Στη Σουμάτρα μετρούν τις τίγρεις που χάνονται. Στα Σπάτα μετρούν τις καρδούλες στα social media και τα μελλοντικά έσοδα από τα εισιτήρια.

Ads

Τρεις τίγρεις της Σουμάτρας γεννήθηκαν στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο και η είδηση ακολούθησε την καθιερωμένη διαδρομή. Ανακοίνωση της επιχείρησης, χαριτωμένες φωτογραφίες, ενθουσιώδεις τίτλοι και δημοσιεύματα που παρουσίασαν τη γέννηση περίπου ως ελληνική συμβολή στη σωτηρία ενός είδους από την εξαφάνιση. Αρκούν, άλλωστε, τρία μωρά και η λέξη «σπάνια» για να πάψει η δημοσιογραφία να κάνει ερωτήσεις.

Ads

Τα μικρά εμφανίστηκαν στα πρώτα βίντεο την ώρα της κτηνιατρικής εξέτασης. Αντιστέκονται, γρυλίζουν, προσπαθούν να ξεφύγουν από τα χέρια που τα κρατούν. Οι εικόνες του φόβου τους συνοδεύονται από χαρούμενες ανακοινώσεις και υποσχέσεις για νέες «όμορφες στιγμές». Το κοινό ενθουσιάζεται και ρωτά πότε θα μπορέσει να τα επισκεφθεί.

Η διαφημιστική αποστολή εξετελέσθη. Κανείς δεν σκέφτεται ότι τα ζώα που παλεύουν να απομακρυνθούν από τους ανθρώπους προβάλλονται ακριβώς για να προσελκύσουν περισσότερους ανθρώπους. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί μια στρεσογόνα ιατρική διαδικασία πρέπει να μετατραπεί σε οπτικό προϊόν. Όταν ένα άγριο ζώο είναι μικρό, ακόμη και η αγωνία του θεωρείται χαριτωμένη.

Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι μια ιδιωτική επιχείρηση που λειτουργεί με εισιτήρια, ετήσιες κάρτες, χορηγίες και εμπορικές δραστηριότητες. Συμμετέχει ταυτόχρονα σε ευρωπαϊκά προγράμματα αναπαραγωγής απειλούμενων ειδών, ενώ οι άνθρωποι που συνδέθηκαν με τη δημιουργία του ίδρυσαν και μη κερδοσκοπικό φορέα, ο οποίος έχει δεχθεί ιδιωτικές δωρεές αλλά και δημόσια χρηματοδότηση.

Ads

Μέσα σε αυτό το ιδιόμορφο επιχειρηματικό και «φιλοπεριβαλλοντικό» οικοσύστημα, τα ζώα αναλαμβάνουν πολλούς ρόλους. Είναι εκθέματα, περιεχόμενο, εκπαιδευτικό άλλοθι, πόλος προσέλκυσης επισκεπτών και απόδειξη συμμετοχής σε προγράμματα «διατήρησης». Όλοι κερδίζουν κάτι από την παρουσία τους… Εκτός από τα ίδια.

Η τίγρη της Σουμάτρας δεν εξαφανίζεται επειδή δεν υπάρχουν αρκετές τίγρεις μέσα σε ζωολογικούς κήπους. Εξαφανίζεται επειδή οι ελεύθερες τίγρεις δεν έχουν πλέον αρκετό κόσμο για να ζήσουν. Η καταστροφή και ο κατακερματισμός των δασών, η λαθροθηρία, οι παγίδες, η μείωση της διαθέσιμης λείας και οι συγκρούσεις με τις ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν περιορίσει τον άγριο πληθυσμό σε περίπου 400 ζώα. Η επιβίωσή τους εξαρτάται από την προστασία μεγάλων δασικών εκτάσεων και όχι από την αύξηση των εκθεμάτων στην Ευρώπη.

