Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Σε μια παρέα, κάποιοι γεμίζουν τσιμπήματα, ενώ οι υπόλοιποι μοιάζουν να περνούν απαρατήρητοι από τα κουνούπια.

Ads

Είναι επιστημονική αλήθεια ότι υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά προσελκύουν περισσότερο αυτά τα έντομα;

Ads

Η επιστήμη δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση: ναι, ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο ελκυστικοί για τα κουνούπια, αλλά οι λόγοι δεν έχουν καμία σχέση με τον διαδεδομένο μύθο περί «γλυκοαίματων».

Ads

Ο μύθος

Πολλοί πιστεύουν ότι όσοι έχουν περισσότερο σάκχαρο στο αίμα δέχονται περισσότερα τσιμπήματα. Ωστόσο, αυτή η θεωρία δεν έχει καμία επιστημονική βάση. Τα κουνούπια δεν γνωρίζουν τη σύσταση του αίματός μας πριν μας τσιμπήσουν, επομένως δεν μπορούν να επιλέξουν κάποιον με βάση την περιεκτικότητα του αίματός του σε ζάχαρη.

Ads

Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις ότι η κατανάλωση σκόρδου, μπανάνας ή βιταμίνης Β απωθεί τα κουνούπια, παρά τις σχετικές λαϊκές δοξασίες.

Τα κουνούπια διαθέτουν ένα εξαιρετικά εξελιγμένο σύστημα εντοπισμού του θύματος. Δεν βασίζονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά συνδυάζουν πολλές πληροφορίες καθώς πλησιάζουν τον στόχο τους.

Το πρώτο σήμα είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) που εκπνέουμε. Το αέριο αυτό μπορεί να ανιχνευθεί από αρκετές δεκάδες μέτρα μακριά και λειτουργεί σαν ένας «φάρος» που οδηγεί το έντομο προς τον άνθρωπο.

Η ποσότητα του CO₂ δεν είναι ίδια για όλους. Αυξάνεται, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης, μετά την κατανάλωση αλκοόλ ή στην εγκυμοσύνη, γεγονός που μπορεί να κάνει κάποιον πιο ελκυστικό στα κουνούπια.

Διαβάστε: Κουνούπια / Πέντε πρακτικές για να τα αποφύγετε

Τα χρώματα και η θερμοκρασία του σώματος

Καθώς το κουνούπι πλησιάζει, χρησιμοποιεί και την όρασή του. Τα σκούρα ρούχα ξεχωρίζουν περισσότερο στο περιβάλλον και προσελκύουν ευκολότερα την προσοχή του, ενώ τα ανοιχτόχρωμα λειτουργούν πιο προστατευτικά.

Παράλληλα, τα έντομα διαθέτουν θερμοϋποδοχείς στις κεραίες τους και μπορούν να εντοπίζουν τη θερμότητα του ανθρώπινου σώματος. Ακόμη και μικρές διαφορές στη θερμοκρασία του δέρματος αρκούν για να κάνουν κάποιον πιο εύκολο στόχο.

Για τον λόγο αυτό τα κουνούπια προτιμούν συχνά περιοχές όπως ο λαιμός και οι αστράγαλοι, όπου η θερμοκρασία είναι υψηλότερη.

Η μοναδική μυρωδιά κάθε ανθρώπου

Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας που τα έλκει είναι η ιδιαίτερη οσμή που εκπέμπει το δέρμα μας.

Το ανθρώπινο σώμα παράγει διάφορες χημικές ουσίες μέσω του σμήγματος και του ιδρώτα. Οι ουσίες αυτές μετατρέπονται από τα φυσιολογικά βακτήρια που ζουν στην επιδερμίδα σε πτητικές ενώσεις με χαρακτηριστική μυρωδιά.

Κάθε άνθρωπος διαθέτει διαφορετικό μικροβίωμα, δηλαδή διαφορετική σύνθεση μικροοργανισμών στο δέρμα του. Έτσι δημιουργείται μια μοναδική «χημική υπογραφή», την οποία τα κουνούπια μπορούν να αναγνωρίσουν με εντυπωσιακή ακρίβεια.

Γι’ αυτό δύο άνθρωποι που κάθονται δίπλα-δίπλα μπορεί να αντιμετωπίζονται εντελώς διαφορετικά από το ίδιο κουνούπι.

Παίζει ρόλο η ομάδα αίματος;

Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι και η ομάδα αίματος επηρεάζει την ελκυστικότητα, σύμφωνα με το The Conversation.

Ειδικότερα, άτομα με ομάδα αίματος Ο φαίνεται να τσιμπιούνται συχνότερα από ορισμένα είδη κουνουπιών. Η εξήγηση πιθανόν βρίσκεται σε συγκεκριμένους χημικούς δείκτες που εκκρίνονται μέσω του ιδρώτα και της επιφάνειας του δέρματος, δημιουργώντας ένα πιο ελκυστικό οσφρητικό σήμα.

Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα αίματος αποτελεί μόνο έναν από τους πολλούς παράγοντες και δεν καθορίζει από μόνη της πόσο συχνά θα μας τσιμπήσουν.

Γιατί κάποιοι υποφέρουν περισσότερο

Δεν έχει σημασία μόνο πόσα τσιμπήματα δεχόμαστε, αλλά και πώς αντιδρά ο οργανισμός μας.

Κατά το τσίμπημα, το κουνούπι εγχέει σάλιο που περιέχει αντιπηκτικές πρωτεΐνες. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα τις αναγνωρίζει ως ξένες ουσίες και απελευθερώνει ισταμίνη, προκαλώντας κοκκίνισμα, πρήξιμο και έντονη φαγούρα.

Η ένταση αυτής της αντίδρασης διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κάποιοι εμφανίζουν μεγάλα εξογκώματα ακόμη και μετά από ένα μόνο τσίμπημα, ενώ άλλοι σχεδόν δεν αντιλαμβάνονται ότι τσιμπήθηκαν.

Η ευαισθησία αυτή μεταβάλλεται και με την ηλικία. Τα παιδιά παρουσιάζουν συνήθως πιο έντονες αντιδράσεις, επειδή ο οργανισμός τους δεν έχει ακόμη εξοικειωθεί με τις πρωτεΐνες του σάλιου των κουνουπιών. Αντίθετα, άνθρωποι που ζουν για χρόνια σε περιοχές με πολλούς πληθυσμούς κουνουπιών μπορεί να αναπτύξουν σταδιακά μια σχετική ανοχή.

Πώς μπορούμε να προστατευτούμε

Παρότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη χημεία του σώματός μας, μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά τον κίνδυνο.

Οι ειδικοί συνιστούν τη χρήση αντικουνουπικών, την τοποθέτηση σιτών στα παράθυρα, τη χρήση φαρδιών και ανοιχτόχρωμων ρούχων και, κυρίως, την απομάκρυνση στάσιμων νερών από αυλές, γλάστρες και δοχεία, καθώς εκεί γεννούν τα αυγά τους τα κουνούπια.