Κάποια μέρη των φρούτων και των λαχανικών που καταλήγουν καθημερινά στον κάδο απορριμμάτων περιέχουν πολύ περισσότερες φυτικές ίνες από όσο γνωρίζει ο μέσος άνθρωπος.

Ads

Νέα μελέτη του King’s College London δείχνει ότι φλούδες, σπόροι, κοτσάνια και άλλα υπολείμματα έχουν σημαντική διατροφική αξία, ανοίγοντας τη συζήτηση για έναν διαφορετικό τρόπο αξιοποίησης των τροφίμων, που θα μπορούσε να ωφελήσει τόσο τη διατροφή μας όσο και το περιβάλλον.

Ads

Από τη φλούδα του καρπουζιού μέχρι τον πυρήνα του ανανά και τους σπόρους της κολοκύθας, οι επιστήμονες εντόπισαν αξιοσημείωτες ποσότητες φυτικών ινών σε τμήματα που συνήθως αφαιρούνται κατά την προετοιμασία του φαγητού.

Ads

Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση φυτικών ινών παραμένει χαμηλότερη από τα συνιστώμενα επίπεδα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, ενώ μεγάλες ποσότητες τροφίμων εξακολουθούν να σπαταλώνται ασκόπως, υπογραμμίζει η δημοσιευμένη περίληψη της μελέτης στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Food Sciences and Nutrition.

Ads

Η ερευνητική ομάδα εξέτασε κατά πόσο η καλύτερη αξιοποίηση των βρώσιμων τμημάτων των φυτών θα μπορούσε να προσφέρει μια πρακτική λύση και στα δύο προβλήματα.

Έως και 453,7% περισσότερες φυτικές ίνες στα μέρη που πετάμε

Οι επιστήμονες ανέλυσαν 12 συνηθισμένα φρούτα και λαχανικά, μεταξύ των οποίων ανανά, καρπούζι, κολοκύθα butternut, μπρόκολο και πιπεριές.

Συγκρίνοντας τα τμήματα που καταναλώνονται συνήθως με εκείνα που απορρίπτονται, διαπίστωσαν ότι οι φλούδες, οι σπόροι, τα κοτσάνια και οι πυρήνες μπορούσαν να παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες.

Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στον ανανά.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η φλούδα και ο πυρήνας του περιείχαν 453,7% περισσότερες φυτικές ίνες σε σύγκριση με τη σάρκα του φρούτου.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή απόκλιση, που δείχνει πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η θρεπτική σύσταση των επιμέρους τμημάτων του ίδιου τροφίμου.

Η υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, πάντως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι όλα αυτά τα μέρη μπορούν ή πρέπει να καταναλώνονται όπως είναι. Η ασφάλεια, η υφή και ο τρόπος προετοιμασίας τους αποτελούν ξεχωριστά ζητήματα που χρειάζονται αξιολόγηση.

Κολοκύθα και καρπούζι: Τι έδειξαν οι μετρήσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν και τα αποτελέσματα για την κολοκύθα butternut.

Η φλούδα και οι σπόροι της περιείχαν 9,25 γραμμάρια φυτικών ινών ανά 100 γραμμάρια, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο της ημερήσιας πρόσληψης των 30 γραμμαρίων που συνιστάται στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην περίπτωση του καρπουζιού, η φλούδα περιείχε 2,10 γραμμάρια φυτικών ινών ανά 100 γραμμάρια.

Η ποσότητα αυτή είναι περίπου αντίστοιχη με τις φυτικές ίνες που περιέχει μία φέτα ψωμί ολικής άλεσης.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ακόμη και μέρη τροφίμων τα οποία δεν θεωρούμε ιδιαίτερα χρήσιμα μπορεί να αποτελούν αξιόλογες πηγές φυτικών ινών.

