Ενόψει των επόμενων βουλευτικών εκλογών, η Ελλάδα παρακολουθεί ένα σκηνικό πολιτικής αποσύνθεσης στον χώρο της Αριστεράς, που θα ήταν κωμικό αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο.

Ads

Ο χώρος που υποτίθεται πως αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατικής ανανέωσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, έχει μετατραπεί σε αρένα προσωπικών φιλοδοξιών, αλληλοφαγωμάρας και εκλογολογίας — χωρίς κανείς να ασχολείται με αυτό που πραγματικά χρειάζεται η κοινωνία: μια ολοκληρωμένη πρόταση ζωής.

Ads

Η Αριστερά ως κατακερματισμένος καθρέφτης

Ας δούμε τον χάρτη. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Σωκράτη Φάμελλο εξανεμίζεται δημοσκοπικά — ένα κέλυφος χωρίς περιεχόμενο που καλεί τους «πρώην συντρόφους» να επιστρέψουν, σαν να αρκεί η νοσταλγία ως πολιτική πρόταση.

Ads

Δίπλα του, ο Στέφανος Κασσελάκης, ο αστέρας που ανέτειλε και έδυσε στον ουρανό της Κουμουνδούρου μέσα σε δεκαοκτώ μήνες, ηγείται πλέον των «Δημοκρατών – Προοδευτικό Κέντρο», ενός κόμματος που αναζητεί ταυτότητα κάπου μεταξύ αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος και ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας.

Ads

Διαβάστε: Ανάλυση / Τα φανερά και κρυφά μηνύματα των δημοσκοπήσεων

Η Νέα Αριστερά, το εγχείρημα που ξεκίνησε με υποσχέσεις ανανέωσης τον Δεκέμβριο του 2023 υπό τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, ήδη διασπάται. Η Έφη Αχτσιόγλου, ο Αλέξης Χαρίτσης, ο Νάσος Ηλιόπουλος ετοιμάζουν βαλίτσες προς το νέο κόμμα Τσίπρα. Ο βουλευτής Φερχάτ Οζγκιούρ πρόλαβε ήδη, ανεξαρτητοποιούμενος. Κι ο Αλέξης Τσίπρας, από τη Ρεματιά του Χαλανδρίου, ανακοίνωσε ότι  ιδρύει κόμμα — το πέμπτο ή έκτο σχήμα στον χώρο — με το σύνθημα της «κυβερνώσας Αριστεράς».

Η δημοσκόπηση της Interview τον δείχνει γύρω στο 15%, σχεδόν ισοδύναμο με το ΠΑΣΟΚ. Μετά την εκδήλωση στο Θησείο, και την παρουσίαση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η RealPolls τον εμφανίζει στο 14,1% (πρόθεση ψήφου).


Στο μεταξύ, ο Νίκος Ανδρουλάκης, στο ΠΑΣΟΚ, διαχειρίζεται τη δική του εσωκομματική αιμορραγία. Ο Χάρης Καστανίδης, ιστορικό στέλεχος του κινήματος, αποχώρησε στις αρχές Μαΐου με μια επιστολή-κόλαφο — «παραιτούμαι από το κόμμα του κ. Ανδρουλάκη, όχι από το ΠΑΣΟΚ των ιδεών» —, κατηγορώντας τον πρόεδρο ότι αλλάζει καταστατικά για να αποκλείσει ανθρώπους.

Αρκεί κάποιος να αθροίσει τα ποσοστά Τσίπρα, Ανδρουλάκη, Κασσελάκη, Φάμελλου, Σακελλαρίδη, ΚΚΕ, ΜέΡΑ25 και Πλεύσης Ελευθερίας, για να διαπιστώσει ότι το σύνολο αυτών των δυνάμεων υπερβαίνει κατά πολύ τη Νέα Δημοκρατία. Και όμως, σαν σπασμένος καθρέφτης, κάθε κομμάτι αντανακλά μόνο τον εαυτό του.

