Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Όταν η Πολιτεία επενδύει στη διατήρηση του παρελθόντος και αφήνει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία να επιβιώνει από τύχη, το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Παρακολουθώντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την υπουργό Πολιτισμού να εγκαινιάζουν στα Ιωάννινα την αποκατάσταση και ανάδειξη δύο οθωμανικών μνημείων, δεν στάθηκα τόσο στο ίδιο το γεγονός όσο σε όσα αυτό συμβόλιζε.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κάθε μνημείο, ανεξάρτητα από την ιστορική περίοδο στην οποία ανήκει, αποτελεί μέρος της συλλογικής μας μνήμης και οφείλει να προστατεύεται. Μια ώριμη δημοκρατία δεν επιλέγει ποια κομμάτια της ιστορίας της θα διασώσει και ποια θα αφήσει να καταρρεύσουν. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι πολυτέλεια· είναι υποχρέωση.
Οι σκέψεις μου, όμως, πήγαν αλλού. Στη θέση του σύγχρονου καλλιτέχνη μέσα στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
Γιατί κάθε φορά που η Πολιτεία παρουσιάζει με υπερηφάνεια ένα ακόμη έργο αποκατάστασης, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ ποια είναι η αντίστοιχη μέριμνα για όσους παράγουν σήμερα την κουλτούρα αυτού του τόπου. Για τους συγγραφείς, τους κινηματογραφιστές, τους μουσικούς, τους ανθρώπους του θεάτρου, των εικαστικών, του χορού. Για όλους εκείνους που δημιουργούν τα έργα που ίσως σε εκατό ή διακόσια χρόνια θα αποτελούν κι αυτά την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αντίφαση. Συμπεριφερόμαστε σαν ο ελληνικός πολιτισμός να ολοκληρώθηκε πριν από αιώνες και η δική μας αποστολή να είναι απλώς η συντήρησή του. Λες και η ιστορία σταμάτησε να παράγεται. Σαν να πιστεύουμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένα ένδοξο κεφάλαιο που έκλεισε και όχι ένα βιβλίο που συνεχίζει να γράφεται.
Αν παρατηρήσει κανείς τη λειτουργία του ελληνικού κράτους, θα διαπιστώσει ότι το Υπουργείο Πολιτισμού λειτουργεί πρωτίστως ως υπουργείο διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς και δευτερευόντως ως υπουργείο ανάπτυξης της σύγχρονης δημιουργίας.
Το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας, του πολιτικού ενδιαφέροντος και των διαθέσιμων πόρων κατευθύνεται, εύλογα ίσως, στην προστασία αρχαιοτήτων, μουσείων, μνημείων και ιστορικών χώρων.
Όμως η κουλτούρα δεν είναι μόνο ό,τι παραλάβαμε. Είναι και ό,τι παραδίδουμε. Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Κάθε φορά που τίθεται ζήτημα χρηματοδότησης των τεχνών, η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Δεν υπάρχουν χρήματα». Δεν υπάρχουν χρήματα για τα φεστιβάλ. Δεν υπάρχουν χρήματα για τον κινηματογράφο. Δεν υπάρχουν χρήματα για το θέατρο. Δεν υπάρχουν χρήματα για τη λογοτεχνία. Δεν υπάρχουν χρήματα για τη μουσική. Δεν υπάρχουν χρήματα για τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία. Σαν η τέχνη να αποτελεί μια δευτερεύουσα κρατική δαπάνη, που μπορεί πάντοτε να περιμένει.
Κι όμως, το επιχείρημα της έλλειψης πόρων είναι συχνά παραπλανητικό. Γιατί οι προϋπολογισμοί δεν αποτυπώνουν μόνο οικονομικές δυνατότητες. Αποτυπώνουν πολιτικές προτεραιότητες.
Μια κυβέρνηση δεν χρηματοδοτεί μόνο ό,τι μπορεί. Χρηματοδοτεί πρωτίστως ό,τι θεωρεί σημαντικό. Και η Ελλάδα, διαχρονικά, φαίνεται να θεωρεί σημαντικότερο το παρελθόν από το παρόν της. Ίσως γιατί το παρελθόν είναι ασφαλές. Δεν διαφωνεί. Δεν ασκεί κριτική. Δεν αμφισβητεί την εξουσία. Ένα μνημείο δεν γράφει άρθρα. Ένα άγαλμα δεν γυρίζει ταινίες. Ένας αρχαιολογικός χώρος δεν ανεβάζει παραστάσεις που προκαλούν αντιδράσεις. Η σύγχρονη τέχνη, αντίθετα, είναι ζωντανός οργανισμός. Συγκρούεται. Ενοχλεί. Παρεμβαίνει. Δοκιμάζει τα όρια της κοινωνίας. Και ίσως γι’ αυτό αντιμετωπίζεται με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση.
