Στην ανατολική μεριά της Ινδίας, εκεί όπου ξεκινάει η καμπύλη της όμορφης τριγωνικής χερσονήσου, κοντά στη θάλασσα της Βεγγάλης και πιο νότια από την Καλκούτα, ρέει ένας μεγάλος και ιστορικός ποταμός που έχει πάρει το όνομα ενός Θεού. Ο ποταμός Κρίσνα.

Ads

Κοντά στις όχθες αυτού του ποταμού του ζωοδότη, με την θρεπτική λάσπη και τις αμέτρητες καλλιέργειες, με τα εκατομμύρια των κατοίκων και τις πολλές θεότητες που προστατεύουν την κοιλάδα του, εκεί, σε αυτή την ακροποταμιά, υψώνεται ακόμα η σιλουέτα ενός κάστρου που άλλοτε ήταν πανίσχυρο.

Ads

Πολλαπλές οχυρώσεις, προμαχώνες, διάδρομοι, διαδοχικές πύλες, άπειρα περάσματα, επάλξεις, πυργίσκοι, θέσεις για τα λάβαρα, για τους ιππείς, για τους ελέφαντες, στάβλοι, παλάτια, ένα σωρό κατασκευές, ένας όγκος τεράστιος πάνω απ’ την όχθη του ποταμού. Εκεί ήταν το περίφημο κάστρο της Γκολκόντα.

Ads

Ήταν η πρωτεύουσα ενός κρατιδίου, η πρωτεύουσα ενός σουλτανάτου. Ένα κρατίδιο που είχε στηθεί “πάνω στον μόχθο των πολλών για το καλό των λίγων”… είχε στηριχθεί πάνω στον πλούτο της περιοχής, γιατί δεν ήταν μόνο οι καλλιέργειες, τα φρούτα, το ρύζι, το κριθάρι, τα κοπάδια, η αγωνία των αγροτών και η πλεονεξία του φεουδάρχη, αλλά ήταν και κάτι άλλο, ιδιαίτερα πολύτιμο, που ξεπλενόταν στα νερά και στις λάσπες αυτού του ποταμού: Τα διαμάντια.

Ads

Εκεί, κάτω από τις επάλξεις αυτού του κάστρου, ακόμα και σήμερα, μοιάζουν να ακούγονται οι οιμωγές από τα φαντάσματα των εργατών. Ο πόνος, ο καταναγκασμός, η εργασία χωρίς όριο, το μαστίγωμα, οι απειλές, τα χιλιάδες φοβισμένα μάτια κάτω από τα χέρια -τα προστατευτικά- μιας πολυπρόσωπης ινδουιστικής θεότητας.

Σε αυτές τις όχθες δούλεψαν εκατομμύρια άνθρωποι μέσα στις λάσπες, σε ορύγματα, σε γκρεμίσματα της πλαγιάς, σε σωρούς από χώμα, στον πλημμυρισμένο ποταμό, ανάμεσα σε πέτρες, ανάμεσα σε ξύλινα κάρα και μέσα από απίστευτες δυσκολίες.

Στην Γκολκόντα ήταν το βασίλειο του πόνου στο οποίο μερικοί δεν άντεχαν, έσκυβαν το κεφάλι και άφηναν το βάρος τους να πέσει μέσα στο νερό του ποταμού για να “τελειώσουν”, για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Ήθελα έτσι να αφεθούν και να ηρεμήσουν, να περάσουν σε μια άλλη ζωή, μπας κι έχουν καλύτερη τύχη.

Κάποιοι δραπέτευσαν, έφυγαν, προσπάθησαν να πάρουν κάτι μαζί τους και τους βρήκε ατιμωτική τιμωρία. Οι περισσότεροι υπέμεναν για αιώνες, ασήμαντοι και άσημοι στη σύντομη ζωή τους, καθώς τα παιδιά και τα εγγόνια τους, με την ίδια καταγωγή και την ίδια μοίρα, από την ίδια κάστα και μέσα στην ίδια διαχρονική απόγνωση.

Οι γενιές περνούσαν και διαδέχονταν οι μια την άλλη αλλά ήταν σαν να δούλευε o ίδιος άνθρωπος, για εκατό ή για διακόσια χρόνια. Τον διαφέντευε ο ίδιος ο γιος και ο εγγονός του φεουδάρχη και τον χτυπούσε ο γιος και ο εγγονός του στρατιώτη…

Εκεί, στα περίφημα ορυχεία της Γκολκόντα, κάτω από τη σκιά του πανίσχυρου κάστρου και υπό τις απειλές του μεγάλου σουλτάνου, έβγαιναν οι πιο πολύτιμες και οι πιο σπάνιες πέτρες.