Ένα ακόμη εύρημα αφορά την ποσότητα των υλικών που απορρίπτονται: σύμφωνα με τους ερευνητές, τα τμήματα που συνήθως αφαιρούνται αντιπροσωπεύουν το 25% έως 48% του συνολικού βάρους των φρούτων και των λαχανικών που εξετάστηκαν.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της πρώτης ύλης δεν αξιοποιείται στη διατροφή, παρότι ορισμένα από αυτά τα τμήματα διαθέτουν θρεπτικά συστατικά.

Η φιλοσοφία «root-to-tip»: Αξιοποίηση του φυτού από τη ρίζα έως την κορυφή

Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται η διατροφική προσέγγιση «root-to-tip», η οποία βασίζεται στην αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων βρώσιμων μερών ενός φυτού.

Η λογική της είναι απλή – αντί να περιοριζόμαστε αποκλειστικά στα τμήματα που έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε, μπορούμε να εξετάζουμε αν κάποια από τα υπόλοιπα μπορούν να ενσωματωθούν με ασφάλεια στην καθημερινή μαγειρική.

Η πρακτική αυτή θα μπορούσε να περιορίσει τη σπατάλη τροφίμων και, ταυτόχρονα, να αυξήσει την ποσότητα φυτικών ινών που λαμβάνουμε.

Οι επιστήμονες, ωστόσο, διευκρινίζουν ότι δεν προτείνουν την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων από φλούδες ή σπόρους μόνο και μόνο για την επίτευξη συγκεκριμένων διατροφικών στόχων.

«Σημαντικό είναι να διευκρινιστεί ότι δεν ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να καταναλώνουν 100 γραμμάρια φλούδας και σπόρων κολοκύθας butternut για να αυξήσουν την πρόσληψη φυτικών ινών», επισημαίνουν.

Αντίθετα, το ζητούμενο είναι η πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των κατάλληλων βρώσιμων τμημάτων των τροφίμων, μέσα από μικρές και ρεαλιστικές αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες.

«Αξιοποιώντας καλύτερα τα μέρη των φρούτων και των λαχανικών που συχνά παραβλέπουμε στα καθημερινά γεύματα, μπορούμε να αυξήσουμε την πρόσληψη φυτικών ινών με έναν απλό και βιώσιμο τρόπο», αναφέρουν οι ερευνητές.

Γιατί οι φυτικές ίνες είναι τόσο σημαντικές για την υγεία

Οι φυτικές ίνες αποτελούν βασικό συστατικό μιας ισορροπημένης διατροφής, καθώς συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος.

Η επαρκής πρόσληψή τους συνδέεται επίσης με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, διαβήτη τύπου 2 και ορισμένων μορφών καρκίνου.

Παρά τη σημασία τους, η κατανάλωσή τους εξακολουθεί να υπολείπεται των διατροφικών συστάσεων σε πολλές χώρες.

Για τους ερευνητές, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος να εξεταστούν τρόποι αύξησης της πρόσληψής τους χωρίς να απαιτούνται απαραίτητα μεγάλες αλλαγές στο καθημερινό διαιτολόγιο.

Η αξιοποίηση περισσότερων βρώσιμων τμημάτων των φρούτων και των λαχανικών θα μπορούσε να αποτελέσει μία τέτοια δυνατότητα, εφόσον αποδειχθεί ότι είναι πρακτική, ασφαλής και διατροφικά ωφέλιμη.


Οι κίνδυνοι που πρέπει να εξεταστούν πριν αλλάξουμε συνήθειες

Παρά τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η μελέτη δεν αποτελεί γενική σύσταση για κατανάλωση όλων των φλουδών, των σπόρων ή των άλλων τμημάτων που απορρίπτονται.

Ορισμένα φυτικά μέρη μπορεί να μην είναι κατάλληλα για κατανάλωση, ενώ άλλα ενδέχεται να απαιτούν συγκεκριμένη επεξεργασία ή προετοιμασία.

