Στις 17 Ιουλίου 1936, πραγματοποιήθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Φρανθίσκο Φράνκο εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας. Αυτό οδήγησε σε έναν ακραία αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που διήρκησε τρία χρόνια, και την 1η Απριλίου 1939, στην επικράτηση και βίαιη αντικατάσταση της εκλεγμένης κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου από ένα φασιστικό καθεστώς.
O καθηγητής Cristian Sánchez Benítez διδάκτορας Ποινικού Δικαίου στην Ισπανία, έγραψε πρόσφατα ένα άρθρο στον ισπανικό Τύπο, για τις βίαιες μορφές καταστολής του Φρανκισμού στις διάφορες φάσεις του.
Σημειώνει ότι το νέο καθεστώς χαρακτηριζόταν από τη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής και της δημόσιας τάξης, από τον οικονομικό έλεγχο των ολιγαρχών, από την υπεράσπιση υπερσυντηρητικών καθολικών, αντιδημοκρατικών και ιδιαίτερα αντικομμουνιστικών θέσεων, καθώς και από μια εξαιρετικά σκληρή καταστολή εις βάρος των ηττημένων και των οικογενειών τους.
«Η καταστολή –η οποία διαμορφώθηκε ως συστατικό στοιχείο του νέου καθεστώτος, απαραίτητο για την επιβίωσή του– συνίστατο κυρίως στη φυσική εξόντωση ενός μέρους των Δημοκρατικών πολιτών και των αντιπάλων του καθεστώτος.
Κατά τους πρώτους μήνες της σύγκρουσης κυριάρχησαν οι εκτελέσεις χωρίς δίκη, που διαπράχθηκαν από στασιαστές στρατιωτικούς και μέλη της Πολιτοφυλακής (Guardia Civil) –αν και πολλοί παρέμειναν πιστοί στη Δημοκρατία–, από φαλαγγίτες, μέλη των καρλιστών παραστρατιωτικών, τοπικούς κοτζαμπάσηδες και άλλα στοιχεία της άκρας δεξιάς» γράφει και εξηγεί τις σχετικές λεπτομέρειες στο υπόλοιπο του κειμένου το οποίο δημοσιεύει το tvxs παρακάτω.
Στρατοδικεία και «περίπατοι»
Στην πραγματικότητα, τα λίγα στρατοδικεία που συγκροτήθηκαν κατά την πρώτη αυτή περίοδο και επέβαλαν τη θανατική ποινή χρησιμοποιήθηκαν για να δικάσουν τους στρατιωτικούς που δεν συμμετείχαν στο πραξικόπημα.
Οι υπόλοιποι –οι ηγέτες και τα μέλη των οργανώσεων του Λαϊκού Μετώπου, συνδικαλιστές, διανοούμενοι, δάσκαλοι, ακόμη και συγγενείς ανθρώπων που δεν ήταν ενταγμένοι κάπου πολιτικά– συλλαμβάνονταν και υφίσταντο τους λεγόμενους «περιπάτους» (paseos), δηλαδή δολοφονούνταν χωρίς καμία δικαστική διαδικασία, δίπλα στους τοίχους των νεκροταφείων, σε χαντάκια κατά μήκος των δρόμων ή στη μέση της υπαίθρου, δίπλα σε έναν ομαδικό τάφο.
Από το 1937 και μετά άρχισαν να λειτουργούν πολυάριθμα στρατοδικεία στις περιοχές που κατακτούσαν οι πραξικοπηματίες. Τα δικαστήρια αυτά δίκαζαν με συνοπτικές διαδικασίες έκτακτης ανάγκης, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από παντελή έλλειψη εγγυήσεων για τους κατηγορουμένους. Με βάση αυτές επιβλήθηκε και εκτελέστηκε η θανατική ποινή «διά τυφεκισμού» σε πολλούς Ρεπουμπλικανούς, κυρίως με την κατηγορία της στρατιωτικής ανταρσίας, όπως αυτή προβλεπόταν στον παλαιό Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα του 1890.
Έτσι, οι υπερασπιστές της δημοκρατικής νομιμότητας καταδικάστηκαν ως «στασιαστές» από εκείνους που ήταν οι πραγματικοί στασιαστές, αφού είχαν σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμα συγκροτημένου καθεστώτος. Όπως παραδέχθηκε αργότερα στα απομνημονεύματά του (Μεταξύ της σιωπής και της προπαγάνδας. Η Ιστορία όπως πραγματικά συνέβη) ο ίδιος ο φρανκικός ηγέτης Ραμόν Σεράνο Σούνιερ, εφαρμόστηκε «δικαιοσύνη ανάποδα».
Σε κάθε περίπτωση, οι εκτελέσεις χωρίς δίκη συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, αλλά και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ιδιαίτερα έντονες υπήρξαν στην καταστολή του αντιφρανκικού αντάρτικου (maquis) τη δεκαετία του 1940, με την εφαρμογή του άτυπου «Νόμου περί Αποδράσεων», σύμφωνα με τον οποίο οι αστυνομικοί ή οι στρατιώτες που συνόδευαν κρατούμενους δικαιολογούσαν την εκτέλεσή τους ισχυριζόμενοι ότι είχαν επιχειρήσει να αποδράσουν.

Το τέλος του εμφύλιου πολέμου δεν έφερε την ειρήνη
Έτσι, το τέλος του πολέμου δεν σήμανε την ειρήνη, αλλά την έναρξη ενός άλλου είδους πολέμου εναντίον της ηττημένης Ισπανίας.
Συνέχισε να εφαρμόζεται ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας του 1890, καθώς και ο διάδοχός του, που εγκρίθηκε το 1945. Παράλληλα, θεσπίστηκαν νέοι ειδικοί ποινικοί νόμοι, οι οποίοι προέβλεπαν ιδιαίτερα αυστηρές ποινές –συμπεριλαμβανομένης της θανατικής– για τους αντιπάλους του φρανκισμού και ανέθεταν, κατά κανόνα, τη δικαιοδοσία εκδίκασης των σχετικών αδικημάτων στα στρατιωτικά δικαστήρια, διευρύνοντας υπέρμετρα τις αρμοδιότητές τους.
Όλες αυτές οι νομοθετικές πράξεις περιλάμβαναν τη θανατική ποινή: ο Νόμος περί Ασφάλειας του Κράτους του 1941, τα Νομοθετικά Διατάγματα του 1947 και του 1968 –και τα δύο σχετικά με την καταστολή της ληστείας και της τρομοκρατίας– καθώς και το Νομοθετικό Διάταγμα του 1975 για την πρόληψη της τρομοκρατίας. Το τελευταίο εγκρίθηκε τον Αύγουστο, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τον θάνατο του δικτάτορα.
Ο νόμος περί Καταστολής της Τεκτονικής και του Κομμουνισμού του 1940 ήταν ο μοναδικός σημαντικός κατασταλτικός νόμος της πρώτης φάσης του φρανκισμού που δεν προέβλεπε τη θανατική ποινή, επιλέγοντας ως κυρώσεις πολυετείς ή μικρότερες ποινές κάθειρξης.
Ολοκληρωτική καταστολή
Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η απόλυτη κυριαρχία επί του εχθρού και να εξουδετερωθεί κάθε πιθανότητα εξέγερσης εναντίον του αντιδημοφιλούς καθεστώτος, η καταστολή έπρεπε να είναι ολοκληρωτική. Έπρεπε να αποκλειστούν από κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής όλοι οι αντίπαλοι που είχαν επιζήσει από τις εκτελέσεις ή δεν είχαν καταφύγει στην εξορία.
Αυτό επιτεύχθηκε, καταρχάς, με την επιβολή σε πολλούς δημοκράτες και αντιφρονούντες ιδιαίτερα βαριών στερητικών της ελευθερίας ποινών, ακόμη και ισόβιας κάθειρξης. Ο υπερπληθυσμός των φυλακών, αλλά και η ανάγκη εξασφάλισης φθηνού εργατικού δυναμικού τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για το ίδιο το κράτος, οδήγησαν το καθεστώς, ήδη από το 1938, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, στη δημιουργία ενός συστήματος μείωσης της ποινής μέσω της εξαναγκαστικής εργασίας.
Παράλληλα, ήδη από το 1936 εκδόθηκαν διατάξεις για την εκκαθάριση του δημόσιου τομέα από όσους υπαλλήλους δεν αποδείκνυαν την πίστη τους στο «Κίνημα». Η εκκαθάριση έπληξε ιδιαίτερα τους δασκάλους και, σε σημαντικό βαθμό, τους πανεπιστημιακούς.
Βάσει των σχετικών νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Νόμος της 10ης Φεβρουαρίου 1939, χιλιάδες εργαζόμενοι απομακρύνθηκαν από τη νέα φρανκική δημόσια διοίκηση. Πολλοί αντικαταστάθηκαν από υποστηρικτές του στρατοπέδου των στασιαστών, ανάπηρους πολέμου, πρώην μαχητές, πρώην αιχμαλώτους και συγγενείς των «εθνικών θυμάτων του πολέμου και όσων δολοφονήθηκαν από τους κόκκινους», σύμφωνα με τον Νόμο της 25ης Αυγούστου 1939.
Οι «επικίνδυνες» ομοφυλοφιλικές πράξεις
Επιπλέον, το καθεστώς δεν κατήργησε τον δημοκρατικό Νόμο περί Αλητών και Επικίνδυνων Προσώπων του 1933, αλλά αντίθετα τον χρησιμοποίησε για να επιβάλει μέτρα ασφαλείας –συμπεριλαμβανομένης της στέρησης της ελευθερίας– σε άτομα που θεωρούνταν επικίνδυνα για την κοινωνική τάξη, όπως οι «αλήτες», οι «επαγγελματίες ζητιάνοι» και οι «μαστροποί».
Μάλιστα, το 1954 ο φρανκισμός πρόσθεσε στις κατηγορίες της «επικίνδυνης κατάστασης» και την τέλεση ομοφυλοφιλικών πράξεων. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί ομοφυλόφιλοι εγκλείστηκαν στην Αγροτική Σωφρονιστική Αποικία της Τεφία, στο Λανθαρότε. Ο συγκεκριμένος νόμος αντικαταστάθηκε το 1970 από τον Νόμο περί Κοινωνικής Επικινδυνότητας και Κοινωνικής Αποκατάστασης, ο οποίος συνέχισε να περιλαμβάνει τις ομοφυλοφιλικές πράξεις στις κατηγορίες της επικίνδυνης συμπεριφοράς.
Τέλος, η καταστολή είχε και έντονη οικονομική διάσταση, κυρίως μέσω του Νόμου περί Πολιτικών Ευθυνών του 1939, που εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο, λίγο πριν από τη νίκη των φρανκικών δυνάμεων. Μεταξύ των κυρώσεων που προέβλεπε ήταν η ολική ή μερική δήμευση της περιουσίας και η επιβολή χρηματικών προστίμων.
Επιπλέον, οι κυρώσεις αυτές εφαρμόζονταν ακόμη και μετά τον θάνατο του υπευθύνου. Τότε επιβάλλονταν στους κληρονόμους του, εκτός αν αυτοί είχαν προσφέρει «εξέχουσες υπηρεσίες στο Εθνικό Κίνημα» ή αποδείκνυαν την «προγενέστερη και δημόσια προσχώρησή» τους στις αρχές του.
Αναμφίβολα, το σύνολο των μηχανισμών καταστολής του φρανκισμού, οι κυριότεροι από τους οποίους παρουσιάστηκαν εδώ, δεν λειτούργησε μόνο ως εργαλείο πολιτικής εκκαθάρισης, αλλά κυρίως ως μέσο δημιουργίας ενός γενικευμένου κλίματος τρόμου σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού. Αυτό το κλίμα φόβου υπήρξε καθοριστικό για την πολιτική αποστράτευση της κοινωνίας και συνέβαλε αποφασιστικά στη διατήρηση του φρανκικού καθεστώτος επί σχεδόν σαράντα χρόνια.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