Οι υπόλοιποι παίκτες: ο κατήγορος, ο αλάνθαστος και ο πόνος

Στο πολυδιασπασμένο τοπίο, υπάρχουν κι άλλοι πρωταγωνιστές, που με τον δικό τους τρόπο ενισχύουν την ίδια παθολογία. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, με την Πλεύση Ελευθερίας, έχει αναλάβει αποκλειστικά τον ρόλο του δημόσιου κατήγορου — μιας μόνιμης εισαγγελέα της πολιτικής σκηνής. Η ενεργητικότητα και η μαχητικότητά της στη Βουλή είναι αναμφισβήτητες.

Αλλά μια αντιπολίτευση που εξαντλείται στην καταγγελία, χωρίς να αρθρώνει πρόταση για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν οδηγεί πουθενά. Ποια είναι η πρότασή της για τη δημόσια διοίκηση, για το ασφαλιστικό, για την ενεργειακή μετάβαση; Δεν ξέρουμε — η κουβέντα μένει στο στάδιο του «αυτοί είναι απατεώνες», λες και η πολιτική πρόταση εξαντλείται στην αποκάλυψη αυτονόητων.

Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ παραμένει αποκολλημένο σε ένα κόσμο σταλινικού δογματισμού ή, αν προτιμάτε, ενός πολιτικού αλάνθαστου — η γραμμή του κόμματος είναι πάντα σωστή, η ιστορία πάντα τους δικαιώνει, κι όσοι διαφωνούν είναι εξ ορισμού παραπλανημένοι. Η εσωτερική πειθαρχία τους αποτελεί μοντέλο οργάνωσης, αλλά η άρνηση να διαλεχτούν ουσιαστικά με τις σύγχρονες ανάγκες — από την ψηφιακή οικονομία ως την οικολογική κρίση — τους μετατρέπει σε μόνιμο πολιτικό θεατή: παρόντα σε κάθε διαδήλωση, απόντα από κάθε πρόταση εξουσίας. Η αυτοαπομόνωσή τους, στο όνομα της ιδεολογικής καθαρότητας, εξυπηρετεί τελικά μόνο τη Νέα Δημοκρατία.

Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το εγχείρημα Καρυστιανού. Εκφράζει κάτι αληθινό: τον βαθύ πόνο και τη δυσφορία μιας κοινωνίας απέναντι σε μια δικαιοσύνη που αδυνατεί ή αρνείται να λειτουργήσει, σε ένα κράτος που δεν λογοδοτεί για τα Τέμπη. Και ευτυχώς που υπάρχουν ευαίσθητοι άνθρωποι που αναγνωρίζουν αυτόν τον πόνο. Ωστόσο, η έκφραση δυσφορίας δεν αρκεί για να συνθέσει πολιτική πρόταση. Ένα κίνημα χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, χωρίς θέσεις για την οικονομία, την παιδεία, τις διεθνείς σχέσεις, κινδυνεύει να παραμείνει στο επίπεδο μιας ψήφου διαμαρτυρίας — σημαντικής, αλλά ανεπαρκούς ως εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.

Έτσι, στο σύνολό τους, όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές — ο καθένας για τους δικούς του λόγους — θέλουν τους άλλους να έχουν άδικο, χωρίς να βγαίνουν οι ίδιοι από την απολυτότητα, στην οποία τους καθηλώνει η εκλογική τους στρατηγική.

Η αντιπαράθεση που δεν υπάρχει

Τι ακούμε από τα κόμματα της Αριστεράς απέναντι στη Δεξιά; Μια χλιαρή, τυποποιημένη κριτική: σκάνδαλα, υποκλοπές, ακρίβεια. Ο Ανδρουλάκης ζητά εκλογές και ονομάζει τον Μητσοτάκη «Πρωθυπουργό των εκτροπών». Ο Τσίπρας μιλά για «αποκατάσταση του κράτους δικαίου». Αλλά πού είναι η ριζοσπαστική πρόταση;

Πού είναι το συνεκτικό πρόγραμμα, που θα αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, της οικονομίας, της κοινωνίας; Η αντιπολίτευση λέει «φύγε εσύ, έρχομαι εγώ» — αλλά δεν εξηγεί ποτέ ικανοποιητικά το «και μετά τι;».

