Η διαρκής ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε συνδυασμό με τη στρατηγική προσέγγιση της Ελλάδας με το Ισραήλ, δημιουργεί έναν πολιτικό, στρατιωτικό και διπλωματικό γόρδιο δεσμό που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να λυθεί.

Ads

Πολύ περισσότερο σήμερα, όταν η Τουρκία και το Ισραήλ δεν βρίσκονται απλώς σε αντιπαράθεση, αλλά κινούνται επικίνδυνα κοντά στα όρια μιας ευρύτερης σύγκρουσης με επίκεντρο τη Συρία. Η Ελλάδα κινδυνεύει έτσι να βρεθεί δεσμευμένη μέσα σε μια αντιπαράθεση που δεν είναι δική της, αλλά της οποίας τις συνέπειες μπορεί να κληθεί να πληρώσει.

Ads

Οι παραδοσιακές ισορροπίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έχουν στο μεταξύ ανατραπεί. Η παλιά σχέση με τη Ρωσία έχει ουσιαστικά καταρρεύσει, οι δεσμοί με τον αραβικό κόσμο έχουν αποδυναμωθεί και η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικό μέρος της στρατηγικής της στη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η συνεργασία αυτή μπορεί να δημιουργεί την αυταπάτη ότι εξυπηρετεί συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα. Το ερώτημα όμως είναι εάν έχει μετατραπεί από εργαλείο εξωτερικής πολιτικής σε μονόδρομο.

Ads

Και εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση. Η κριτική στην πολιτική του κράτους του Ισραήλ και στον σιωνισμό ως πολιτικό σχέδιο δεν αφορά τον εβραϊκό λαό, την ιστορία, τον πολιτισμό, τα επιτεύγματα και τις ανείπωτες θυσίες του μέσα στους αιώνες. Η ταύτιση των δύο όχι μόνο είναι ιστορικά λανθασμένη, αλλά καθιστά αδύνατη κάθε σοβαρή πολιτική συζήτηση. Ένα κράτος και μια κυβέρνησή του κρίνονται για τις πράξεις και τις επιλογές τους όπως κάθε άλλο κράτος και κάθε άλλη κυβέρνηση.

Ads

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι εάν η Ελλάδα πρέπει να είναι «με το Ισραήλ» ή «εναντίον του Ισραήλ». Το πρόβλημα είναι εάν διαθέτει αυτόνομη στρατηγική στο διεθνές πεδίο.

Είμαστε πράγματι τόσο αδύναμοι, εξαιτίας και της μακράς οικονομικής μας περιπέτειας, ώστε τα περιθώρια ανεξάρτητων κινήσεων να έχουν περιοριστεί δραματικά; Η σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες μάς προσφέρει ασφάλεια ή μας μετατρέπει σταδιακά σε ένα είδος συμμαχικού αεροπλανοφόρου στην Ανατολική Μεσόγειο; Υπάρχουν δεσμεύσεις τις οποίες η ελληνική κοινωνία αγνοεί; Υπάρχουν πιέσεις που δεν γνωρίζουμε; Ή μήπως, πολύ απλούστερα, απέναντι σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα, η ελληνική εξωτερική πολιτική προτιμά να «πετάει την μπάλα στην εξέδρα», ελπίζοντας ότι οι μεγάλες αποφάσεις θα ληφθούν από άλλους;

Δεν πιστεύω στον διαχωρισμό «πατριωτών» και «προδοτών». Είναι μια εύκολη λαϊκιστική κατασκευή που, αντί να φωτίζει το πρόβλημα, μας εμποδίζει να το κατανοήσουμε. Οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι ποδοσφαιρικός αγώνας. Δεν υπάρχουν αιώνιοι φίλοι και αιώνιοι εχθροί. Υπάρχουν συμφέροντα, συσχετισμοί, ιστορικές μνήμες, φόβοι, οικονομικές εξαρτήσεις και ισορροπίες που μπορούν να αλλάξουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Γι’ αυτό και η εξωτερική πολιτική απαιτεί προσωπικότητες. Ανθρώπους με βαθιά γνώση της Ιστορίας και του Πολιτισμού κάθε χώρας και κάθε περιοχής, ώστε να διαθέτουν τα εργαλεία για να κατανοήσουν πριν αποφασίσουν και να προβλέψουν πριν δεσμεύσουν τη χώρα.

Η διπλωματία δεν είναι διαχείριση δημοσίων σχέσεων ούτε φωτογραφίες ηγετών μπροστά στις σημαίες τους. Είναι η τέχνη να αντιλαμβάνεσαι τι θα συμβεί όταν οι κάμερες θα έχουν κλείσει και η φωτογραφία θα έχει ξεχαστεί.

