Το φαινόμενο ότι οι γυναίκες ζουν, κατά μέσο όρο, περισσότερα χρόνια από τους άνδρες παρατηρείται σχεδόν σε κάθε χώρα και ιστορική περίοδο. Παρότι το χάσμα μακροζωίας μεταξύ των φύλων έχει μειωθεί σε ορισμένα μέρη του κόσμου —και αυξηθεί σε άλλα— χάρη στις καλύτερες συνθήκες ζωής και τις ιατρικές εξελίξεις, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι δύσκολα θα εξαφανιστεί εντελώς.

Ads

Οι αιτίες αυτού του φαινομένου φαίνεται να είναι βαθιά ριζωμένες στην εξελικτική ιστορία των ειδών και δεν περιορίζονται μόνο στους ανθρώπους. Μελέτες δείχνουν ότι τα θηλυκά θηλαστικά ζουν κατά μέσο όρο 12% περισσότερο από τα αρσενικά — με τις στρατηγικές ζευγαρώματος να παίζουν σημαντικό ρόλο. Τα ευρήματα αυτά δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο περιοδικό Science Advances.

Ads

Ο ρόλος των χρωμοσωμάτων

Σε όλα τα θηλαστικά, από τους μπαμπουίνους και τους γορίλες μέχρι τον άνθρωπο, τα θηλυκά τείνουν να ζουν περισσότερο. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για όλα τα ζώα: σε αρκετά είδη πτηνών, εντόμων και ερπετών, τα αρσενικά είναι εκείνα που ζουν περισσότερο.

Ads

Μία από τις πιο αποδεκτές γενετικές εξηγήσεις είναι η θεωρία του «ετερογαμικού φύλου». Σύμφωνα με αυτή, η διαφορά οφείλεται στα χρωμοσώματα του φύλου. Τα θηλυκά θηλαστικά διαθέτουν δύο χρωμοσώματα Χ, ενώ τα αρσενικά ένα Χ και ένα Υ, γεγονός που τα καθιστά ετερογαμικά. Έτσι, τα θηλυκά ενδέχεται να προστατεύονται καλύτερα από βλαβερές γενετικές μεταλλάξεις χάρη στο «αντίγραφο ασφαλείας» του δεύτερου Χ χρωμοσώματος. Στα πτηνά, αντίθετα, τα θηλυκά είναι εκείνα που διαθέτουν δύο διαφορετικά χρωμοσώματα.

Ads

Για να συγκρίνουν τη μακροζωία στα θηλαστικά και στα πτηνά, οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από 1.176 είδη που ζουν σε ζωολογικούς κήπους σε όλο τον κόσμο. Τα αποτελέσματα ενίσχυσαν την υπόθεση ότι η ύπαρξη δύο ίδιων χρωμοσωμάτων (όπως τα δύο Χ στα θηλυκά) παρέχει ένα γενετικό πλεονέκτημα στη διάρκεια ζωής.

Στα θηλαστικά, το 72% των θηλυκών ζει κατά μέσο όρο 12% περισσότερο από τα αρσενικά. Αντίθετα, στα πτηνά το 68% των ειδών εμφανίζει το αντίστροφο: τα αρσενικά ζουν περίπου 5% περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν και αρκετές εξαιρέσεις.

«Ορισμένα είδη παρουσίασαν το αντίθετο από αυτό που περιμέναμε», δήλωσε η Γιοχάνα Σταρκ, συν-συγγραφέας της μελέτης και εξελικτική ανθρωπολόγος στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ στη Γερμανία. «Για παράδειγμα, σε πολλά αρπακτικά πτηνά, τα θηλυκά είναι τόσο μεγαλύτερα όσο και πιο μακρόβια από τα αρσενικά. Αυτό δείχνει ότι τα χρωμοσώματα είναι μόνο ένα μέρος της εξήγησης».


Η γενετική δεν είναι ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει τη διάρκεια ζωής αλλά και η διαδικασία αναπαραγωγής. Τα αρσενικά αναπτύσσουν χαρακτηριστικά που τα κάνουν πιο ελκυστικά — όπως έντονα χρώματα, επιδείξεις ή φωνητικές κραυγές — προκειμένου να ξεχωρίσουν. Όμως αυτά τα χαρακτηριστικά συχνά κοστίζουν σε ενέργεια και αυξάνουν την έκθεση σε κινδύνους, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής.

Στα πολυγαμικά θηλαστικά, όπου τα αρσενικά ανταγωνίζονται σκληρά για συντρόφους, πεθαίνουν συνήθως νωρίτερα από τα θηλυκά. Αντίθετα, σε πολλά μονογαμικά είδη πτηνών, όπου ο ανταγωνισμός είναι χαμηλότερος, το προσδόκιμο ζωής είναι πιο ισορροπημένο.

Η γονική φροντίδα φαίνεται επίσης να επηρεάζει τη διάρκεια ζωής. Οι ερευνητές βρήκαν ότι το φύλο που αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην ανατροφή των μικρών, ζει και περισσότερο. Στα περισσότερα θηλαστικά αυτό το ρόλο έχουν τα θηλυκά — γεγονός που πιθανότατα προσφέρει εξελικτικό πλεονέκτημα, ειδικά στα είδη με μεγάλη διάρκεια ζωής, όπως οι πίθηκοι και οι άνθρωποι.

Οι βαθιές εξελικτικές ρίζες της διαφοράς

Μια ακόμη θεωρία αφορά τις περιβαλλοντικές πιέσεις. Οι φυσικές απειλές, όπως τα αρπακτικά, οι ασθένειες ή οι ακραίες κλιματικές συνθήκες, θεωρείται ότι επηρεάζουν το χάσμα μακροζωίας μεταξύ των φύλων.

Για να το ελέγξουν, οι επιστήμονες συνέκριναν τα δεδομένα από ζώα σε άγρια φύση και σε ζωολογικούς κήπους — όπου οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι είναι περιορισμένοι. Παρότι οι διαφορές στη διάρκεια ζωής μειώνονταν στους ζωολογικούς κήπους, δεν εξαφανίζονταν εντελώς. Αυτό το εύρημα θυμίζει την ανθρώπινη πραγματικότητα: οι σύγχρονες ιατρικές και κοινωνικές εξελίξεις έχουν περιορίσει, αλλά όχι εξαλείψει, το χάσμα μακροζωίας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Τελικά, η διάρκεια ζωής δεν καθορίζεται μόνο από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, αλλά και από τα εκατομμύρια χρόνια εξελικτικής ιστορίας που κουβαλάμε μέσα μας. Και όπως όλα δείχνουν, το «χάσμα ζωής» ανάμεσα στα δύο φύλα θα μας συντροφεύει για πολύ καιρό ακόμα.