Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
«Θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες» Τζίμης Πανούσης
Ο μακαρίτης ο Τζίμης Πανούσης, με εκείνη την ανατριχιαστική ικανότητα που είχε να μετατρέπει το αστείο σε κοινωνική ακτινογραφία, είχε χωρέσει σε λίγες λέξεις μια ολόκληρη ελληνική παθογένεια.
Τη βαθιά πεποίθηση ότι, επειδή είναι παιδιά μας, μας ανήκει και ένα κομμάτι της ζωής τους. Όχι μόνο επειδή τα αγαπάμε, τα μεγαλώνουμε και αγωνιούμε γι’ αυτά. Αλλά επειδή κάπου μέσα μας πιστεύουμε ότι αποκτούμε μαζί και το δικαίωμα να τα διαμορφώσουμε. Να τα προστατεύσουμε από τις «λάθος» επιλογές. Να τα κατευθύνουμε προς τις σωστές. Να τους υποδείξουμε τι θα σπουδάσουν, τι δουλειά θα κάνουν, ποιον θα αγαπήσουν, πότε θα παντρευτούν, αν θα κάνουν παιδιά και, ενίοτε, ακόμη και τι θα ψηφίσουν.
Υπάρχουν άλλωστε στην Ελλάδα μερικά πράγματα για τα οποία καλό είναι να μη μιλάς πολύ. Η πατρίδα, η θρησκεία και, βεβαίως, η οικογένεια. Ιδίως η οικογένεια. Αυτό το τελευταίο καταφύγιο των αξιών μας, το κύτταρο της κοινωνίας, η ζεστή αγκαλιά που μας προστατεύει από έναν κόσμο που αλλάζει και γίνεται ολοένα πιο ξένος.
Η «αγία» ελληνική οικογένεια
Μόνο που πίσω από την αγιογραφία υπάρχει και ένας καθρέφτης. Και μέσα του δεν εμφανίζονται πάντοτε κυριακάτικα τραπέζια, χαμογελαστοί παππούδες και παιδιά που επιστρέφουν στο πατρικό. Εμφανίζονται και πράγματα για τα οποία προτιμάμε να μη μιλάμε. Γιατί η οικογένεια δεν είναι μόνο ο πρώτος τόπος όπου μαθαίνουμε να αγαπάμε. Είναι και ο πρώτος τόπος όπου μαθαίνουμε την εξουσία.
Το πρώτο μικρό κράτος
Πριν γνωρίσουμε το σχολείο, την Εκκλησία, τον στρατό, την αστυνομία, τον εργοδότη ή το κράτος, έχουμε ήδη γνωρίσει μια μικρή κοινωνία: την οικογένεια. Εκεί μαθαίνουμε ποιος αποφασίζει και ποιος υπακούει. Ποιος μιλάει περισσότερο και ποιος πρέπει να σωπαίνει. Τι σημαίνει «καλό παιδί». Τι επιτρέπεται να θέλουμε και τι οφείλουμε να κρύβουμε. Πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα αγόρι και πώς ένα κορίτσι. Ποιο επάγγελμα έχει κύρος, ποιος άνθρωπος είναι κατάλληλος για να μπει στο σπίτι μας, ποιος θεωρείται «δικός μας» και ποιος ξένος. Και όλα αυτά συνήθως δεν επιβάλλονται με διατάγματα. Επιβάλλονται με μια φράση πολύ πιο αποτελεσματική: «Για το καλό σου».
Η ποδηγέτηση ως αγάπη
Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις της ελληνικής οικογένειας: η δυσκολία της να ξεχωρίσει τη φροντίδα από τον έλεγχο. Ο γονιός θέλει να ξέρει. Με ποιον βγαίνεις. Πού πηγαίνεις. Τι σπουδάζεις. Τι δουλειά θα κάνεις. Πόσα βγάζεις. Πότε θα παντρευτείς. Πότε θα κάνεις παιδί. Γιατί δεν έκανες ακόμη παιδί. Γιατί έκανες μόνο ένα. Γιατί χώρισες. Γιατί δεν προσπάθησες λίγο περισσότερο να σώσεις τον γάμο σου.
Και πίσω από όλα βρίσκεται πάντα η ίδια αθωωτική πρόταση: «Εγώ θέλω το καλό σου». Μόνο που το «καλό σου» έχει πολύ συχνά αποφασιστεί χωρίς εσένα. Έτσι η ποδηγέτηση μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον, η παρέμβαση σε προστασία και το πνίξιμο της επιθυμίας σε γονεϊκή αγάπη. Και έτσι μεγαλώνουν άνθρωποι που χρειάζονται δεκαετίες για να ανακαλύψουν αν αυτό που επέλεξαν ήταν πράγματι δική τους επιλογή ή η επιθυμία κάποιου άλλου που εγκαταστάθηκε μέσα τους τόσο νωρίς ώστε έμαθαν να την αποκαλούν δική τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η ελληνική εμμονή με το «να αποκατασταθεί το παιδί».
