Ο Marcel Petiot , γνωστός ως «Dr. Satan», ήταν ένας κατά συρροή δολοφόνος που έδρασε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ads

Πρόκειται για μια ανησυχητική ιστορία, για έναν άνθρωπο που από μικροεγκληματίας έφτασε να είναι υπεύθυνος για δεκάδες φόνους.

Ads

Πώς κατάφερε όμως να τη γλιτώσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;

Ads

Ποιος ήταν ο «Δρ. Σατανάς»;

Ο Marcel Petiot γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1897 στην Auxerre της Γαλλίας. Από νεαρή ηλικία όμως, φαινόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Για παράδειγμα, σε ηλικία 11 ετών, πήρε μια μέρα το όπλο του πατέρα του στην τάξη και πυροβόλησε. Αργότερα την ίδια χρονιά πρότεινε σε μια 11χρονη να κάνει σεξ.

Ads

Τα περιστατικά αυτά οδήγησαν στην πρώτη από τις πολλές αποβολές που θα έπαιρνε από το σχολείο. Ως έφηβος, ο Μαρσέλ κάποια στιγμή λήστεψε ένα χρηματοκιβώτιο, ενώ στη συνέχεια συνελήφθη για κλοπή και φθορά δημόσιας περιουσίας.

Τα παραπάνω οδήγησαν στην πρώτη του ψυχιατρική αξιολόγηση, με τις ποινικές κατηγορίες που αντιμετώπιζε να αποσύρονται όταν διαγνώστηκε ότι πάσχει από μια ψυχική ασθένεια, σύμφωνα με όσα αναφέρει η ιστοσελίδα Historic Mysteries, σε σχετικό αφιέρωμα.

Η πρώτη του εμπλοκή πάντως με τον νόμο δεν τον απέτρεψε από το να συνεχίσει τις εγκληματικές του δραστηριότητες, καθώς συνέχισε να διαπράττει παραβάσεις και συνελήφθη πολλές φορές.

Αξίζει να σημειωθεί πως η διάγνωση της ψυχικής ασθένειάς του δεν εμπόδισε τον γαλλικό στρατό να δεχτεί την αίτηση του Μαρσέλ να ενταχθεί στην πολεμική προσπάθεια το 1916. Δεν είχε υπηρετήσει για πολύ καιρό όμως, όταν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Αυτό οδήγησε σε άλλη μια ψυχιατρική αξιολόγηση κατά την οποία διαγνώστηκε ότι είχε πάθει νευρικό κλονισμό, με αποτέλεσμα ο στρατός να τον στείλει σε οίκους ευγηρίας.

Όπως αναμενόταν, η στρατιωτική του θητεία μάλλον έκανε χειρότερη την κατάσταση, με αποτέλεσμα να συλληφθεί ξανά στη συνέχεια,  αυτή τη φορά για κλοπή στρατιωτικών κουβερτών και μορφίνης καθώς και προσωπικών αντικειμένων άλλων στρατιωτών που ανάρρωναν.

Ο Marcel στάλθηκε στη συνέχεια σε ψυχιατρική κλινική στο Fleury-les-Aubrais. Εκεί, διαγνώστηκε με ακόμη περισσότερες ψυχικές ασθένειες. Του χορηγήθηκε θεραπεία και τον Ιούνιο του 1918 τον έστειλαν πίσω στο μέτωπο. Αυτή η τελευταία του αποστολή διακόπηκε όταν τραυματίστηκε στο πόδι από χειροβομβίδα, με αποτέλεσμα να σταλεί πίσω στην πατρίδα του με στρατιωτική σύνταξη.

Ο «Δρ Σατανάς» γίνεται γιατρός

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Petiot εντάχθηκε στο πρόγραμμα ταχύρρυθμης εκπαίδευσης για τους βετεράνους πολέμου. Μέσα σε οκτώ μήνες είχε τελειώσει την ιατρική σχολή και εργαζόταν ως ειδικευόμενος, ενώ αποφοίτησε τον Δεκέμβριο του 1921. Φαινόταν σιγά σιγά να φτιάχνει τη ζωή του.

Στη συνέχεια μετακόμισε στο Villeneuvre-sur Yonne, όπου δεν έχασε χρόνο για να επιστρέψει στις εγκληματικές του συνήθειες. Εκεί εσκεμμένα εθίζει τους ασθενείς του σε ναρκωτικά, ζητώντας παράλληλα κρυφά κρατική ιατρική βοήθεια για τους ασθενείς του (αυτό σημαίνει ότι πληρώνεται τόσο από τους ασθενείς του όσο και από το κράτος για κάθε θεραπεία, διπλή πληρωμή). Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι έκανε κρυφά εκτρώσεις και έκλεβε από τους ασθενείς του.