Η Ελλάδα δεν έχει απλώς σεβασμό για το παρελθόν της. Έχει οικοδομήσει μια πολιτική ιδεολογία γύρω από αυτό. Αντλεί από αυτό εθνική αυτοπεποίθηση, διεθνές κύρος και τουριστική υπεραξία. Συχνά όμως το χρησιμοποιεί και ως υποκατάστατο του παρόντος. Αντί να αναρωτηθούμε τι δημιουργούμε σήμερα, επαναλαμβάνουμε τι δημιούργησαν οι πρόγονοί μας. Ζούμε με δανεισμένο μεγαλείο. Καμαρώνουμε για τον Παρθενώνα, αλλά δυσκολευόμαστε να επενδύσουμε σε εκείνον που ίσως δημιουργήσει το έργο που θα θαυμάζουν οι επόμενοι αιώνες. Ξεχνάμε κάτι πολύ απλό.

Ο Παρθενώνας δεν γεννήθηκε μνημείο. Ήταν ένα σύγχρονο έργο της εποχής του. Οι τραγωδίες του Αισχύλου δεν γράφτηκαν ως «κλασικά κείμενα». Ήταν νέα έργα. Ριζοσπαστικά. Το ίδιο συνέβη με κάθε μεγάλο έργο της ελληνικής ιστορίας. Κάποτε κάποιος αποφάσισε να επενδύσει στο παρόν. Αν εκείνη η κοινωνία είχε τη δική μας λογική, ίσως σήμερα να μην υπήρχε τίποτα για να συντηρήσουμε.
Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να αφαιρεθούν πόροι από την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υποστηρίζω όμως ότι είναι τραγικό μια χώρα να φέρεται σαν να μην μπορεί να κάνει και τα δύο. Να διασώζει το χθες και να γεννά το αύριο.
«Μα δώσαμε εκατοντάδες εκατομμύρια στον κινηματογράφο.» Όχι. Δεν δώσατε στον κινηματογράφο. Δώσατε στον αποκαλούμενο «οπτικοακουστικό τομέα». Σε έναν ευρύ χώρο που περιλαμβάνει τον κινηματογράφο, αλλά και τηλεοπτικές σειρές, πλατφόρμες, ψυχαγωγικές εκπομπές, τηλεπαιχνίδια και κάθε είδους οπτικοακουστική παραγωγή. Δεν υποτιμώ καμία από αυτές τις δραστηριότητες.
Έχουν τη δική τους οικονομική και κοινωνική σημασία. Όμως είναι άλλο πράγμα η ανάπτυξη της οπτικοακουστικής βιομηχανίας και άλλο η άσκηση πολιτικής για την τέχνη του κινηματογράφου.
Ο κινηματογράφος δεν μπορεί να εξαφανίζεται μέσα στη στατιστική του «οπτικοακουστικού». Όπως η ποίηση δεν μπορεί να κρίνεται μαζί με τη διαφήμιση επειδή και τα δύο χρησιμοποιούν λέξεις. Όταν η Πολιτεία συγχέει αυτά τα δύο, καταλήγει να παρουσιάζει ως πολιτιστική πολιτική αυτό που στην πραγματικότητα είναι κυρίως μια πολιτική ανάπτυξης της δημιουργικής βιομηχανίας. Ο κινηματογράφος, όμως, δεν είναι μόνο βιομηχανία. Είναι πρωτίστως τέχνη. Και η τέχνη δεν μπορεί να επιβιώνει ως παράπλευρο αποτέλεσμα μιας αναπτυξιακής στρατηγικής.
Η στιγμή που μια χώρα επενδύει περισσότερο στη συντήρηση των έργων που κληρονόμησε παρά στη δημιουργία νέων έργων είναι η στιγμή που αρχίζει να μετατρέπεται σε μουσείο του εαυτού της. Τα μουσεία είναι χώροι μνήμης. Δεν είναι χώροι παραγωγής ζωής. Και τα μουσεία, όσο σπουδαία κι αν είναι, δεν παράγουν πολιτισμό. Τον φιλοξενούν. Η κουλτούρα, όμως, δεν μπορεί να ζήσει μόνο μέσα στις προθήκες. Χρειάζεται ανθρώπους που δημιουργούν, ρισκάρουν, αποτυγχάνουν, επιμένουν.
Χρειάζεται μια Πολιτεία που να πιστεύει ότι ο πολιτισμός δεν είναι μόνο η μνήμη ενός έθνους. Είναι και η φαντασία του. Και φοβάμαι πως στην Ελλάδα επενδύουμε πολύ περισσότερο στη μνήμη παρά στη φαντασία. Γιατί το μεγαλύτερο δράμα μιας χώρας δεν είναι να μην έχει ένδοξο παρελθόν. Είναι να μην παράγει ένα μέλλον που θα αξίζει κάποτε να γίνει παρελθόν.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


