Η σύγχρονη καθημερινότητα μοιάζει να στηρίζεται σε μια απλή υπόσχεση – όσο περισσότερες επιλογές έχουμε στη διάθεσή μας, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να βρούμε το καλύτερο.
Μόνο που, σύμφωνα με τους επιστήμονες που μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά, συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Η αδιάκοπη διεύρυνση των επιλογών – από τις αγορές και την ψυχαγωγία μέχρι την κοινωνική ζωή και τις προσωπικές σχέσεις – μπορεί να μας προκαλεί μεγαλύτερη ανασφάλεια, να δυσκολεύει τις αποφάσεις μας και, παραδόξως, να μας αφήνει λιγότερο ικανοποιημένους ακόμη και όταν τελικά επιλέγουμε κάτι καλό, τονίζει το Associated Press σε ειδικό ρεπορτάζ.
Η αντίληψη ότι «περισσότερες επιλογές σημαίνουν περισσότερη ελευθερία» είναι βαθιά ριζωμένη στον δυτικό τρόπο ζωής. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Μπάρι Σβαρτς, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας στο Swarthmore College και συγγραφέας του βιβλίου The Paradox of Choice, ένας μεγάλος όγκος ερευνητικών δεδομένων δείχνει ότι η υπερβολή μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος μας.
«Έχουν πραγματοποιηθεί εκατοντάδες μελέτες που δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα ακόμη και από κάτι καλό», επισημαίνει.
Η πρακτική συμβουλή του είναι απλή – όσο είναι δυνατόν, περιορίστε τον αριθμό των αποφάσεων που χρειάζεται να παίρνετε. Ο εγκέφαλός σας πιθανότατα θα σας ευγνωμονεί.
Όταν οι πολλές επιλογές αντί να βοηθούν, μπερδεύουν
Ο Σβαρτς παραπέμπει σε αρκετές περιπτώσεις στις οποίες η αύξηση των διαθέσιμων εναλλακτικών δεν οδήγησε τους ανθρώπους σε καλύτερες αποφάσεις, αλλά στην αδράνεια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τα προγράμματα συνταγογραφούμενων φαρμάκων Medicare Part D στις ΗΠΑ, καθώςστις πολιτείες όπου οι πολίτες είχαν περισσότερα προγράμματα από τα οποία μπορούσαν να επιλέξουν, ήταν λιγότερο πιθανό να καταλήξουν τελικά σε κάποιο από αυτά.
Αντίστοιχη συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί και στα συνταξιοδοτικά επενδυτικά προγράμματα 401k (το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων που χρηματοδοτείται από τους εργοδότες στις ΗΠΑ). Όσο περισσότερες επενδυτικές επιλογές προσέφερε μια επιχείρηση, τόσο μειωνόταν η πιθανότητα να εγγραφούν οι εργαζόμενοί της – ακόμη και όταν η εταιρεία προσέφερε δική της οικονομική συμμετοχή.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται ακόμη και σε πολύ πιο ασήμαντες αποφάσεις της καθημερινότητας.
Σε μια από τις πιο γνωστές μελέτες πάνω στο συγκεκριμένο φαινόμενο, πελάτες ενός καταστήματος εκλεκτών τροφίμων αγόραζαν περισσότερα βαζάκια χειροποίητης μαρμελάδας όταν καλούνταν να διαλέξουν ανάμεσα σε έξι γεύσεις, παρά όταν βρίσκονταν μπροστά σε 24 διαφορετικές επιλογές.
Σε μεταγενέστερη έρευνα, φοιτητές ήταν επίσης πιθανότερο να ολοκληρώσουν μια προαιρετική εργασία για επιπλέον βαθμολογία όταν μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ έξι θεμάτων αντί για 30.
Ο Σβαρτς προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, εξετάζοντας όχι μόνο τι επιλέγουν οι άνθρωποι, αλλά και πώς αισθάνονται όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτή την πληθώρα δυνατοτήτων.
«Αντί όλη αυτή η δυνατότητα επιλογής να σε απελευθερώνει, σε παραλύει», λέει. «Μπορείς να κάνεις οτιδήποτε, αλλά δεν μπορείς να αποφασίσεις ποιο από όλα αυτά τα πράγματα πρέπει να κάνεις».
Υπάρχει και μια δεύτερη παγίδα: Όσο περισσότερες είναι οι διαθέσιμες επιλογές, τόσο περισσότερα είναι και τα πιθανά σενάρια μιας λανθασμένης απόφασης.