Το 1926 ο Petiot γνώρισε τη Louise Delaveau, την κόρη ενός ηλικιωμένου ασθενή, η οποία εξαφανίστηκε τον Μάιο του ίδιου έτους και η οποία πιστεύεται ότι ήταν το πρώτο θύμα του.

Οι γείτονες ανέφεραν ότι είδαν τον Petiot να τοποθετεί ένα μεγάλο μπαούλο στο αυτοκίνητό του περίπου την ίδια ώρα που είχε εξαφανιστεί η Delaveau. Η αστυνομία προχώρησε σε έρευνες αλλά δεν βρήκε τίποτα. Λίγες εβδομάδες αργότερα όμως, η αστυνομία ανέσυρε ένα παρόμοιο μπαούλο από τον ποταμό Yonne, το οποίο ήταν γεμάτο με αγνώστου ταυτότητας γυναικεία μέλη.

Η υπόθεση δεν προκάλεσε προβλήματα στον Petiot. Με κάποιο τρόπο, έγινε δήμαρχος την ίδια χρονιά, και λίγο αργότερα παντρεύτηκε την Georgette Lablais, κόρη ενός πλούσιου γαιοκτήμονα. Ο γιος τους γεννήθηκε το 1928.

Η περίοδος κατά την οποία ο ίδιος ήταν Δήμαρχος, σημαδεύτηκε από διάφορα σκάνδαλο, συμπεριλαμβανομένων καταχρήσεων και κλοπών, καθώς και απατών.

Παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1931, ωστόσο συνέχιζε να γοητεύει αρκετούς, με αποτέλεσμα να εκλεγεί και πάλι, αυτή τη φορά ως σύμβουλος. Σύντομα ωστόσο αποδείχθηκε ότι έκλεβε ηλεκτρικό ρεύμα.

Όταν έχασε τη θέση του στο δημοτικό συμβούλιο, είχε ήδη μετακομίσει στο Παρίσι, για ένα νέο «ξεκίνημα». Χρησιμοποιώντας πλαστά πιστοποιητικά, προσέλκυσε πλούσιους ασθενείς και δημιούργησε ένα αξιοσέβαστο ιατρείο στην οδό Rue de Caumartin 66.

Επέστρεψε επίσης στις παλιές του συνήθειες να συνταγογραφεί εθιστικά φάρμακα και να διαπράττει απάτες. Την ίδια εποχή μπήκε επίσης σε ίδρυμα για κλεπτομανία, αλλά σύντομα αποφυλακίστηκε ξανά.

«Dr Satan»: Η άνοδος του κατά συρροή δολοφόνου

Μέχρι αυτό το σημείο, ο Petiot είχε αποδείξει ότι ήταν ψυχικά άρρωστος και σε μεγάλο βαθμό χωρίς ηθική, ωστόσο είχε κάνει ελάχιστα πράγματα για να αποκαλείται «Δρ Σατανάς».

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ωστόσο, έβγαλε τον χειρότερο εαυτό ενός ήδη προβληματικού ανθρώπου.

Ο Petiot κατάφερε να αποφύγει την αναγκαστική γερμανική επιστράτευση των Γάλλων πολιτών το 1940, πλαστογραφώντας πιστοποιητικά αναπηρίας και συνέχισε την εργασία του ως γιατρός. Στη συνέχεια άρχισε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως ήρωα. Ισχυριζόταν ότι πολεμούσε τη γερμανική κατοχή και ότι ήταν μέλος της γαλλικής αντίστασης.

Στην πραγματικότητα, υποδυόμενος κάποιον «Dr. Eugene», δημιούργησε ένα υποτιθέμενο δίκτυο διαφυγής. Ισχυριζόταν ότι μπορούσε να βγάλει από τη Γαλλία όσους διώκονταν από τους Γερμανούς μέσω της Πορτογαλίας για να περάσουν στην Αργεντινή και σε άλλα κράτη της Νότιας Αμερικής.

Η τιμή του ήταν 25.000 φράγκα ανά άτομο. Εβραίοι, αντιστασιακοί και καταδικασμένοι εγκληματίες κατευθύνονταν στον Δρ Σατανά, μέσω τριών ανθρώπων που ήταν στο «κόλπο».

Έλεγε επίσης στους ανθρώπους που ζητούσαν βοήθεια, ότι για την είσοδο στην Αργεντινή απαιτούνταν εμβολιασμός. Όταν συμφωνούσαν να λάβουν τον εμβολιασμό, τους έκανε ένεση κυανίου. Μόλις πέθαιναν, τους λήστευε και ξεφορτωνόταν τα πτώματά τους.

