Μεσολόγγι, 10 προς 11 Απριλίου 1826: Μια συγκλονιστική ιστορία ενός τόπου ηρωικής αντίστασης όπου οι πολιορκημένοι άνθρωποι αγωνίστηκαν έως θανάτου μπροστά σε έναν ανώτερο στρατιωτικό εχθρό. Όπου άνθρωποι από άλλες πατρίδες σταθήκαν έως θανάτου αλληλέγγυοι, με το όραμα μιας άλλης γης, μιας ανθρωπότητας άλλης. Εδώ την είπαν Μεσολόγγι, αλλού Κομπάνι, αλλού το μικρό σπιτάκι της οδού Αγραίων στον Υμηττό του 44.

Ads

Μυριάδες ονόματα της εποποιίας των απελπισμένων που άφησαν την θυσία και το μερτικό τους σε άλλους μετά. Μονάχα η ποίηση, όχι απαραίτητα οι ποιητές, λες και προσέτρεξε να σώσει την αληθινή Μνήμη… «Το χάραμα επήρα του ήλιου τον δρόμο, κρατώντας την λύρα την δίκαιη στον ώμο».

Ads

Πώς να νιώθει άραγε αυτός κι αυτή που δεν παραδίνεται, προτιμώντας ακόμη και την ανθρωποφαγία από την παράδοση; Προτιμώντας έναν θάνατο όρθιο, παρά ατιμωτικό;

Ads

«……Κάθε ελεύθερος άνθρωπος είναι δημότης Μεσολογγίου. Όπου η θυσία καθαγιάζει την παρουσία μας στη ζωή, εκεί, πανάχραντο και ιερό, σαλεύει το Μεσολόγγι.» Λουκής Ακρίτας

Ads

«Αρχίσαμεν, περί τα 15 Μαρτίου, ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θαλάσσης πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, και το ετρώγαμεν με ξείδι και λάδι ωσάν σαλάτα, και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο. Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν. Από έλλειψιν της θροφής αύξαναν αι ασθένειαι, πονόστομος και αρθρίτις. Εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμασθον όταν μας έφθασεν γράμμα των απεσταλμένων μας εις Ναύπλιον συσταίνον και να φάγωμεν (εν ανάγκη) ένας τον άλλον.[…] Εκείνην την ημέραν ένας Κραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν». Από τα Απομνημονεύματα του Νικόλαου Κασομούλη του Μακεδόνα αγωνιστή που κλείστηκε και πολέμησε στο Μεσολόγγι.

Πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν ν αποδώσουν με την σφραγίδα τους τα συγκλονιστικά γεγονότα, όπως συμβαίνει σε κάθε ‘οριακή’ εποχή. Κι ανάμεσά τους ο Delacroix.  O καλλιτέχνης Delacroix ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος αντιμετώπιζε αυτό που ονόμασε «τον αιώνα των απίστευτων πραγμάτων».

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, βίωσε πόλεμο, δύο επαναστάσεις στο κατώφλι του και συναντήθηκε με ισλαμικούς πολιτισμούς που τον προκαλούσαν και τον έθελγαν. Η ζωγραφική του μας δείχνει έναν άνθρωπο που προσπαθεί να κατανοήσει μα και να μην μείνει αδιάφορος μπροστά σε ό,τι συμβαίνει στον κόσμο του, και  πίνακες όπως Η Ελλάδα στα Ερείπια του Μεσολογγίου και το Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, αντικατοπτρίζουν τις αναταραχές του 19ου αιώνα και μιλούν αλλά και για τις αβεβαιότητες, τα πάθη και τις προκλήσεις της σημερινής  εποχής.

O Delacroix απέδωσε την σπουδαιότητα που της άρμοζε στην ελληνική επανάσταση, την πρώτη όπως λέγεται επιτυχημένη αστική επανάσταση, του αιώνα της στην Ευρώπη, η οποία συνέγειρε τους λαούς όπου γης και δημιούργησε ένα έντονο φιλελληνικό κίνημα. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του Λόρδου Βύρωνα: «Η παλιά φιλοδοξία πνέει ανανεωμένη, πάλι για να εμψυχώσει σάρκα τότε ξεπεσμένη”…Μύρια στήθη συνενώνει μία και κοινή αιτία/ Δυτικοί κι ανατολίτες επαναστατούν με βία./ Πάνω στις κορφές του Άθω και στις Άνδεις κυματίζει/λάβαρο που ναι το ίδιο και δυο κόσμους χαιρετίζει/ Αθηναίος πάλι ζώνει Αρμοδίου το σπαθί/ Ξένο αφέντη καταγγέλλει ο αντάρτης στη Χιλή…” “Πόθος που πολλοί αιώνες δεν υπέταξαν ακόμη/ άνθρωποι για τη ζωή τους να αποφασίζουν μόνοι!» (Ραΐζης, 1994 σ.27)

Ο ίδιος απεικόνισε την ελληνική επανάσταση σε μεγαλειώδεις πίνακες, κι ανάμεσα τους στις εμβληματικές ζωγραφικές δημιουργίες

α. Η Ελλάδα στα Ερείπια του Μεσολογγίου και

β. Η Σφαγή της Χίου.

Στην Ιστορία δύο πόλεων, ο Τσαρλς Ντίκενς (2008) περιγράφει την Γαλλική Αυλή, και κατ’ επέκταση τη Γαλλική Μοναρχία και ανώτερη τάξη: “Δεν ήταν ποτέ καλό θέαμα για να δει κανείς, έχοντας από καιρό το σπυρί της αλαζονείας του Διαβόλου, την τρυφηλότητα του Σαρδανάπαλου, και την τυφλότητα ενός τυφλοπόντικα…”. Εάν καθρεφτίσουμε την περιγραφή του Ντίκενς στους ισχυρούς των πολέμων, έχουμε μια σπαραχτική περιγραφή όσων, στο όνομα της εξουσίας τους, σφάζουν τους άμαχους, αδύναμους πληθυσμούς.

Η Σφαγή της Χίου συνέβη την προτελευταία ημέρα του  Μαρτίου του 1822. Είχε προηγηθεί ο επαναστατικός ξεσηκωμός του νησιού στις 11 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς, με την απόβαση εκστρατευτικού σώματος Σαμιωτών, υπό την ηγεσία του στρατηγού του  Ναπολέοντα Βοναπάρτη Αντώνιου Μπουρνιά. Οι Οθωμανοί κλείστηκαν αρχικά στο κάστρο.

Η σφαγή της Χίου. Wikimedia Commons

 

Στις 30 Μαρτίου έφθασε ο οθωμανικός στόλος ο οποίος έλυσε την πολιορκία και άρχισε τη σφαγή του ορθόδοξου πληθυσμού με τη συμμετοχή και άτακτων μουσουλμάνων που κατέφθαναν από τις ακτές της Μ. Ασίας με κάθε είδους πλεούμενο. Χιλιάδες σφαγιάστηκαν και χιλιάδες άλλοι, πουλήθηκαν σαν σκλάβοι, βάζοντας τέλος στην ακμάζουσα, λόγω μαστίχας, ελληνική κοινότητα του νησιού (Καραβόλου Ειρήνη, 2019).

Τα νέα για την σφαγή προξένησαν ιταμή εντύπωση σε μια γενικά ράθυμη Ευρώπη, όπου όμως αλληλέγγυοι και καλλιτέχνες προσπάθησαν να αντιδράσουν.

Μετά την τραγωδία το φιλελληνικό κίνημα γνώρισε όχι μόνο μεγάλη άνθιση με πλήθος οικονομικών επιτροπών αλλά και σημαντικός αριθμός Ευρωπαίων φιλελλήνων έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να ενισχύσουν τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα.

Ο Delacroix, που όπως πολλοί στον κύκλο του, υποστήριξε τους Έλληνες στον αγώνα τους ενάντια στην καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα χρησιμοποιήσει το πινέλο του για ακόμη μια φορά για να ‘πάρει θέση’. Και οι γυναικείες μορφές που χρησιμοποιεί είναι εμβληματικές.

Ο Delacroix είχε εντυπωσιαστεί πολύ από το The Raft of the Medusa (Η Λέμβος της Μέδουσας) του Théodore Géricault (Néret,2000), και την πυραμιδική διάταξη που μιλά από μόνη της για την βαρβαρότητα της εξουσίας και την ανθρώπινη (και όχι μόνο) μοίρα των απελπισμένων.