Η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι χρειάζεται να αξιολογηθούν πιθανοί κίνδυνοι από την αυξημένη κατανάλωση τέτοιων συστατικών.

Μεταξύ των ζητημάτων που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση περιλαμβάνονται:

  • Υπολείμματα φυτοφαρμάκων, τα οποία μπορεί να υπάρχουν στην επιφάνεια των προϊόντων
  • Βαρέα μέταλλα, που ενδέχεται να συσσωρεύονται σε ορισμένα φυτικά μέρη
  • Φυσικά απαντώμενες τοξικές ενώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι επιβλαβείς σε συγκεκριμένες ποσότητες
  • Ουσίες με αντιθρεπτική δράση, που ενδέχεται να επηρεάζουν την αξιοποίηση θρεπτικών συστατικών από τον οργανισμό

Όπως εξηγούν οι συγγραφείς, οι επόμενες μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν τις πιθανές ανεπιθύμητες συνέπειες της προσέγγισης «root-to-tip», ιδιαίτερα όταν αυξάνεται η πρόσληψη φυτικών ουσιών που ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιδράσεις πέρα από ορισμένα όρια.

Η διαπίστωση ότι ένα τμήμα φυτού περιέχει πολλές φυτικές ίνες δεν αρκεί, επομένως, για να χαρακτηριστεί κατάλληλο για συστηματική κατανάλωση.

Τι δεν έχει αποδείξει ακόμη η μελέτη

Οι ίδιοι οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι τα ευρήματά τους συνοδεύονται από περιορισμούς.

Καταρχάς, εξετάστηκαν μόνο 12 είδη φρούτων και λαχανικών, γεγονός που δεν επιτρέπει την αυτόματη γενίκευση των αποτελεσμάτων σε όλα τα φυτικά τρόφιμα.

Επιπλέον, οι μέθοδοι ανάλυσης και οι ιδιαιτερότητες των επιμέρους προϊόντων πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία των μετρήσεων.

Το σημαντικότερο είναι ότι η έρευνα κατέγραψε την περιεκτικότητα των εξεταζόμενων τμημάτων σε φυτικές ίνες, αλλά δεν μελέτησε αν η κατανάλωσή τους βελτιώνει πράγματι την υγεία των ανθρώπων.

Δεν έχει επίσης προσδιοριστεί με ακρίβεια πόσο θα μπορούσε να αυξηθεί η συνολική ημερήσια πρόσληψη φυτικών ινών μέσα από την πρακτική αυτή, όταν εφαρμόζεται σε πραγματικές συνθήκες διατροφής.

Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, θα χρειαστούν πρόσθετες έρευνες που θα εξετάσουν τόσο τα πιθανά οφέλη όσο και την ασφάλεια της κατανάλωσης.

Λιγότερη σπατάλη, καλύτερη αξιοποίηση των τροφίμων

Πέρα από τη διατροφική διάσταση, η μελέτη αναδεικνύει και ένα ευρύτερο περιβαλλοντικό ζήτημα: τη μεγάλη ποσότητα φυτικών τροφίμων που απορρίπτεται καθημερινά κατά την προετοιμασία των γευμάτων.

Εάν ορισμένα από αυτά τα τμήματα μπορούν να αξιοποιηθούν με ασφάλεια, θα μπορούσε να περιοριστεί η ποσότητα οργανικών απορριμμάτων και να χρησιμοποιείται αποτελεσματικότερα η τροφή που ήδη παράγεται.

Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι μια τέτοια αλλαγή δεν χρειάζεται να ανατρέψει τις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών.

Αντίθετα, προτείνουν να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα μέρη των φρούτων και των λαχανικών που θεωρούμε αυτομάτως άχρηστα.

Το βασικό μήνυμα της έρευνας δεν είναι ότι πρέπει να τρώμε ό,τι μέχρι σήμερα πετούσαμε, αλλά ότι ορισμένα από αυτά τα υλικά αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή.