Στη Σαντορίνη και στη Λίνδο της Ρόδου, χιλιάδες τουρίστες φωτογραφίζονται κάθε καλοκαίρι πάνω σε γαϊδουράκια και μουλάρια. Για τους περισσότερους αποτελεί μια «παραδοσιακή εμπειρία». Για τα ίδια τα ζώα, όμως, η καθημερινότητα μεταφράζεται σε αμέτρητες αναβάσεις, ατελείωτες καταβάσεις, ακραίες θερμοκρασίες και εξαντλητική εργασία σε απότομα λιθόστρωτα μονοπάτια.

Ads

Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή εδώ και χρόνια. Φιλοζωικές οργανώσεις, κτηνίατροι και εθελοντές καταγράφουν περιστατικά υπερφόρτωσης, εργασίας κάτω από τον καυτό ήλιο, ανεπαρκούς πρόσβασης σε νερό και σκιά και κακής μεταχείρισης ζώων που μεταφέρουν τουρίστες ή φορτία.

Ads

Οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν το 2018 στην έκδοση ειδικής εγκυκλίου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για την προστασία ιπποειδών και στην εφαρμογή Κώδικα Ορθής Πρακτικής στη Σαντορίνη, ύστερα από πίεση ελληνικών και διεθνών οργανώσεων.

Ads

Η ύπαρξη κανόνων, όμως, από μόνη της δεν εγγυάται την εφαρμογή τους

Στα σκαλιά της Σαντορίνης, εκεί όπου το βλέμμα των επισκεπτών χάνεται στην Καλντέρα, τα γαϊδουράκια συνεχίζουν να ανεβοκατεβαίνουν δεκάδες φορές την ημέρα. Το σώμα τους έχει εξελιχθεί για να διασχίζει δύσβατα μονοπάτια, όχι για να λειτουργεί σαν τουριστικό ασανσέρ.

Ads
Φωτο Unsplash

Κάθε επιπλέον κιλό, κάθε ώρα κάτω από τον ανελέητο ήλιο, κάθε διαδρομή χωρίς επαρκή ξεκούραση επιβαρύνει αρθρώσεις, οπλές, τένοντες και αναπνευστικό σύστημα. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ευζωία ενός εργαζόμενου ιπποειδούς εξαρτάται από αυστηρές προϋποθέσεις όπως περιορισμένο βάρος, συνεχή πρόσβαση σε νερό, σκιά, κτηνιατρική φροντίδα και επαρκή διαλείμματα.

Η Λίνδος κουβαλά μια αντίστοιχη πραγματικότητα. Το ανηφορικό μονοπάτι προς την Ακρόπολη μετατρέπεται κάθε καλοκαίρι σε καθημερινή δοκιμασία για δεκάδες ζώα. Εκεί, επίσης, έχουν καταγραφεί επανειλημμένες καταγγελίες για υπερβολικά φορτία και εξαντλητικές συνθήκες εργασίας.

Παράλληλα, κτηνιατρικές αποστολές αναφέρουν ότι πολλοί ιδιοκτήτες συνεργάζονται πλέον με τις φιλοζωικές οργανώσεις και αρκετά ζώα εξετάζονται τακτικά και βρίσκονται σε καλή κατάσταση, γεγονός που δείχνει ότι η βελτίωση είναι εφικτή όταν υπάρχει βούληση. Την ίδια στιγμή, κάθε περιστατικό κακομεταχείρισης υπενθυμίζει πως ο δρόμος απέχει πολύ από το τέλος.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ίσως βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στην ιδέα ότι ένα ζωντανό πλάσμα μπορεί να αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο με το γαϊδουράκι να μετατρέπεται σε μέσο μεταφοράς, σε εργαλείο κέρδους, σε σκηνικό για φωτογραφίες. Σπάνια κάποιος αναρωτιέται πόσες φορές ανέβηκε εκείνο το μονοπάτι πριν από τη δική του βόλτα. Πόσες ώρες εργάστηκε. Αν διψά. Αν πονά. Αν κουράστηκε.

Η σιωπή του παρερμηνεύεται ως αντοχή καθώς σύμφωνα με τους ειδικούς τα γαιδούρια συχνά υποφέρουν χωρίς να εκδηλώνουν έντονα συμπτώματα, μέχρι η κατάστασή τους να γίνει κρίσιμη. Αυτός είναι και ο λόγος που η αξιολόγηση της ευζωίας τους απαιτεί εξειδικευμένη παρακολούθηση και όχι απλή οπτική εκτίμηση.


Η δικαιολογία της «παράδοσης» ακούγεται όλο και πιο αδύναμη

Οι κοινωνίες εξελίσσονται όταν εγκαταλείπουν πρακτικές που προκαλούν πόνο, ακόμη κι αν κάποτε θεωρούνταν φυσιολογικές. Κανένα έθιμο, κανένα τουριστικό προϊόν και κανένα οικονομικό όφελος δεν αξίζει περισσότερο από την αξιοπρέπεια ενός ζωντανού πλάσματος. Κάθε επισκέπτης που αρνείται να ανέβει σε ένα γαϊδουράκι στέλνει ένα μήνυμα ισχυρότερο από χίλιες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Η ζήτηση είναι εκείνη που διατηρεί αυτή την αγορά ζωντανή. Όταν η ζήτηση εκλείψει, θα ανοίξει ο δρόμος για πιο ανθρώπινες και σύγχρονες λύσεις μεταφοράς, χωρίς να πληρώνουν το τίμημα τα ζώα.

Οι σκλάβοι του Αιγαίου δεν ζητούν πολλά. Λίγο νερό. Λίγη σκιά. Λίγη ξεκούραση. Και, πάνω απ’ όλα, την ελευθερία να πάψουν να αντιμετωπίζονται σαν εργαλεία του τουρισμού.

Γιατί πίσω από κάθε χαμογελαστή φωτογραφία ενός επισκέπτη, υπάρχει ένα ζώο που δεν επέλεξε ποτέ αυτή τη ζωή. Κι όσο αυτή η εικόνα συνεχίζει να θεωρείται φυσιολογική, η σιωπή τους θα παραμένει μία από τις πιο ηχηρές κραυγές που ακούγονται στο Αιγαίο.