Την ίδια διάταξη χρησιμοποιεί για να σχολιογραφήσει την Σφαγή στη Χίο. Σχολιάζοντας αυτήν την επιλογή ο Delacroix σημείωσε: «Ο πίνακας πρέπει να γεμίσει, αν είναι λιγότερο φυσικό, θα είναι πιο ουσιαστικό και όμορφο. Ό,τι συμβαίνει πρέπει να το αντιμετωπίσουν όλοι μαζί». (Wellington, 1980, p.43) Η πυκνή αναπαράσταση χαρακτήρων στο μπροστινό μέρος, ερχόμενη σε έντονη αντίθεση με τους ανοιχτούς και διασκορπισμένους χώρους πίσω τους, φέρνει σε πρώτο πλάνο τον πόνο, γινόμενη μια κραυγή.

Όπως έχει γραφτεί «η ξηρά και η θάλασσα, το φως και η σκιά εμφανίζονται ως ζώνες παρασυρόμενων χρωμάτων που τρέχουν απρόσεκτα μεταξύ τους, και ο Delacroix φαίνεται να εγκαταλείπει τους νόμους της προοπτικής εντελώς, με την απόδοση των σύννεφων.»  Ο αισθητικός Heinrich Wölfflin (2006) εντόπισε αυτήν την τεχνική και την ταξινόμησε ως τεκτονική μορφή.

Δεν γνωρίζουμε στ’ αλήθεια την μοίρα των δεκατριών αμάχων – άνδρες, γυναίκες και παιδιά – που απεικονίζονται. Εάν συλλέχθηκαν για σφαγή ή σκλαβιά. Η διάταξη τους απεικονίζει κυρίως δύο ανθρώπινες πυραμίδες – μία πυραμίδα στα αριστερά του καμβά που καταλήγει στον άνδρα με το κόκκινο φέσι, και η άλλη προς τα δεξιά που κορυφώνεται με τον στρατιωτικό.

Αλλά η γέφυρα που συνδέει τον καταπιεστή με τον καταπιεζόμενο, αίτημα για μια άλλη ανθρωπότητα λες,  είναι η κεντρική περιοχή, μεταξύ των δύο πυραμίδων, όπου δύο στρατιώτες βρίσκονται στη σκιά και δυο ζευγάρια βρίσκονται σε πρώτη προοπτική, δίνοντας λόγο και φωνή σε όσα ζουν, λόγος που πρέπει να φτάσει ως εμάς.

Ο Delacroix συνέλαβε πειστικά τον τρόμο της στιγμής. Χρησιμοποιώντας τις αδρές, σαρωτικές πινελιές για τις οποίες έγινε γνωστός, μιλώντας για την βία του αιώνα του μέσα από την τέχνη του, δημιουργεί μια φιγούρα καθηλωμένη από ένα χτύπημα  ένα μαχαίρι ή μια μοίρα. Το αισθητικό δράμα που προκαλείται, χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά ως μία «επιλεκτική κοινωνική αναπαράσταση», σύμφωνα με τον πολύτιμο και πολύσημο ορισμό της Avigdor (Παπαστάμου, Στ. 1989, σσ. 379-394).

Το ίδιο καταφέρνει και στον πίνακα  Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου.

Ο πίνακας είναι αφιερωμένος στο πιο τραγικό ίσως επεισόδιο στον μακρό πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία από την τουρκική κυριαρχία.

Στην αποτίμηση του ιστορικού πλαισίου είναι προφανώς αναγκαίο να αναφερθεί ο θάνατος-θυσία του αγαπημένου του Λόρδου Βύρωνα, έναν μόλις χρόνο πριν, που είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις στο σύνολο της Ευρώπης, επικαιροποιώντας την Επανάσταση όσο ποτέ.

Είναι χαρακτηριστικό της επίδρασης του Byron στο έργο του Delacroix ότι δημιούργησε πίνακες όπως η Νύφη του Άβιδου (La Fiancée d‘Abydos) ή Selim και Zuleika εμπνευσμένους από το ομώνυμο ποίημα που Byron είχε γράψει κάνοντας τον διάπλου του Ελλήσποντου. Βλ. Mole, Tom. “The Regime of Visibility” Liberty and Poetic Licence

