. Η έκθεση σε ξένες προφορές έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει την κατανόηση και βοηθά στη μείωση των προκαταλήψεων. Με την απλή έκθεση, ο εγκέφαλος μπορεί να «συντονιστεί» με διαφορετικές προφορές, μειώνοντας σταδιακά την επιπλέον γνωστική προσπάθεια που απαιτείται αρχικά.

Οι πολιτικές που προωθούν τη γλωσσική συμπερίληψη μπορούν να βοηθήσουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων και στη δημιουργία πιο ισότιμων ευκαιριών. Τα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει επίσης να απεικονίζουν τους ομιλητές με ξένη προφορά με μη στερεοτυπικό τρόπο, ενθαρρύνοντας την αποδοχή και την κατανόηση.

Η εκπαίδευση παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναδιαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων. Ο θεμελιώδης στόχος είναι να αναγνωρίσουμε ότι οι ξένες προφορές αποτελούν μέρος της ταυτότητας του ομιλητή, όχι ελάττωμα, και είναι φυσική συνέπεια του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας.

Η αλλαγή, ωστόσο, δεν χρειάζεται να προέρχεται μόνο από θεσμούς. Ως μέλη της κοινωνίας μπορούμε να συμβάλουμε στην αλλαγή στην καθημερινή μας ζωή ακολουθώντας έναν απλό κανόνα: να εστιάζουμε στο τι λέει κάποιος, και όχι στον τρόπο που ακούγεται.