Πολλές πουλήθηκαν στο τοπικό παζάρι, ξακουστό κι αξεπέραστο σε φήμη, πόλος έλξης για κάθε ξένου που ονειρευόταν τον γρήγορο πλουτισμό… πάγκοι με αμέτρητες πέτρες κάθε χρώματος και κάθε μεγέθους… εκεί κυκλοφορούσαν ιστορίες και φήμες που ταξίδεψαν μακριά. Ένας τέτοιος τόπος που ερέθιζε το πιο απόκρυφο αμάρτημα του ανθρώπου, τη φιλαργυρία και την αποθησαύριση, είχε χώρο για πολλές διηγήσεις, υπερβολές και… παραμύθια!

Δύο τέτοια παραμύθια ακόμα πλανώνται σε αυτές τις κοιλάδες και στοιχειώνουν τα χωριά και τις καρδιές των απογόνων των φτωχών εργατών.

Ήταν λέει κάποτε εκείνος ο Γάλλος, ο περίφημος, ο μέγας ταξιδευτής που μιλούσε πολλές γλώσσες και ντυνόταν με περσικά ρούχα και ο οποίος είχε καταφέρει μέσα από πληροφορίες και δολοπλοκίες να βρει την καλύτερη από τις πέτρες. Η πέτρα αυτή όμως ήταν προϊόν μιας απίστευτης ιεροσυλίας.

Την είχαν ξεκολλήσει απ’ το άγαλμα μιας θεάς σε έναν από τους τοπικούς ναούς. Μα πώς έγινε αυτό; Έγινε γιατί κανείς δεν το είχε ποτέ διανοηθεί.

Λένε ότι κάποιος έμεινε μέσα στο ναό όπου βρισκόταν το είδωλο, κρυμμένος πίσω απ’ τις κολώνες, κοντά στο άδυτο του ιερού, κοιμήθηκε μέσα στο ναό, πέρασε τη νύχτα εκεί, ούτως ώστε να μπορέσει, κοντά στα ξημερώματα και κάνοντας ο ίδιος τις βουβές μετάνοιες του, να ξεκολλήσει από το μέτωπο της θεάς το περίφημο αυτό κομμάτι μπλε πέτρας και να το πάρει μαζί του.

Οι πληροφορίες τον έστειλαν στον καλύτερο έμπορο και ο καλύτερος έμπορος του σουλτάνου τον έστειλε στον πιο πλούσιο απ’ τους Ευρωπαίους και ο πιο πλούσιος απ’ τους Ευρωπαίους ήξερε πώς να βρει αυτή η γαλάζια πέτρα τον δρόμο της προς την Ευρώπη. Έτσι κι έγινε.

Η πέτρα ταξίδεψε για εβδομάδες μέχρι που έφτασε στα μάτια και στα αυτιά του Υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας και έγινε το μπλε πετράδι στο στέμμα του Λουδοβίκου. Μπήκε στη συλλογή τη Βασιλική και μάλιστα το έραψαν μαζί με άλλα στολίδια, μαζί με περίτεχνα υφάσματα και κόμπους από χρυσό που το ονόμασαν χρυσόμαλλο δέρας, σύμβολο της αίγλης της Μοναρχίας.

Ο άλλος θρύλος, το άλλο γνωστό παραμύθι, κάποια χρόνια μετά, καθώς όλες αυτές οι μεγάλες και όμορφες πέτρες λένε ότι είναι καταραμένες, έχει να κάνει κι αυτός με μια περίεργη ιστορία του ταξιδιού ενός πετραδιού.

Εκεί, στον ίδιο τόπο, στα ορυχεία της Γκολκόντα, εκεί που όλοι στέναζαν και πονούσαν απ’ τον ατελείωτο φόβο και τον ατελείωτο μόχθο για να ξεχωρίζουν απ’ τις λάσπες οτιδήποτε λαμπύριζε και οτιδήποτε έμοιαζε με κρύσταλλο, εκεί, ένας απλός εργάτης είχε από καιρό επινοήσει ένα σχέδιο.

Έχοντας μια πληγή στο πόδι του, σχεδόν μόνιμη, η οποία άνοιγε και έκλεινε ανάλογα με τις εποχές και ανάλογα με τις κακουχίες, αποφάσισε εκεί, σε αυτό το σάπιο και κακοφορμισμένο μέρος του κορμιού του, να βρει την κρυψώνα που ήθελε. Βρήκε μια μεγάλη πέτρα και αποφάσισε να τη χώσει μέσα στην ίδια του τη σάρκα, κάτω απ’ το δέρμα του.