Η μάχη μεταξύ αριστερών — κομμάτων και προσωπικοτήτων — παραμένει σε προσωπικό επίπεδο, με τρόπο που αντικατοπτρίζει τα χειρότερα στοιχεία της Δεξιάς που καταγγέλλουν. Ο Τσίπρας δεν μπορεί να συγχωρήσει ότι η Νέα Αριστερά δεν τον ακολούθησε. Η Αχτσιόγλου δηλώνει ότι «θα επιμείνει στο προοδευτικό μέτωπο», αλλά η επιμονή αυτή μοιάζει περισσότερο με τοποθέτηση ενόψει μεταγραφής.

Ο Φάμελλος καλεί «τις δημοκρατικές δυνάμεις να συνεννοηθούν», αλλά δεν μπορεί να κρατήσει ούτε τον δικό του κομματικό μηχανισμό ενωμένο. Κι ο Κασσελάκης αλλάζει ονόματα κομμάτων με ευκολία αλλαγής προφίλ στα social media.

Η κεντρική συζήτηση δεν αφορά ποιο πρόγραμμα θα εφαρμοστεί, αλλά ποιος είναι έτοιμος να συνεργαστεί με ποιον — και κυρίως, ποιος δεν αποκλείει τη συνεργασία με τη Δεξιά μετά τις εκλογές. Η πολιτική σκακιέρα του «μετά» αντικαθιστά τη δημόσια συζήτηση για το «τώρα» και το «αύριο».

Η γενιά που δεν σκέφτεται το αύριο — γιατί κανείς δεν τη βοηθάει

Αυτή η εκλογολογία δεν αφορά μόνο τα κόμματα. Αφορά βαθιά την κοινωνία. Η Ελλάδα πληρώνει ευρωπαϊκές τιμές με μισό ευρωπαϊκό μισθό. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη βρίσκεται στο 68% του μέσου ΕΕ — στο ίδιο επίπεδο με τη Βουλγαρία, χαμηλότερο στην Ευρώπη των 27.

Αλλά σε βασικά αγαθά — από τα γαλακτοκομικά ως την ενέργεια — οι τιμές αγγίζουν ή υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο. Ταυτόχρονα τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν σε κατανάλωση το 75% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη: δηλαδή δεν μένει τίποτα στην άκρη. Και ο πληθωρισμός, γύρω στο 5% τον Απρίλιο του 2026, τρώει κάθε ονομαστική αύξηση. Δεν μιλάμε λοιπόν για στασιμότητα μισθών — μιλάμε για χειροτέρευση. Ο κόσμος φτωχαίνει με αυξημένο μισθό.

Οι σαραντάρηδες και πενηντάρηδες βιώνουν αυτή τη χειροτέρευση καθημερινά. Και σε ακόμα πιο επικίνδυνο βαθμό, οι τριαντάρηδες — η γενιά που θα ζήσει τις συνέπειες ενός ασφαλιστικού συστήματος σε αποσύνθεση — δεν έχουν κανέναν πολιτικό χώρο που να τους λέει: «Αυτή είναι η πρότασή μας για τη σύνταξή σου σε τριάντα χρόνια, αυτός ο δρόμος είναι βιώσιμος.»

Ποιος προτείνει εναλλακτικές στο 13ωρο εργασίας, πέρα από αόριστες υποσχέσεις; Το 4ήμερο εργασίας του ΠΑΣΟΚ ακούγεται ελκυστικό — αλλά πώς εφαρμόζεται σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, με κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης; Σε μια χώρα όπου σωρεία πακέτων επιδοτήσεων, pass και κρατικών ενισχύσεων αντικαθιστούν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις;

Σε μια οικονομία όπου οι μεγαλύτερες εταιρείες τροφοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπου ιδιωτικοποιήσεις κοινωφελών υπηρεσιών — ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες — δεν μετέφρασαν τον ανταγωνισμό σε χαμηλότερες τιμές και καλύτερες υπηρεσίες για τον πολίτη, αλλά σε ολιγοπώλια με υψηλό κόστος;