Στην αρχή, άρχισε απλώς να πετάει πτώματα στον Σηκουάνα. Όταν αυτό όμως έγινε πολύ επικίνδυνο, άλλαξε τακτική και τα βύθιζε σε ασβέστη ή τα έκαιγε.

Η Γκεστάπο όμως τελικά πήρε μυρωδιά για το τι συνέβαινε. Είχαν ακούσει φήμες για το «δίκτυο» του Dr. Satan και πίστευαν ότι πράγματι είχε σχέση με την αντίσταση. Τότε, εξανάγκασαν έναν κρατούμενο, τον Robert Dreyfus, να προσεγγίσει το δίκτυο διαφυγής, αλλά κι αυτός εξαφανίστηκε.

Τελικά, η Γκεστάπο συγκέντρωσε αρκετά στοιχεία για να συλλάβει τρεις από τους συνεργούς του Petiot, αλλά δεν έπιασαν ποτέ τον ίδιο. Παρά τα βασανιστήρια των τριών ανδρών, η Γκεστάπο δεν απέκτησε ποτέ αξιοποιήσιμες πληροφορίες για την αντίσταση. Δεν φάνηκε ποτέ να περνάει από το μυαλό της ότι αυτό συνέβαινε επειδή στην πραγματικότητα είχε να κάνει με έναν κατά συρροή δολοφόνο.

«Δρ Σατανάς»: Η ανακάλυψή του και η σύλληψη

Στις 11 Μαρτίου 1944, ήρθε το τέλος για τον Petiot. Οι γείτονές του παραπονέθηκαν στην αστυνομία για άσχημες μυρωδιές που έβγαιναν από το σπίτι του, καθώς και για μεγάλες ποσότητες καπνού που έβγαιναν από την καμινάδα του. Φοβούμενη πυρκαγιά, η αστυνομία κάλεσε πυροσβέστες και μπήκε στο σπίτι.

Δεν περίμεναν ωστόσο πως θα έβρισκαν το «σπίτι του τρόμου». Στο υπόγειο υπήρχαν θαμμένα λείψανα 10 ανθρώπων. Στη φωτιά της σόμπας με τα κάρβουνα υπήρχαν ακόμη περισσότερα ανθρώπινα λείψανα. Όταν επιθεώρησαν την πίσω αυλή βρήκαν ακόμα περισσότερα λείψανα σε ένα λάκκο με ασβέστη. Το σπίτι ήταν γεμάτο από βαλίτσες, ρούχα και την προσωπική περιουσία των θυμάτων.

Σύντομα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έμαθαν την ιστορία, καλύπτοντας τη και χαρακτηρίζοντάς τον πλέον ως «Δόκτωρ Σατανά».

Ο ίδιος βέβαια είχε διαφύγει και κατάφερε να παραμείνει κρυμμένος για επτά μήνες. Στους φίλους του είπε πως η αστυνομία είχε βρει τα πτώματα των Γερμανών και των πληροφοριοδοτών που είχε σκοτώσει για τον «σκοπό» του.

Κατάφερε να κρυφτεί μέχρι την απελευθέρωση του Παρισιού το 1944. Συνελήφθη τελικά στις 31 Οκτωβρίου 1944, όταν τον αναγνώρισαν σε έναν σταθμό του μετρό στο Παρίσι και τον συνέλαβαν.

Το τέλος του και η καταδίκη

Ο Δόκτωρ Σατανάς, πάντα απατεώνας, πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από τα εγκλήματά του για μια τελευταία φορά. Στη δίκη του, ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι ήταν μέλος της αντίστασης. Δήλωσε ότι τα πτώματα ήταν αυτά των πληροφοριοδοτών και των Γερμανών συνωμοτών. Ισχυρίστηκε ότι είχαν σκοτωθεί από τους συμμάχους του στην αντίσταση, όχι από τον ίδιο.

Αυτή τη φορά η τύχη του όμως είχε εξαντληθεί. Ο ίδιος δεν είχε συμμάχους στην αντίσταση και οι μισές ομάδες στις οποίες ισχυριζόταν ότι είχε ενταχθεί δεν είχαν υπάρξει καν. Τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο για 26 δολοφονίες. Εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό στις 25 Μαΐου 1946.

Ο Petiot ήταν πιθανότατα ένοχος για πολύ περισσότερους από 26 φόνους, ωστόσο ποτέ δεν θα μάθουμε τον πραγματικό αριθμό. Ειδικά σε περιόδους πολέμου, τέτοιοι άνθρωποι μπορούν δυστυχώς να ξεγλιστρούν.