Η ίδια η λέξη είναι αποκαλυπτική. Σαν το παιδί να είναι μια οικογενειακή εκκρεμότητα που πρέπει κάποτε να τακτοποιηθεί. Πτυχίο, δουλειά, γάμος, σπίτι, παιδιά. Μια σειρά από κουτάκια που πρέπει να τσεκαριστούν ώστε οι γονείς να μπορούν επιτέλους να δηλώσουν ότι έκαναν το καθήκον τους. Το αν μέσα σε αυτή την «αποκατάσταση» ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος είναι μια άλλη, συχνά δευτερεύουσα, ιστορία.
Η πατριαρχία δεν είναι μόνο ο πατέρας
Θα ήταν βολικό να πιστέψουμε ότι η πατριαρχική ελληνική οικογένεια ήταν απλώς ένας αυταρχικός πατέρας άλλων εποχών που καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού και αποφάσιζε για όλους. Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η πατριαρχία δεν χρειάζεται πάντοτε έναν άντρα για να επιβιώσει. Μπορεί να αναπαράγεται από τη μητέρα που μαθαίνει στην κόρη της να υπομένει, που μεγαλώνει τον γιο σαν μικρό βασιλιά, που συγχωρεί στον άντρα όσα δεν συγχωρεί στη γυναίκα, που ανησυχεί περισσότερο για το «τι θα πει ο κόσμος» παρά για το τι θέλει το ίδιο της το παιδί. «Αγόρι είναι».
Πόσες συμπεριφορές δεν αθωώθηκαν στην Ελλάδα μέσα σε αυτές τις δύο λέξεις; Και πόσες άλλες απαγορεύτηκαν στα κορίτσια με το ακριβώς αντίστροφο επιχείρημα; «Εσύ είσαι κορίτσι». Δύο παιδιά μέσα στο ίδιο σπίτι, δύο διαφορετικοί κώδικες ελευθερίας. Οι μηχανισμοί εξουσίας, όταν εγκατασταθούν βαθιά μέσα σε μια κοινωνία, δεν χρειάζονται πλέον τον αρχικό τους ιδιοκτήτη. Αναπαράγονται ακόμη και από εκείνους που κάποτε υπήρξαν θύματά τους. Ο άντρας πρέπει να είναι άντρας. Η γυναίκα πρέπει να είναι γυναίκα. Το παιδί πρέπει να είναι καλό παιδί. Και κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ρωτήσει τι σημαίνουν όλα αυτά.
Όλα επιτρέπονται, αρκεί να μη μαθευτούν
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη βαθύτερο: η οικογενειακή εικόνα. Γιατί η ελληνική οικογένεια μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ανεκτική απέναντι σε πράγματα που θεωρητικά καταδικάζει, αρκεί αυτά να παραμένουν εντός των τειχών. Μπορεί να κρύψει την κακοποίηση, να δικαιολογήσει τον αυταρχισμό, να συγχωρήσει την απιστία, να κουκουλώσει την εξάρτηση, να αποσιωπήσει το ψέμα. Εκείνο που δύσκολα συγχωρεί είναι τη δημόσια ρωγμή στην εικόνα της. «Μη βγάζουμε τα οικογενειακά μας προς τα έξω». Άλλη μία φράση που μεγάλωσε γενιές Ελλήνων. Και μαζί της το «τι θα πει ο κόσμος», αυτός ο αόρατος επιπλέον συγγενής που καθόταν σε κάθε ελληνικό τραπέζι. Δεν τον είδε ποτέ κανείς, αλλά όλοι γνώριζαν τη γνώμη του.

Το παιδί που αγαπάει «λάθος»
Εδώ η οικογενειακή κανονικότητα συναντά την ομοφοβία. Δεν χρειάζεται πάντοτε κραυγές ή βία. Μπορεί να εμφανιστεί με πολύ πιο πολιτισμένους τρόπους. «Είσαι σίγουρος;» «Μήπως είναι μια φάση;» «Δεν χρειάζεται να το μάθει ο παππούς.» «Κάνε ό,τι θέλεις, αλλά όχι μπροστά μας.» Και, βέβαια, το αριστούργημα της υπό όρους αποδοχής: «Εμείς σ’ αγαπάμε ό,τι κι αν είσαι». Ό,τι κι αν είσαι. Σαν να προηγήθηκε μια μικρή καταστροφή την οποία η οικογενειακή αγάπη, μεγαλόψυχα, αποφάσισε να συγχωρήσει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απόρριψη. Είναι η απαίτηση να παραμένει κάποιος αόρατος ώστε να μη διαταράσσει την οικογενειακή αφήγηση.