Εκεί δεν θα έψαχνε κανένας. Παρά τους ατιμωτικούς και λεπτομερείς ελέγχους που γίνονταν κατά την είσοδο και έξοδο αυτού του “στρατοπέδου συγκέντρωσης” που λεγόταν ορυχείο, αυτός κατάφερε και βγήκε. Βγήκε και ξέφυγε, δραπέτευσε. Κανείς δεν έμαθε για την τεράστια πέτρα που κουβαλούσε μέσα στο σώμα του.

Το πιο ακριβό διαμάντι μέσα στο φθαρτό και πονεμένο σώμα ενός εργάτη της κατώτατης κάστας… Ταξίδεψε για μέρες, μέχρι που έφτασε στη θάλασσα της Βεγγάλης, κοντά στα λιμάνια που έλεγχαν οι Άγγλοι, εκεί κάτω, πιο νότια απ’ την Καλκούτα.

Και εκεί βρήκε τον επιτήδειο και ο επιτήδειος βρήκε τον κατάλληλο και ο κατάλληλος βρήκε τον πονηρό και ο πονηρός βρήκε τον πανούργο και ο πανούργος κατάφερε με τεχνάσματα και πήρε την πέτρα από τον σκλάβο-εργάτη… Κανείς δεν έμαθε από κει και πέρα την τύχη του. Μάλλον τον σκότωσαν, ίσως τον έδιωξαν, πάντως ο μύθος τον εξαφανίζει. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να γύρισε πληγωμένος και ταπεινωμένος, με ελάχιστα χρήματα, πίσω, στην καταναγκαστική εργασία του ορυχείου.

Ο πονηρός της υπόθεσης ήταν ένας Άγγλος και έβαλε την πέτρα αυτή μέσα στο παπούτσι του 12χρονου γιου του. Έτσι, η πέτρα ταξίδεψε για μήνες και αυτή μέσα από μύριους κινδύνους και άκουγε δίπλα της τον ήχο που κάνουν οι μπότες πάνω στο κατάστρωμα, τον ήχο που κάνουν οι βρισιές των ναυτών και οι νεκροί που έπεφταν στον ωκεανό από κάθε λογής αρρώστιες.

Και η πέτρα βρήκε τον δρόμο της -μαζί με το 12χρονο και τον πατέρα του- και ο πονηρός έμπορος βρήκε άλλους και πολλούς επιτήδειους στο Λονδίνο, αυτούς που έκοβαν τις πέτρες και τους έδιναν τη φόρμα που έπρεπε. Και από κει πάλι, η πέτρα βρήκε και αυτή αγοραστή στη Γαλλία. Έναν διάδοχο, έναν δούκα από την Ορλεάνη και έτσι ονομάστηκε “το διαμάντι του Διαδόχου”.

Οι δύο αυτές ιστορίες ενώθηκαν και συναντήθηκαν για μερικές δεκαετίες, καθώς τα δυο διαμάντια βρέθηκαν στην ίδια βασιλική συλλογή, να αποτελούν πετράδια του στέμματος, κομμάτια του Γαλλικού θησαυρού. Κι όμως, η ιστορία τους δεν τελείωσε έτσι, μόνο και μόνο με την επεισοδιακή μεταφορά τους από τη μακρινή Ινδία.

Το 1792, μέσα σε μία απίστευτη ατμόσφαιρα πολιτικής αναρχίας, λαϊκής δυσαρέσκειας, πολεμικής εγρήγορσης, εκεί, στο κέντρο του Παρισιού, στην πλατεία της Επανάστασης, οι πέτρες ξαναβρήκαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία. Για πέντε ή έξι βράδια, το Μέγαρο του Ναυτικού (τότε θησαυροφυλάκιο), στο οποίο στεγαζόταν ο θησαυρός του στέμματος, έγινε στόχος ληστείας. Για μια βδομάδα, κάθε βράδυ, μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων λήστευε τον ίδιο θησαυρό και ύστερα γλεντούσε σε ένα δημόσιο μέγαρο στο κέντρο της πόλης. Κλοπή πολλαπλή, επαναλαμβανόμενη και συνοδευόμενη και από όργια! Λένε ότι τότε χάθηκαν περίπου 10.000 πέτρες, ίσως και περισσότερες, ίσως και λιγότερες. Μια ληστεία αντάξια λογοτεχνικών σελίδων ή και θεατρικής παράστασης, ακριβώς μπροστά στην πλατεία της Επανάστασης όπου γίνονταν οι εκτελέσεις…

Και οι φήμες φυσικά έκαναν τον κύκλο τους. Λένε ότι με τις πέτρες αυτές εξαγοράστηκε η νίκη των Γάλλων κατά της Πρωσίας. Άλλοι λένε ότι απλώς ένα μέρος αυτών των χρημάτων έφυγε προς την Γαλλική άρχουσα τάξη που είχε ήδη εγκατασταθεί στο εξωτερικό και στην Αγγλία, ή ότι η Επανάσταση “κάλυψε” τη ρευστότητα που της έλειπε… Από τις 10.000 πέτρες ίσως να επέστρεψαν οι 7.000.

