Το παρόν κείμενο γράφεται με αφορμή την ακολουθία της ταινίας «Καποδίστριας» από την ταινία  «Άγιος Παΐσιος», όχι ως κριτική συγκεκριμένων έργων, αλλά ως παρατήρηση ενός ευρύτερου ιδεολογικού μοτίβου.

Ads

Η μετάβαση από τις λεγόμενες «εθνικές» ταινίες στις θρησκευτικές δεν είναι ούτε αθώα ούτε τυχαία. Είναι μια φυσική, σχεδόν οργανική συνέχεια. Όχι αισθητικά – ιδεολογικά. Εκεί όπου το έθνος παρουσιάζεται ως πληγωμένο σώμα που ζητά αποκατάσταση, έρχεται η θρησκεία να προσφέρει τη «θεραπεία». Όχι ως πίστη, αλλά ως πειθαρχία. Όχι ως πνευματικότητα, αλλά ως κανονιστικό πλαίσιο.

Ads

Ο κινηματογράφος, όπως πάντα, δεν προηγείται της πολιτικής. Την προετοιμάζει. Οι «εθνικές» ταινίες κατασκευάζουν το έδαφος: απλουστευμένη Ιστορία, ηρωοποίηση χωρίς ρωγμές, καλό και κακό σε απόλυτες κατηγορίες. Το τραύμα γίνεται αφήγημα ενότητας, η σύγκρουση εξορίζεται, η αμφιβολία θεωρείται προδοσία. Το κοινό δεν καλείται να σκεφτεί, αλλά να ταυτιστεί. Να συγκινηθεί «σωστά».

Ads

Στη συνέχεια, οι θρησκευτικές ταινίες αναλαμβάνουν το επόμενο στάδιο: τη μεταφυσική νομιμοποίηση. Εκεί όπου το έθνος δεν αρκεί πια, επιστρατεύεται το Θείο. Η Ιστορία παύει να είναι ανθρώπινη διαδικασία και μετατρέπεται σε σχέδιο. Η βία εξαγνίζεται, η εξουσία αγιοποιείται, η υπακοή βαφτίζεται ταπείνωση. Δεν χρειάζεται πια να πειστείς. Αρκεί να πιστέψεις. Αυτό το σινεμά δεν απευθύνεται στο μυαλό, αλλά στη συνείδηση. Και τη συνείδηση δεν την ελέγχεις με επιχειρήματα· τη διαμορφώνεις με σύμβολα, εικόνες, συγκίνηση. Με «φως». Με «ιερότητα». Με την υπόσχεση μιας χαμένης καθαρότητας.

Ads

Έτσι προετοιμάζεται και εγκαθίσταται η επόμενη μέρα της πολιτικής. Μια μέρα όπου ο αυταρχισμός δεν εμφανίζεται ως βία, αλλά ως φροντίδα. Όπου ο έλεγχος ονομάζεται τάξη. Όπου η φίμωση βαφτίζεται σεβασμός. Όπου η ελευθερία θεωρείται επικίνδυνη επειδή «διαβρώνει τις αξίες». Η ψευδο-πνευματικότητα είναι το πιο αποτελεσματικό πρόσχημα εξουσίας. Δεν χρειάζεται στρατό. Χρειάζεται πιστούς.

Δεν χρειάζεται λογοκρισία. Χρειάζεται «ιερά όρια». Δεν χρειάζεται επιχειρήματα. Χρειάζεται τελετουργία. Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: όχι σε αυτό που έρχεται, αλλά σε αυτό που έχει ήδη εγκατασταθεί ως κανονικότητα. Στην αποδοχή ότι η τέχνη οφείλει να «διδάσκει». Ότι ο κινηματογράφος πρέπει να «ενώνει». Ότι η αμφισημία είναι πολυτέλεια και η κριτική πολεμική πράξη. Ο κίνδυνος δεν έρχεται. Είναι εδώ. Στις εικόνες που δεν αντέχουν την ερώτηση. Στις αφηγήσεις που φοβούνται τη ρωγμή.

Στην τέχνη που παραιτείται από την ευθύνη της και μετατρέπεται σε όχημα παρηγοριάς και πειθαρχίας. Και απέναντι σε αυτό, η μόνη πραγματικά πολιτική πράξη του σινεμά παραμένει η ίδια: να μην καθησυχάζει. Να μην εξαγνίζει. Να μην υπόσχεται σωτηρία. Αλλά να επιμένει να δείχνει το σκοτάδι. Χωρίς εγγυήσεις, χωρίς άφεση, χωρίς Θεό που κατεβαίνει στο τέλος να βάλει τάξη. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς μακριά για να δει πώς αυτό το μοντέλο εφαρμόζεται ήδη.


Στην Αμερική του Donald Trump, η πολιτική θεμελιώνεται συστηματικά πάνω στη δημιουργία τεχνητών εχθρών: μετανάστες, «ελίτ», δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, πανεπιστήμια, ακόμη και η ίδια η πραγματικότητα όταν δεν συμφωνεί με το αφήγημα. Ο φόβος δεν είναι παρενέργεια· είναι εργαλείο. Χωρίς εχθρό δεν υπάρχει σωτήρας, χωρίς απειλή δεν δικαιολογείται η πειθαρχία, χωρίς κατασκευή κινδύνου δεν νομιμοποιείται η αυταρχική στροφή.

Το ενδιαφέρον και τρομακτικό είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν χρειάζεται πια να εμφανίζεται ως ωμή πολιτική βία, χωρίς να αποκλείεται πλέον και αυτή. Ντύνεται με θρησκευτικό λεξιλόγιο, με ηθικό πανικό, με επίκληση «αξιών» και «παράδοσης». Έτσι, η εξουσία δεν παρουσιάζεται ως καταστολή αλλά ως αποκατάσταση μιας τάξης που υποτίθεται ότι απειλείται. Με την υπόσχεση μιας χαμένης καθαρότητας, εγκαθίσταται η επόμενη μέρα της πολιτικής: ο αυταρχισμός εμφανίζεται ως φροντίδα, ο έλεγχος ως τάξη, η φίμωση ως σεβασμός, και η ελευθερία ως απειλή γιατί «διαβρώνει τις αξίες». Όμως όταν ο φόβος γίνεται αξία, η δημοκρατία έχει ήδη τελειώσει.