Και όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το σπίτι στη δημόσια σφαίρα, ακούμε πάλι το ίδιο επιχείρημα σε άλλη μορφή: «Δεν έχω τίποτα με αυτούς, αλλά». Μετά το «αλλά» αρχίζει συνήθως ολόκληρη η ιστορία.
Ο ξένος που μπαίνει στο σπίτι
Κάπου εδώ εμφανίζεται και ο άλλος μεγάλος φόβος: ο ξένος. Γιατί ο ρατσισμός δεν αρχίζει πάντοτε από πολιτικές θεωρίες. Μερικές φορές αρχίζει από μια πολύ απλή ερώτηση: «Καλά, Έλληνα δεν μπορούσες να βρεις;» Ξαφνικά η μεγάλη αγωνία για την «αλλοίωση» του έθνους χωράει σε ένα οικογενειακό τραπέζι. Η καταγωγή, το χρώμα, η θρησκεία, ακόμη και το επίθετο αποκτούν σημασία. Μόνο που σήμερα το πρόβλημα δεν σταματά στην πόρτα του σπιτιού. Ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει περάσει από την καχυποψία απέναντι στον ξένο σε έναν ανοιχτό και όλο και πιο απενοχοποιημένο ρατσισμό. Ο μετανάστης και ο πρόσφυγας δεν είναι απλώς «οι άλλοι».
Παρουσιάζονται ως απειλή: για την ασφάλεια, για τις δουλειές, για τη θρησκεία, για τα σχολεία, για τον τρόπο ζωής μας, τελικά για την ίδια την ελληνικότητα. Και κάπου εκεί ακούγεται η φράση-καταφύγιο του σύγχρονου Έλληνα: «Πάρ’ τον εσύ σπίτι σου, αν θες». Μια φράση σχεδόν τέλεια μέσα στον κυνισμό της.
Γιατί μετατρέπει ένα κοινωνικό και ανθρώπινο ζήτημα σε προσωπική δοκιμασία: αν υπερασπίζεσαι τον πρόσφυγα, πρέπει να τον βάλεις στο σαλόνι σου· αν υπερασπίζεσαι τον μετανάστη, πρέπει να τον συντηρήσεις εσύ. Διαφορετικά, η αλληλεγγύη σου θεωρείται υποκρισία. Λες και τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν μόνο για όσους είμαστε διατεθειμένοι να φιλοξενήσουμε στο σπίτι μας.
Ο νέος αυτός ρατσισμός έχει μάλιστα το προνόμιο να μη θεωρεί τον εαυτό του ρατσιστικό. Μεταμφιέζεται σε «κοινή λογική», σε αγωνία για την ασφάλεια, σε υπεράσπιση των συνόρων, σε προστασία της παράδοσης και της εθνικής ταυτότητας. Και πράγματα που κάποτε λέγονταν χαμηλόφωνα ή συνοδεύονταν από το υποκριτικό «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά», σήμερα λέγονται όλο και πιο απροκάλυπτα. Και μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα επιβιώνει η παλιά ελληνική αντίφαση.
Ο ξένος μπορεί να είναι χρήσιμος όταν μαζεύει τις ελιές μας, χτίζει τα σπίτια μας, καθαρίζει τα διαμερίσματά μας ή φροντίζει τους ηλικιωμένους μας. Όταν όμως διεκδικήσει να είναι κάτι περισσότερο από εργατικό χέρι – γείτονας, συμμαθητής των παιδιών μας, πολίτης με ίσα δικαιώματα ή ακόμη και γαμπρός ή νύφη – τότε η ανοχή συχνά εξαντλείται. Γιατί πίσω από τον φόβο του ξένου κρύβεται συχνά η ίδια παλιά εμμονή: οι «δικοί μας» και οι «άλλοι». Το δικό μας σπίτι, το δικό μας αίμα, η δική μας θρησκεία, η δική μας φυλή. Και κάπου εκεί η οικογενειακή κανονικότητα παύει να αφορά μόνο την οικογένεια.
Από τον πατέρα στην πατρίδα
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη σύνδεση. Η οικογένεια δεν αναπαράγει μόνο ανθρώπους. Αναπαράγει αντιλήψεις για τον κόσμο. Το «εμείς και οι άλλοι» μαθαίνεται πρώτα στο σπίτι. Οι δικοί μας άνθρωποι. Το δικό μας αίμα. Η δική μας οικογένεια. Η δική μας θρησκεία. Η δική μας πατρίδα. Και η απόσταση από το «να μη μας μπει ξένος στο σπίτι» μέχρι το «να μη μας μπουν ξένοι στη χώρα» είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε.