Το ίδιο ισχύει και για την εξοπλιστική πολιτική. Αν θεωρούμε ότι αγοράζοντας συνεχώς νέα οπλικά συστήματα δεσμεύουμε τις πωλήτριες χώρες να σταθούν δίπλα μας σε μια μελλοντική κρίση, κοιμόμαστε τον ύπνο τον βαθύ. Οι χώρες που πουλούν όπλα δεν εκχωρούν μαζί με τα μαχητικά, τις φρεγάτες ή τους πυραύλους και την εξωτερική τους πολιτική.

Υπάρχει, άλλωστε, μια ολόκληρη οικονομία του πολέμου. Υπάρχουν τα όπλα που καταστρέφουν και υπάρχει η οικονομία που ακολουθεί την καταστροφή: ανοικοδόμηση, ενέργεια, υποδομές, κατασκευές, νέες αγορές. Τα ερείπια δεν αποτελούν μόνο το τέλος ενός πολέμου. Για κάποιους αποτελούν την αρχή μιας νέας αγοράς. Και γι’ αυτό η γεωπολιτική δεν μπορεί να διαβάζεται μόνο μέσα από τις επίσημες δηλώσεις περί ασφάλειας, δημοκρατίας και συμμαχιών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κύπρος. Όταν σήμερα το Ισραήλ καταγγέλλει την τουρκική στρατιωτική παρουσία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, θα ήταν αφελές να θεωρήσουμε ότι ξαφνικά ανακάλυψε το Κυπριακό. Η αναφορά στην Κύπρο εντάσσεται και στη σημερινή σκληρή αντιπαράθεσή του με την Τουρκία για τη Συρία και την αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική επιρροή εκεί. Η διπλωματική σύμπτωση συμφερόντων μπορεί να είναι πρόσκαιρα χρήσιμη για την Ελλάδα και την Κύπρο. Άλλο όμως η σύμπτωση συμφερόντων και άλλο η ταύτισή τους.

Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής στρατηγικής: η τάση μας να μετατρέπουμε τις συγκυριακές συμμαχίες σε σχεδόν μεταφυσικές βεβαιότητες. Άπειρα τα παραδείγματα. Ακόμη και πολιτικά κόμματα έχουν συγκροτηθεί πάνω σε τέτοιες «εθνικές φαντασιώσεις».

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε να αναζητήσει καινούργιους «προστάτες» ούτε να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη.

Χρειάζεται να επανακαθορίσει τη γεωπολιτική της θέση και να αποκτήσει ξανά τη δυνατότητα να συνομιλεί με περισσότερους από έναν κόσμους ταυτόχρονα. Να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιέζοντας ώστε αυτή να γίνει πραγματική πολιτική και οικονομική ένωση, θεμελιωμένη πάνω στις αρχές που διαμόρφωσαν τη Δύση, κι όχι μια γραφειοκρατική, οικονομοτεχνική σέχτα. Να μην παραιτείται από την ιστορική της σχέση με τον αραβικό κόσμο. Να μη θεωρεί τη σημερινή σχέση με τη Ρωσία αιώνια και αμετάκλητη πραγματικότητα. Και, κυρίως, να μην προσδένεται σε στρατηγικές άλλων κρατών σαν να ήταν δικές της.

Η ευκαιριακή σχέση με το Ισραήλ δεν μπορεί να αποτελεί υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής, ούτε η σχέση εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεπάγεται παραίτηση από το δικαίωμα μιας χώρας να καθορίζει η ίδια πού αρχίζουν και πού τελειώνουν τα συμφέροντά της. Και βεβαίως, να μπορεί να συνομιλεί ακόμη και με εκείνους με τους οποίους διαφωνεί. Γιατί η διπλωματία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η βεβαιότητα ότι υπάρχουν μόνο φίλοι και εχθροί. Αυτό ονομάζεται εξωτερική πολιτική.


Γιατί ο κόσμος που έρχεται δεν θα επιτρέψει για πολύ ακόμη τη βολική πολυτέλεια των σταθερών στρατοπέδων. Οι συμμαχίες μετακινούνται, οι περιφερειακές δυνάμεις αυτονομούνται, οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν και οι σημερινοί αντίπαλοι μπορούν αύριο να βρεθούν στο ίδιο τραπέζι.

Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή την τεκτονική πλάκα. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να μπει στη μέγγενη αποφάσεων που σήμερα μοιάζουν ασφαλείς αλλά αύριο μπορεί να την αφήσουν μετέωρη.

Χρειάζεται ευελιξία χωρίς δουλικότητα, συμμαχίες χωρίς εξάρτηση, αποτροπή χωρίς πολεμική υστερία και, πάνω απ’ όλα, στρατηγική αυτονομία στη σκέψη.

Δύσκολη πίστα. Για πρωταθλητές σκιέρ. Υπάρχουν;