Οι παρισινές εφημερίδες, όπως και οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες της εποχής, παρακολούθησαν στενά την ιστορία που εξελίσσονταν στο Μεσολόγγι.  Ο ίδιος ο Victor Hugo εμπνεύστηκε από αυτό το τρομερό γεγονός για να γράψει ένα μακροσκελές ποίημα (Milliex, 1953, σ. 31-80) το περίφημο “Τα Κεφάλια του Σαραγιού” (Les têtes du serail),  όπου εμφανίζονται μεταξύ των 6000 κεφαλών, που είχαν αποσταλεί σα λάφυρα στο σαράγι να συνομιλούν μεταξύ τους τα  κεφάλια του Μάρκου Μπότσαρη, του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ και του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Το τραγικό παραμύθι ήταν επικό: Οι Έλληνες απέτυχαν στις προσπάθειές τους να ξεφύγουν από μια μικρή μα ουσιαστική για την γεωπολιτική σημασία της λιμενική πόλη και  λιμοκτονούσαν, ενώ οι Οθωμανοί, οι οποίοι καθοδηγούνται από έναν λαμπρό τακτικά Αιγυπτιακό στρατηγό, περίμεναν την λεία τους, τους πολιορκημένους ανθρώπους.

Οι Έλληνες που επιβίωσαν τελικά μετά την θρυλική «Μεγάλη Έξοδο», στην συντριπτική πλειοψηφία τους συνελήφθηκαν και δολοφονήθηκαν ή στάλθηκαν σε δουλεία. Οι υπόλοιποι όμως προχώρησαν ουσιαστικά σε μαζική αυτοκτονία (Δημαράς, 2000).

Όλα αυτά παρέχουν και το πολιτιστικό πλαίσιο για τον μεγάλο, μελοδραματικό καμβά του Delacroix. Μια συγκλονιστική ιστορία ενός τόπου ηρωικής αντίστασης όπου οι πολιορκημένοι άνθρωποι αγωνίστηκαν έως θανάτου μπροστά σε έναν ανώτερο στρατιωτικό εχθρό. Παρόλη την ταύτιση κάθε έθνους με την μάτσο, ανδρική εκδοχή του στις επίσημες πολιτικές και κοινωνικές ρητορικές, η τέχνη (όπως και συχνά τα αυτοβιογραφικά κείμενα όσων αγωνίστηκαν) αντιστρέφει τα πράγματα:

Ο ζωγράφος δημιουργεί, όπως και στο Η Ελευθερία Οδηγεί τον Λαό, μια προσωποποιημένη εικόνα μιας κοινωνίας που έχει ηττηθεί άσχημα αλλά δεν έχει καταστραφεί, ακριβώς γιατί αγωνίστηκε για μια άξια λόγου ιδέα– και την απεικονίζει στην περίπτωση αυτήν μέσα από μια γυναικεία μορφή, της πατρίδας-μήτρας. Και την ανάγει, όπως η φιγούρα ορθώνεται νικημένη μα όχι ταπεινωμένη, σε αναπαράσταση απόλυτης λύτρωσης και απελευθέρωσης.

Και ο Delacroix; Δεν ήταν ούτε 27 χρονών όταν ξεκίνησε η αιματηρή πολιορκία στην πόλη του λιμανιού του Μεσολογγίου. Η Ελλάδα, το αρχαίο λίκνο του δημοκρατικού ιδεώδους, είχε μέσα από την εξέγερσή της ξανακατακτήσει μια ιδιαίτερη θέση στη φαντασία της επαναστατικής Ευρώπης και έδωσε στον Delacroix ένα μεγαλειώδες θέμα για να μιλήσει όχι μόνο γι’ αυτήν μα για το σύνολο του ταραγμένου αιώνα του, χρησιμοποιώντας αυτό που η πολιτισμικές σπουδές και η κοινωνική ανθρωπολογία έχουν ονομάσει «ανθρωπολογικές σταθερές» (Blickle, 1997).

Σύμβολα που διαπνέουν τους τόπους και την Ιστορία: Η αντιπαράθεση ενός γεμάτου δύναμη άνδρα και μιας γυναίκας που έχει πέσει θύμα του είναι χαρακτηριστική του πατερναλισμού του Delacroix και είχε ως στόχο να προκαλέσει την αντίδραση της γαλλικής κοινωνίας και μέσω αυτής της γαλλικής κυβέρνησης (Wellington, 1980).

Είναι σαν η Ελλάδα, με τα χέρια ανοιχτά, σημάδι επίκλησης, να παρακινεί τους Παρισινούς ‘θεατές’ να δράσουν. Να ξεπεράσουν τα αφηγήματα τα ‘Ιεράς’ (πάντα…) Συμμαχίας και να δουν. Να πάρουν θέση απέναντι στο αιώνια προσδοκώμενο στοίχημα της ‘ανθρωπινότητας’ και ν’ αντιδράσουν. Αίτημα που παραμένει επιτακτικό και σήμερα.