Η ατζέντα που λείπει

Ποιος μιλάει σήμερα, με ολοκληρωμένο τρόπο, για κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή — όχι ως σύνθημα, αλλά ως συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικών; Για πολυεπίπεδη οικονομική ανάπτυξη — που δεν περιορίζεται στον τουρισμό, αλλά χτίζει παραγωγική βάση στην περιφέρεια, στην τεχνολογία, στην αγροτική καινοτομία; Για διαφάνεια, εξάλειψη της διαφθοράς και της αυθαιρεσίας; Για δημοκρατική διακυβέρνηση, ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ασφάλεια των πολιτών, τον ρόλο των συνδικάτων; Για ανώτερη ποιότητα παιδείας και υγείας σε όλη την επικράτεια — όχι μόνο στο κέντρο της Αθήνας; Για απλούστευση ενός κράτους που εξυπηρετεί τον εαυτό του αντί τον πολίτη; Για περιφερειακή ανάπτυξη και ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης;

Και πάνω απ’ όλα: ποιος μιλάει για την οικολογική μετάβαση ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα; Η πράσινη στροφή της οικονομίας δεν είναι πολυτέλεια οικολογικής ευαισθησίας — είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική πρόταση μετασχηματισμού: νέες επιχειρήσεις στην κυκλική οικονομία, στις ανανεώσιμες πηγές, στη βιώσιμη γεωργία, στην ενεργειακή αυτονομία.

Μια Αριστερά που δεν θέτει αυτό ως πρώτη προτεραιότητα, δεν μιλάει ούτε για το σήμερα ούτε για το αύριο.

Και ποιος μιλάει για την Ευρώπη; Η Ελλάδα αναλαμβάνει σύντομα την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, σε μια στιγμή που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αμυντική ανεπάρκεια, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, απαιτούν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνοχή — κοινή αμυντική πολιτική, κοινή εξωτερική πολιτική, βαθύτερη ενοποίηση που δεν θα περιορίζεται στη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά θα εγγυάται κοινωνική σύγκλιση και κοινή ασφάλεια.

Ποιο κόμμα της Αριστεράς τοποθετείται σοβαρά απέναντι σε αυτά; Η συζήτηση εξαντλείται σε εσωτερικά μέτωπα, σαν η Ελλάδα να μην είναι μέλος μιας Ένωσης 450 εκατομμυρίων πολιτών που ξαναγράφει τώρα τους κανόνες της.

Κανείς δεν απαντά σε αυτά με τρόπο συνολικό, εμπεριστατωμένο, ρεαλιστικό. Ο Τσίπρας δημοσίευσε ένα «Μανιφέστο» μέσω του Ινστιτούτου του, μιλώντας για σύγκλιση σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας. Ωραίες λέξεις.

Αλλά ούτε ο Τσίπρας, ούτε κανείς από όσους μιλούν για σύγκλιση, εξηγεί πώς θα γίνει αυτό στην πράξη. Ποια είναι η μεθοδολογία; Ποιος κάνει τι; Ποιες είναι οι δεσμεύσεις; Ένα μανιφέστο δεν είναι πρόγραμμα — και η σύγκλιση δεν γίνεται με διακηρύξεις.

Τι διδάσκει η διεθνής εμπειρία

Αν η ελληνική Αριστερά έψαχνε πραγματικά μοντέλα αντί για συνθήματα, θα βρισκόταν μπροστά σε συγκεκριμένα μαθήματα.

Το πιο διδακτικό ίσως προέρχεται από τη Γαλλία. Ο Φρανσουά Μιτεράν δεν κέρδισε τις εκλογές του 1981 με μια εκλογική συμμαχία της τελευταίας στιγμής. Η νίκη ετοιμαζόταν από το 1972, όταν Σοσιαλιστές, Κομμουνιστές και Ριζοσπάστες της Αριστεράς υπέγραψαν το «Κοινό Πρόγραμμα Διακυβέρνησης» — ένα κείμενο δεσμευτικό, συγκεκριμένο, με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, εθνικοποιήσεις, εργατικά δικαιώματα, κατάργηση της θανατικής ποινής.