Και τα διαμάντια αυτά, τα δύο μυθικά διαμάντια, ένα γαλαζωπό κι ένα λευκό, αυτά που είχαν έρθει με τόσες περιπέτειες από την Ινδία, βρήκαν και αυτά το δρόμο τους.
Το ένα βρέθηκε στην Αγγλία και στην Αμερική, σε διαδοχικούς κληρονόμους, το άλλο πουλήθηκε, επέστρεψε, χάθηκε, ξαναπουλήθηκε, ξαναγύρισε.

Κι όμως, οι πέτρες αυτές, όχι μόνο οι δύο, οι πολλές, οι “καταραμένες”, τα προϊόντα του φόβου και του πόνου απ’ την κοιλάδα του Κρίσνα στην ανατολική Ινδία, οι πέτρες αυτές από τα ορυχεία Γκολκόντα βρίσκονται πλέον στις προθήκες πολλών μουσείων σε πολλά μέρη και στη Γαλλία και αλλού, ως στολίδια μεγάλων θησαυρών. Και αυτές οι δύο οι πιο μεγάλες, οι πέτρες των δυο παραμυθιών, η μία είναι στη Γαλλία και η άλλη στην Αμερική.

Η μία πέτρα απ’ αυτές που κουβαλά τόσες κατάρες, αυτή που έχει δει τόσα πρόσωπα, που έχει δει τόσους ιδιοκτήτες, τόσες περιπέτειες, λάσπες, θανάτους, παπούτσια, καταστρώματα πλοίων, περίεργα βλέμματα να την κοιτάζουν μέσα σε ένα εργαστήριο… αυτή η πέτρα είδε πριν λίγες μέρες απέναντί της, μέσα στο μουσείο, πρωί πρωί, σε μια άλλη προθήκη, κάποιους επιτήδειους, κάποιους περίεργους, κάποιους που θα μείνουν μάλλον άγνωστοι -σαν εκείνους του 1792- να πριονίζουν το φυλαγμένο τζάμι και να παίρνουν από κει τα μακρινά ξαδέρφια της.

Αυτά έγιναν φέτος, το 2025, στην “αίθουσα του Απόλλωνα”, σε μια αίθουσα-στολίδι, με το περίτεχνο ταβάνι ζωγραφισμένο από τον Ντελακρουά, με τις αιθέριες κι ευλύγιστες μούσες να ομορφαίνουν την κάθε πόρτα, με ακριβά ξύλα και διαλεχτά ανάγλυφα κοσμήματα. Αίθουσα του φωτός και της τέχνης, αίθουσα αντάξια να φιλοξενεί τον πλούτο μιας χώρας, την λάμψη των εκλεκτών και λίγων μοναρχών. Ο Θεός του φωτός μάλλον δεν είδε τους κλέφτες να μπαίνουν ένα πρωί στο Λούβρο, δεν ήθελε να τους δει, γύρισε την πλάτη του προς τον Παρνασσό και προς το φως της γνώσης, δεν το βρήκε και τόσο άδικο ίσως, γιατί είχε δει πολύ νωρίτερα από πού ήρθαν τα διαμάντια αυτά και πόσο πόνο και ανισότητα προκάλεσαν ανά τους αιώνες.

Γιατί, οι πιο πολλές από αυτές τις υπέροχες πέτρες του Λούβρου, πάνω σε κοσμήματα ή διαδήματα, αλλά και αυτές των άλλων μεγάλων μουσείων του κόσμου, καθώς κι εκείνες των βασιλικών στεμμάτων στο Λονδίνο και των θησαυρών της Περσίας και της Ρωσίας, έχουν κοινή καταγωγή και μακρινή συγγένεια :

Είναι όλες προϊόντα της λασπωμένης γης του ποταμού Κρίσνα ο οποίος ρέει κάτω απ’ το άλλοτε πανίσχυρο κάστρο του σουλτανάτου της Γκολκάντα, στην ανατολική Ινδία.

Στα μέρη εκείνα όπου δούλεψαν χιλιάδες ταπεινοί, κάτω από το μαστίγιο των τακτικών μουσώνων και τις λόγχες των αναρίθμητων στρατιωτών…