Το σπίτι γίνεται πατρίδα. Η οικογενειακή καταγωγή γίνεται εθνική συνέχεια. Η αγωνία για το ποιος θα μπει στην οικογένεια γίνεται αγωνία για το ποιος δικαιούται να ανήκει στη χώρα. Και τότε ο οικογενειακός μύθος συναντά τον εθνικό. Όπως υπάρχει η «αγία ελληνική οικογένεια», υπάρχει και η φαντασίωση της «αιώνιας Ελλάδας».
Μιας Ελλάδας ομοιογενούς, αμόλυντης και περίπου αναλλοίωτης μέσα στους αιώνες. Μιας Ελλάδας που γέννησε τον πολιτισμό, δίδαξε τους πάντες, αδικήθηκε από όλους και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εξακολουθεί να θεωρεί ότι η ανθρωπότητα της χρωστάει. Το ένδοξο παρελθόν γίνεται παρηγοριά για το ανασφαλές παρόν. Κι έτσι μπορεί μια χώρα να δυσκολεύεται να οργανώσει το σήμερα αλλά να συζητά με αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση για το πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς αυτήν. Δεν αρκεί να αγαπάμε την Ελλάδα. Πρέπει να είναι καλύτερη από τις άλλες. Δεν αρκεί να έχουμε ιστορία.
Πρέπει να έχουμε την ενδοξότερη. Δεν αρκεί να ανήκουμε κάπου. Πρέπει κάποιος άλλος να μην ανήκει. Αυτό είναι ίσως το κοινό νήμα που συνδέει την πατριαρχία, την ομοφοβία, τον ρατσισμό και τον εθνικισμό: η ανάγκη να υπάρχει πάντοτε κάποιος που ορίζει το κανονικό και κάποιος άλλος που οφείλει να προσαρμοστεί σ’ αυτό. Ο πατέρας απέναντι στο παιδί. Ο άντρας απέναντι στη γυναίκα. Ο ετεροφυλόφιλος απέναντι στον ομοφυλόφιλο. Ο «γνήσιος Έλληνας» απέναντι στον ξένο. Διαφορετικές κλίμακες της ίδιας εξουσίας.
«Σκάρτεψαν τα πράγματα»
Και ύστερα ήρθαν οι νεότερες γενιές. Οι γυναίκες άρχισαν να μη θέλουν να υπομένουν. Τα παιδιά άρχισαν να αμφισβητούν. Κάποιοι δεν θέλουν να παντρευτούν. Άλλοι δεν θέλουν παιδιά. Άλλοι αγαπούν ανθρώπους του ίδιου φύλου. Άλλοι φτιάχνουν οικογένειες που δεν μοιάζουν με εκείνες των γονιών τους. Άλλοι ερωτεύονται ανθρώπους που γεννήθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Άλλοι δεν θεωρούν ότι η διαφορετικότητα του διπλανού τους αποτελεί προσωπική προσβολή. Και, το χειρότερο απ’ όλα, όλο και περισσότεροι αρνούνται να ζητήσουν άδεια. Και τότε ακούγεται η μεγάλη διάγνωση: «Σκάρτεψαν τα πράγματα». Οι νέοι δεν σέβονται. Οι γυναίκες δεν ανέχονται. Οι άντρες δεν είναι όπως παλιά. Οι οικογένειες διαλύονται. Οι ξένοι έγιναν πολλοί.
Οι ομοφυλόφιλοι «βγαίνουν παντού». Χάθηκαν οι αξίες; Μπορεί. Ή μπορεί απλώς να χάθηκε κάτι άλλο. Η βεβαιότητα του πατέρα ότι θα αποφασίσει για το παιδί. Η βεβαιότητα της οικογένειας ότι θα αποφασίσει ποιον θα αγαπήσει. Η βεβαιότητα της κοινωνίας ότι θα αποφασίσει ποιος είναι φυσιολογικός.
Η βεβαιότητα του έθνους ότι είναι ανώτερο επειδή κάποτε υπήρξε σπουδαίο. Ίσως λοιπόν να μη σκάρτεψαν τα πράγματα. Ίσως να σκάρτεψε η παλιά βεβαιότητα ότι κάποιοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν πώς πρέπει να ζουν οι υπόλοιποι. Και ίσως αυτό που τόσο συχνά περιγράφουμε ως κρίση της ελληνικής οικογένειας να είναι, τουλάχιστον εν μέρει, κάτι πολύ πιο απλό: Τα παιδιά έκοψαν τα σκοινιά από τις μαριονέτες. Και ο μακαρίτης ο Τζίμης, μάλλον, θα γελούσε.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