Ο Μιτεράν δεν ζήτησε από τους Κομμουνιστές να γίνουν σοσιαλδημοκράτες, ούτε ίδρυσε νέο κόμμα. Πρότεινε ένα κοινό πλαίσιο δράσης, στο οποίο κάθε δύναμη δεσμευόταν χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Οι 110 προτάσεις του Μιτεράν ήταν η μετάφραση εκείνου του κοινού προγράμματος σε σχέδιο διακυβέρνησης. Και είναι χαρακτηριστικό: η νίκη ήρθε μόνο αφότου ο σεχταρισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος τιμωρήθηκε στις κάλπες — ένα παράλληλο που αξίζει να αναλογιστεί κάθε ελληνικό κόμμα που ασκεί πολιτική αποκλεισμού στο όνομα της ιδεολογικής καθαρότητας.

Και η ίδια η Γαλλία προσφέρει σήμερα το αντιπαράδειγμα. Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο κατάφερε να αποτρέψει την πλειοψηφία της Λεπέν στις εκλογές του 2024, αλλά αμέσως μετά αποδείχτηκε ανίκανο να κυβερνήσει, ή έστω να συμφωνήσει σε Πρωθυπουργό. Τέσσερις Πρωθυπουργοί σε λιγότερο από δύο χρόνια, ο ένας πιο βραχύβιος από τον άλλο.

Ο Μελανσόν, με τη France Insoumise, ασκεί πολιτική αποκλεισμού στο εσωτερικό της Αριστεράς, ακριβώς όπως τα ελληνικά κόμματα: η μόνη πραγματική στρατηγική του είναι εκλογική — να κυριαρχήσει αυτός, όχι να κυβερνήσει η Αριστερά. Αλλά δεν είναι μόνο ο Μελανσόν: Σοσιαλιστές, Πράσινοι, Κομμουνιστές, ο καθένας μανουβράρει για λογαριασμό του — ακριβώς αυτό που γίνεται στην Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα; Πολιτικό αδιέξοδο, ακυβερνησία, και ελεύθερο πεδίο για την άκρα Δεξιά που συγκεντρώνει τη δυσαρέσκεια. Η Γαλλία δείχνει στην Ελλάδα — σε πραγματικό χρόνο — πού οδηγεί η αλληλοφαγωμάρα: όχι στη νίκη της Αριστεράς, αλλά στη νίκη της Λεπέν.

Πιο πρόσφατα, η Πορτογαλία μεταξύ 2015 και 2019 πρόσφερε ένα θετικό παράδειγμα — πριν κι εκεί η αλαζονεία και η φθορά οδηγήσουν σε κατάρρευση. Ο Αντόνιο Κόστα πρότεινε ένα πλαίσιο προγραμματικών σημείων σύγκλισης — αντιστροφή μισθολογικών περικοπών, ενίσχυση κοινωνικού κράτους — στο οποίο κάθε κόμμα δεσμευόταν χωρίς να χάνει την αυτονομία του. Η «Geringonça» λειτούργησε τέσσερα χρόνια.

Στην Ισπανία, η κυβέρνηση Σάντσεθ-Podemos δεν στηρίχτηκε σε ιδεολογική ομοιογένεια, αλλά σε κοινά νομοθετικά μέτρα: αύξηση κατώτατου μισθού, νόμος για τη στέγαση, μεταρρύθμιση εργατικής νομοθεσίας. Η σύγκλιση δεν ήταν ιδεολογική — ήταν λειτουργική.

Το μάθημα είναι σαφές: η σύγκλιση στην Αριστερά δεν απαιτεί ένα νέο κόμμα — απαιτεί ένα δεσμευτικό προγραμματικό πλαίσιο. Μια λίστα συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, κοστολογημένων, με χρονοδιάγραμμα, ανοιχτών σε δημόσια αξιολόγηση — στις οποίες κάθε πολιτική δύναμη δεσμεύεται ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές της αφετηρίες. Αυτό θα ήταν πρωτοπορία στην ελληνική πολιτική σκηνή — κι αυτό δεν προτείνει κανείς, γιατί η λογοδοσία δεν συμβαδίζει με τις προσωπικές φιλοδοξίες.