Και όταν τελικά καταλήξουμε κάπου, μπορεί να δυσκολευόμαστε να απολαύσουμε ακόμη και μια αντικειμενικά καλή επιλογή, επειδή παραμένει η σκέψη ότι ίσως κάποια από τις εναλλακτικές ήταν καλύτερη.
Η παγίδα της «τέλειας» επιλογής
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο για εκείνους που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «maximizers»: ανθρώπους που δεν αναζητούν απλώς μια ικανοποιητική λύση, αλλά αισθάνονται ότι πρέπει κάθε φορά να εντοπίζουν την απολύτως καλύτερη.
«Οι άνθρωποι που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της επιλογής υποφέρουν ιδιαίτερα από τον πολλαπλασιασμό των διαθέσιμων εναλλακτικών», εξηγεί ο Σβαρτς. «Τίποτα λιγότερο από το καλύτερο δεν τους αρκεί».
Αυτό, βέβαια, δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους ούτε για κάθε απόφαση. Ένας λάτρης των αυτοκινήτων, για παράδειγμα, μπορεί να απολαμβάνει πραγματικά το να εξετάζει δεκάδες τεχνικές λεπτομέρειες και διαφορετικές εκδόσεις πριν αγοράσει το επόμενο αυτοκίνητό του.
«Δεν αισθάνεσαι όμως έτσι όταν πρόκειται να αγοράσεις μαρμελάδα», παρατηρεί ο Σβαρτς.
Γιατί ο εγκέφαλος αποφεύγει τις πολλές αποφάσεις
Υπάρχει και νευροψυχολογική εξήγηση για αυτή την κόπωση.
Ο Ντάνιελ Γουίλινγχαμ, καθηγητής Ψυχολογίας και ερευνητής Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, εξηγεί ότι ο εγκέφαλος είναι κατά κάποιον τρόπο σχεδιασμένος ώστε να μας απαλλάσσει από την ανάγκη να σκεφτόμαστε διαρκώς από την αρχή.
Η επίλυση ενός καινούργιου προβλήματος απαιτεί περισσότερη ενέργεια από την ανάκληση μιας ήδη γνωστής λύσης – ένας μηχανισμός που έχει βαθιές εξελικτικές ρίζες.
Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε έναν στόχο, είτε πρόκειται για κάτι άμεσο, όπως η αντίδραση απέναντι σε μια απειλή, είτε για κάτι πιο μακροπρόθεσμο, όπως η αναζήτηση καταφυγίου, ο εγκέφαλος αρχικά αναζητεί στη μνήμη του κάτι που έχει λειτουργήσει στο παρελθόν.
Μόνο εφόσον αυτό δεν επαρκεί ενεργοποιούνται περισσότερο οι μηχανισμοί επίλυσης προβλημάτων.
«Ένας άλλος τρόπος να το διατυπώσουμε είναι ότι, εάν χρειάζεται πραγματικά να σκέφτεσαι, τα πράγματα δεν εξελίσσονται πολύ καλά», λέει ο Γουίλινγχαμ.
Αυτό εξηγεί και γιατί μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας λειτουργεί σχεδόν στον «αυτόματο πιλότο».
Θεωρητικά, μέσα σε μία ημέρα έχουμε εκατοντάδες ευκαιρίες να κάνουμε κάτι διαφορετικά.
Στην πράξη, όμως, ακολουθούμε συνήθως την ίδια διαδρομή για τη δουλειά, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες συνήθειες και καταφεύγουμε σε γνώριμες λύσεις.

Τα social media ανέβασαν ακόμη περισσότερο τον πήχη
Σύμφωνα με τον Σβαρτς, στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης η πληθώρα επιλογών έχει αποκτήσει μία ακόμη διάσταση: συνδέθηκε στενά με την ταυτότητά μας και με τη συνεχή σύγκριση της ζωής μας με τις επιλογές των άλλων.
Όταν υπήρχαν ελάχιστες διαθέσιμες μάρκες τζιν, κανείς δεν περίμενε απαραίτητα ότι το παντελόνι που θα αγόραζε θα του ταίριαζε απολύτως τέλεια. Όταν όμως υπάρχουν χιλιάδες διαφορετικές επιλογές, η προσδοκία αλλάζει.
«Όταν το μόνο που έχεις να διαλέξεις είναι Lee’s και Levi’s, κανείς δεν περιμένει ότι το τζιν που θα αγοράσει θα εφαρμόζει τέλεια», λέει χαρακτηριστικά. «Όταν όμως υπάρχουν 2.000 επιλογές, τότε, διάολε, περιμένεις πράγματι το τζιν σου να εφαρμόζει τέλεια».
