Η μάχη ενάντια στη νόσο Αλτσχάιμερ έχει εισέλθει σε μια νέα, ελπιδοφόρα εποχή. Μετά από δεκαετίες απογοητεύσεων και αδιεξόδων, η επιστημονική κοινότητα βλέπει για πρώτη φορά σημάδια πραγματικής προόδου. Νέα φάρμακα που επιβραδύνουν —έστω και ελαφρά— την εξέλιξη της νόσου και βιοδείκτες που επιτρέπουν την πρώιμη διάγνωση, συνθέτουν ένα σκηνικό ριζικής αλλαγής στη μελέτη και την αντιμετώπιση μιας ασθένειας που πλήττει πάνω από 50 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

Ads

Σύμφωνα με τον νευρολόγο Χουάν Φορτέα, επικεφαλής της ομάδας Νευροβιολογίας της Άνοιας στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Sant Pau της Βαρκελώνης, «βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής». Όπως διευκρινίζει, δεν πρόκειται για ίαση, αλλά «για την πρώτη φορά στην ιστορία που καταφέραμε να επιβραδύνουμε την πορεία της νόσου».

Ads

Τα φάρμακα που φέρνουν την αλλαγή

Η μεγάλη ανατροπή οφείλεται σε μια νέα γενιά φαρμάκων που στοχεύουν στην απομάκρυνση της πρωτεΐνης βήτα-αμυλοειδούς, η οποία συσσωρεύεται στον εγκέφαλο και θεωρείται βασικός παράγοντας για την εκδήλωση της νόσου. Δύο από αυτά, το lecanemab και το donanemab, έχουν εγκριθεί ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φαρμάκων (EMA) έχει εγκρίνει το πρώτο και αξιολογεί το δεύτερο.

Ads

Στις κλινικές δοκιμές, το lecanemab επιβράδυνε την εξέλιξη της νόσου κατά 27% και το donanemab κατά 35%. Παρότι αυτά τα ποσοστά ακούγονται μικρά, μεταφράζονται —όπως εξηγεί ο Φορτέα— σε έξι επιπλέον μήνες λειτουργικής αυτονομίας για τον ασθενή μέσα σε διάστημα 18 μηνών θεραπείας.

Ads

«Οι ασθενείς επιδεινώνονται πιο αργά· αυτό σημαίνει περισσότερος χρόνος με καλύτερη ποιότητα ζωής», σημειώνει.

Ωστόσο, η αισιοδοξία συνοδεύεται από έντονη συζήτηση. Τα φάρμακα είναι ακριβά —περίπου 25.000 δολάρια ετησίως ανά ασθενή— και συνδέονται με πιθανές παρενέργειες, όπως εγκεφαλικές αιμορραγίες. Επιπλέον, απευθύνονται μόνο σε ασθενείς στα πολύ πρώιμα στάδια της νόσου, με συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά.

Μια επιστημονική και κοινωνική αντιπαράθεση

Η δημοσίευση σειράς άρθρων στο The Lancet ανέδειξε όχι μόνο τις επιστημονικές προόδους, αλλά και τη διχογνωμία γύρω από τα νέα φάρμακα. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι τα οφέλη τους είναι μετριοπαθή σε σχέση με το κόστος και τον κίνδυνο παρενεργειών. Άλλοι τονίζουν ότι η σύγκριση με βιολογικά φάρμακα άλλων παθήσεων (όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα ή η πολλαπλή σκλήρυνση) δείχνει παρόμοια επίπεδα αποτελεσματικότητας και κινδύνου.

Ο νευρολόγος Νταβίντ Πέρες, από το νοσοκομείο «12 de Octubre» της Μαδρίτης, υπογραμμίζει πως η ιστορία των αποτυχιών στην ανάπτυξη φαρμάκων για το Αλτσχάιμερ έχει καλλιεργήσει «ένα κλίμα δυσπιστίας και επιστημονικού σκεπτικισμού». Η υπόθεση του aducanumab, ενός φαρμάκου που εγκρίθηκε στις ΗΠΑ υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες και αποσύρθηκε αργότερα, ενίσχυσε αυτή την καχυποψία.

Παράλληλα, κοινωνικοί παράγοντες όπως ο ηλικιακός ρατσισμός  και ο ιατρικός μηδενισμός συμβάλλουν στο πρόβλημα. Όπως επισημαίνει ο Αλμπέρτ Λεό, επικεφαλής Νευρολογίας στο «Sant Pau», «πολλοί θεωρούν τα συμπτώματα του Αλτσχάιμερ ως φυσιολογικό μέρος του γήρατος, ενώ οι ηλικιωμένοι ασθενείς συχνά δεν έχουν φωνή να απαιτήσουν θεραπείες».


Η διαγνωστική επανάσταση

Η θεραπευτική πρόοδος είναι μόνο η μισή εικόνα. Η άλλη αφορά τη διάγνωση, όπου τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία. Οι επιστήμονες αναπτύσσουν βιοδείκτες πλάσματος, δηλαδή αιματολογικές εξετάσεις που μπορούν να εντοπίσουν βιοχημικά ίχνη της νόσου πριν καν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.

«Είναι μια διαγνωστική επανάσταση», λέει ο Φορτέα. «Σήμερα μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες που σχετίζονται με το Αλτσχάιμερ σε ανθρώπους που είναι γνωστικά υγιείς». Παρότι δεν υπάρχει ακόμη τρόπος να προβλεφθεί με βεβαιότητα αν και πότε θα εκδηλωθεί η νόσος, οι κλινικές δοκιμές που θα ολοκληρωθούν το 2027 ενδέχεται να δείξουν ότι η προληπτική απομάκρυνση της αμυλοειδούς πρωτεΐνης μπορεί να καθυστερήσει την έναρξή της.

Πρόληψη και τρόπος ζωής

Η επιστημονική κοινότητα στρέφει επίσης το ενδιαφέρον της στην πρόληψη. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο The Lancet, η αποφυγή 14 παραγόντων κινδύνου —όπως το κάπνισμα, η υπέρταση, η καθιστική ζωή και η ατμοσφαιρική ρύπανση— θα μπορούσε να αποτρέψει σχεδόν το 50% των περιπτώσεων άνοιας.

Η ερευνήτρια Eider Arenaza-Urquijo από το Ινστιτούτο ISGlobal επισημαίνει ότι «οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, όπως η σωματική άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή και η κοινωνική δραστηριότητα, μπορούν να επιβραδύνουν την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών».

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας σταδιακής, αλλά ιστορικής αλλαγής. Η νόσος Αλτσχάιμερ δεν θεραπεύεται ακόμα, αλλά επιτέλους επιβραδύνεται. Και αυτή η μικρή επιβράδυνση ισοδυναμεί με χρόνο: περισσότερο χρόνο για ζωή, μνήμη και αξιοπρέπεια. Όπως λέει ο Φορτέα, «σε πέντε χρόνια η ασθένεια μπορεί να είναι αγνώριστη, από την άποψη του πώς τη διαγιγνώσκουμε, την προλαμβάνουμε και την αντιμετωπίζουμε».