Η κοινωνία που κανείς δεν εμπιστεύεται

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σοβαρή αποτυχία. Οι πρωταγωνιστές της Αριστεράς, με την εμμονή τους στην κατάκτηση της εξουσίας — το κάθε κόμμα για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από την όποια καλή θέληση του καθενός — πετυχαίνουν κάτι τραγικά αντίθετο από αυτό που υποτίθεται πως επιδιώκουν.

Αντί να ενδυναμώσουν την κοινωνία, την αποδυναμώνουν. Αντί να την κινητοποιήσουν, την παραλύουν. Αντί να την απελευθερώσουν, την εγκλωβίζουν σε μια ατέρμονη συζήτηση για ποσοστά, μεταγραφές και κομματικές σκακιέρες.

Δεν ακούμε συζήτηση για την αυτονομία της κοινωνίας — για τη δυνατότητα των πολιτών να αυτο-οργανώνονται, να αποφασίζουν τοπικά, να ελέγχουν τους εκλεγμένους τους.

Δεν ακούμε για κινητοποίηση — ποιος σχεδιάζει εκστρατείες ενημέρωσης, ποιος οργανώνει δίκτυα αλληλεγγύης, ποιος συνδέει τον αγρότη στα Τρίκαλα με τον φοιτητή στην Αθήνα και τον μηχανικό στη Θεσσαλονίκη; Δεν ακούμε για ελευθερία — τον πυρήνα κάθε αριστερής σκέψης. Ακούμε μόνο: «ψηφίστε εμάς για να αλλάξει η κυβέρνηση.» Ως εκεί.

Ένα σπασμένο κοινωνικό συμβόλαιο

Η πραγματική κρίση δεν είναι κομματική. Είναι κρίση κοινωνικού συμβολαίου. Μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει με την αίσθηση ότι η πολιτική δεν την αφορά — και τα κόμματα της Αριστεράς, αντί να αντιστρέψουν αυτό το ρεύμα, το τροφοδοτούν. Κάθε νέα διάσπαση, κάθε νέα ανεξαρτητοποίηση, κάθε νέο κόμμα που ιδρύεται χωρίς να εξηγεί τι θα κάνει διαφορετικά, βαθαίνει τη δυσπιστία.

Η Νέα Δημοκρατία κερδίζει ακριβώς επειδή οι υπόλοιποι δεν προσφέρουν εναλλακτική. Η αντιπολίτευση, κατακερματισμένη σε δέκα σχήματα, μοιάζει με στρατό που σπαταλά τα πυρομαχικά του σε εμφύλιες μάχες.

Αυτό που χρειάζεται η ελληνική Αριστερά δεν είναι ούτε ένα ακόμα κόμμα, ούτε ένα ακόμα μανιφέστο. Χρειάζεται ένα σύμφωνο ειλικρίνειας με την κοινωνία: ποια προβλήματα αναγνωρίζουμε, ποια λύση προτείνουμε, με ποιους μηχανισμούς ελέγχου.

Χρειάζεται μια δεσμευτική προγραμματική πλατφόρμα — σαν αυτές που λειτούργησαν αλλού στην Ευρώπη, από τη Γαλλία του Μιτεράν ως την Πορτογαλία του Κόστα — αντί για ακόμα μια προσωπική φιλοδοξία ντυμένη σε ιδεολογικό μανδύα. Και πάνω απ’ όλα, εμπιστοσύνη στην κοινωνία — γιατί μια Αριστερά που δεν εμπιστεύεται τους πολίτες για να τους ρωτήσει τι χρειάζονται, δεν αξίζει την εμπιστοσύνη τους.

Αντ’ αυτού, παρακολουθούμε μια αλληλοφαγωμάρα που μοιάζει ολοένα περισσότερο με πολιτικό θέατρο — ένα θέατρο στο οποίο ο κόσμος σηκώνεται και φεύγει προτού πέσει η αυλαία.

*Ο κ. Ξενοφών Κροκίδης είναι Δρ. Φυσικής, Ιδρυτής και Δ/νων σύμβουλος της εταιρείας SCIENOMICS.