Η ελευθερία επιλογής μετατρέπεται έτσι εύκολα σε απαίτηση τελειότητας: αφού υπάρχουν τόσες δυνατότητες, θεωρούμε ότι οφείλουμε να εντοπίσουμε την ιδανική.
Βάλτε όρια στις επιλογές – και συνεχίστε παρακάτω
Ο Ντέιβιντ Έπσταϊν αναφέρει ότι, μετά την έρευνα για το βιβλίο του Inside the Box: How Constraints Make Us Better, άρχισε να εγκαταλείπει σταδιακά τη δική του τάση να αναζητά πάντοτε την καλύτερη δυνατή επιλογή.
Πλέον δημιουργεί ο ίδιος περιορισμούς. Όταν, για παράδειγμα, βρήκε ένα μπλουζάκι που του ταίριαζε καλά, αγόρασε δέκα ίδια σε διαφορετικά χρώματα, εξαλείφοντας έτσι μια ολόκληρη σειρά μελλοντικών αποφάσεων.
Η λογική αυτή παραπέμπει στον Χέρμπερτ Σάιμον, ψυχολόγο και βραβευμένο το 1978 με Νόμπελ Οικονομικών, ο οποίος διατηρούσε μόλις τρία σύνολα ρούχων και έτρωγε σχεδόν τα ίδια πράγματα καθημερινά.
Ο Σάιμον εισήγαγε τον όρο satisficing, συνδυάζοντας τις έννοιες του ικανοποιητικού – satisfying και του επαρκούς – sufficient – αντί να αναζητά κανείς αδιάκοπα το τέλειο, θέτει εκ των προτέρων τα κριτήρια που καθιστούν μια επιλογή αρκετά καλή και, μόλις τα βρει, προχωρά παρακάτω.
Ο Έπσταϊν εφαρμόζει αυτή την αρχή και στις διαδικτυακές αγορές. Πριν ξεκινήσει την αναζήτηση, αποφασίζει ποια ακριβώς ανάγκη θέλει να καλύψει.
«Όταν βρω κάτι που κάνει αυτό που χρειάζομαι, το αγοράζω, αντί να διαβάζω όλες τις κριτικές και να παρασύρομαι στη σκέψη: “Ναι, αλλά αυτό εδώ έχει και όλα αυτά τα επιπλέον χαρακτηριστικά”».
Δεν χρειάζεται να αποφασίζουμε τα πάντα μόνοι μας
Μια ακόμη λύση που προτείνουν ο Γουίλινγχαμ και ο Σβαρτς είναι να αναθέτουμε ορισμένες αποφάσεις σε ανθρώπους των οποίων την κρίση εμπιστευόμαστε.
Αν, για παράδειγμα, χρειαζόμαστε καινούργιο κινητό τηλέφωνο, μπορούμε να ρωτήσουμε έναν φίλο που είναι πραγματικά ευχαριστημένος με τη συσκευή του και, εφόσον καλύπτει και τις δικές μας ανάγκες, να επιλέξουμε την ίδια.
Σε σημαντικότερες και πιο σύνθετες αποφάσεις, όπως ο οικονομικός σχεδιασμός, ο Γουίλινγχαμ θεωρεί ότι συχνά είναι προτιμότερο να αξιοποιούμε την εξειδικευμένη γνώση ενός επαγγελματία, αντί να πιστεύουμε ότι μπορούμε να γίνουμε ειδικοί σε όλα.
«Αν σκέφτεσαι “είμαι έξυπνος άνθρωπος, μπορώ να το καταλάβω μόνος μου”, νομίζω ότι εννέα στις δέκα φορές κοροϊδεύεις τον εαυτό σου», λέει.
Ο Σβαρτς αναγνωρίζει ότι για όσους έχουν ήδη την τάση να υπεραναλύουν κάθε απόφαση, η αλλαγή αυτής της συμπεριφοράς δεν είναι εύκολη. Θεωρεί, ωστόσο, ότι το όφελος αξίζει την προσπάθεια.
«Με τον καιρό, αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι αποφάσεις γίνονται ευκολότερες, καταλήγεις περισσότερο ικανοποιημένος από τις επιλογές σου και, ξαφνικά, ανακαλύπτεις ότι έχεις δύο επιπλέον ώρες μέσα στην ημέρα σου», καταλήγει.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