Οι ζωολογικοί κήποι απαντούν ότι δημιουργούν έναν γενετικά ελεγχόμενο «πληθυσμό ασφαλείας», ώστε να υπάρχει στο μέλλον η δυνατότητα επανεισαγωγής του είδους στη φύση. Ακούγεται καθησυχαστικό. Μέχρι να ζητήσει κάποιος λεπτομέρειες. Σε ποια προστατευμένη περιοχή πρόκειται να απελευθερωθούν τα συγκεκριμένα ζώα; Πώς θα μάθουν να κυνηγούν; Πώς θα πάψουν να συνδέουν τον άνθρωπο με την τροφή και τη φροντίδα; Ποιος θα χρηματοδοτήσει την πολυετή προετοιμασία και παρακολούθησή τους; Πότε θα είναι έτοιμος ο βιότοπος που θα τα υποδεχθεί;

Για τα τρία τιγράκια των Σπάτων δεν υπάρχει καμία τέτοια απάντηση, επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο επανένταξης. Υπάρχει μόνο η θεωρητική πιθανότητα ότι κάποτε, υπό προϋποθέσεις που σήμερα δεν υφίστανται, ένας αιχμάλωτος πληθυσμός θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος. Η πιθανότητα αυτή μετατρέπεται σε βεβαιότητα μόνο στους τίτλους των δημοσιευμάτων.

Η αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία μπορεί να διατηρήσει ένα γενετικό απόθεμα. Δεν αποκαθιστά όμως το δάσος, δεν σταματά τη λαθροθηρία και δεν προστατεύει τις τίγρεις που αγωνίζονται σήμερα να επιβιώσουν στη Σουμάτρα. Κυρίως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα ζώα που γεννιούνται για να υπηρετήσουν αυτό το αόριστο μελλοντικό σχέδιο καταδικάζονται σε μια απολύτως συγκεκριμένη ζωή εγκλεισμού.

Οι τίγρεις είναι μοναχικά αρπακτικά που κολυμπούν, σκαρφαλώνουν, κυνηγούν και διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Ανάλογα με το φύλο, την περιοχή και τη διαθεσιμότητα τροφής, ο ζωτικός τους χώρος μπορεί να καλύπτει δεκάδες ή εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Στα δημοσιεύματα οι πληροφορίες αυτές προσφέρονται ως αξιοπερίεργα. Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον παραλογισμό καθώς πρώτα περιγράφουν ένα ζώο πλασμένο για το δάσος και αμέσως μετά πανηγυρίζουν επειδή γεννήθηκε σε έναν χώρο από τον οποίο δεν θα μπορέσει ποτέ να φύγει.

Αυτή είναι και η μεγάλη εκπαιδευτική απάτη των ζωολογικών κήπων. Δείχνουμε στα παιδιά μια φυλακισμένη τίγρη για να τους μάθουμε πώς ζουν οι τίγρεις ελεύθερες. Τους μιλάμε για την ανάγκη προστασίας της φύσης, ενώ έχουμε μπροστά τους μετατρέψει τη φύση σε συλλογή εκθεμάτων.

Τα τρία μικρά θα μεγαλώσουν. Η μητέρα τους θα πάψει κάποια στιγμή να τα ανέχεται δίπλα της, όπως συμβαίνει με τις τίγρεις στη φύση, και τότε οι άνθρωποι θα αποφασίσουν πού θα πάει το καθένα. Ίσως παραμείνουν στα Σπάτα, ίσως μεταφερθούν σε άλλους ζωολογικούς κήπους, ίσως χρησιμοποιηθούν αργότερα για την παραγωγή νέων μικρών. Η ζωή τους θα μοιραστεί σε εγκαταστάσεις, μητρώα, μεταφορικά κιβώτια και αποφάσεις διαχειριστών. Δεν θα γνωρίσουν ποτέ τον τόπο από τον οποίο πήρε το όνομά του το είδος τους. Και όταν πάψουν να είναι μικρά και φωτογενή, οι κάμερες θα αναζητήσουν τα επόμενα νεογέννητα που θα μπορούν να παρουσιαστούν ως «ελπίδα».

Η ελπίδα, όμως, δεν βρίσκεται στα κλουβιά των Σπάτων. Βρίσκεται στα δάση της Σουμάτρας, εκεί όπου κάθε τίγρη που επιβιώνει χρειάζεται χώρο, τροφή, νερό και προστασία από τον άνθρωπο. Είδος δεν είναι απλώς μια ακολουθία γονιδίων που μπορούμε να αποθηκεύσουμε πίσω από κάγκελα. Είναι το ζώο μαζί με τον τόπο, τις επιλογές και τη ζωή του. Αν χαθεί το δάσος και μείνουν μόνο οι τίγρεις των ζωολογικών κήπων, δεν θα έχουμε σώσει το είδος. Θα έχουμε διατηρήσει το έκθεμα.