Κάθε τόσο επιστρέφουμε στο παρελθόν όχι για να το κατανοήσουμε, αλλά για να το εξημερώσουμε. Το ανακαλούμε ως καταφύγιο, ως άλλοθι, ως πεδίο ηθικής βεβαιότητας. Αναζητούμε ήρωες όχι επειδή αντέχουμε την πολυπλοκότητά τους, αλλά επειδή χρειαζόμαστε αγάλματα. Και τα αγάλματα δεν αμφιβάλλουν, δεν αντιφάσκουν, δεν αποτυγχάνουν.

Ads

Η κοινωνία που επιστρέφει στο παρελθόν δεν νιώθει ισχυρή, αλλά αβέβαιη. Όταν το παρόν δεν προσφέρει σταθερές, το παρελθόν γίνεται αποθήκη βεβαιοτήτων. Εκεί όλα μοιάζουν ήδη λυμένα, ταξινομημένα, ερμηνευμένα. Δεν χρειάζεται ερώτηση αλλά μόνο αποδοχή. Σε αυτές τις συνθήκες, η Ιστορία παύει να λειτουργεί ως πεδίο έρευνας και μετατρέπεται σε αφήγηση παρηγοριάς.

Ads

Η Ιστορία όμως δεν είναι παρηγορητική αφήγηση. Είναι πεδίο σύγκρουσης, σιωπών, ρωγμών και αντιφάσεων. Όταν προσεγγίζεται χωρίς επιστημονικούς όρους, μετατρέπεται σε ιδεολογικό εργαλείο. Όταν προσεγγίζεται χωρίς επίγνωση της μυθοπλασίας, γίνεται διδακτισμός. Και στις δύο περιπτώσεις, χάνει τη δύναμή της. Δεν τη μελετάμε για να κατανοήσουμε τις αντιφάσεις της, αλλά για να επιβεβαιώσουμε τη δική μας ανάγκη για συνέχεια, καθαρότητα, ηθική τάξη.

Ads

Η ασυνέχεια ενοχλεί. Η αμφιβολία θεωρείται επικίνδυνη. Έτσι γεννιέται η αγιοποίηση. Όχι ως φόρος τιμής, αλλά ως μηχανισμός άμυνας. Οι ιστορικές μορφές αποσπώνται από το πλαίσιο της εποχής τους και μετατρέπονται σε διαχρονικά σύμβολα. Χάνουν το βάρος των επιλογών τους, τις αποτυχίες, τις αντιφάσεις τους. Παραμένει μόνο ένα περίγραμμα αρετής, εύχρηστο και ακίνδυνο. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ιστοριογραφικό. Είναι βαθιά πολιτικό και πολιτισμικό.

Ads

Μια κοινωνία που δεν αντέχει να δει τις ρωγμές του παρελθόντος της, δύσκολα θα αντέξει εκείνες του παρόντος της. Όταν το παρελθόν παρουσιάζεται ως ηθικά άψογο, το παρόν αισθάνεται διαρκώς ανεπαρκές και άρα υποχρεωμένο να το μιμηθεί, όχι να το ξεπεράσει. Σε αυτό το σημείο εμπλέκεται η εκπαίδευση.

Όταν η Ιστορία διδάσκεται ως αλυσίδα ηρωικών πράξεων, το αποτέλεσμα δεν είναι γνώση αλλά πειθαρχία. Μαθαίνουμε τι να θαυμάζουμε, όχι τι να εξετάζουμε. Η κριτική σκέψη αντικαθίσταται από σεβασμό, και ο σεβασμός από σιωπή. Η τέχνη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Να ανοίξει ρωγμές, να φωτίσει τις γκρίζες ζώνες, να αποκαταστήσει την ανθρώπινη διάσταση πίσω από τα σύμβολα.

Όμως συχνά επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Τον δρόμο της επιβεβαίωσης. Τον δρόμο του διδακτισμού. Η βιογραφία, όταν αντιμετωπίζεται ως ηθικό μάθημα, χάνει τη δύναμή της. Όταν ο δημιουργός φοβάται να προσβάλει, να αμφισβητήσει, να εκθέσει, τότε δεν αφηγείται αλλά εικονογραφεί. Η μυθοπλασία ακυρώνεται και στη θέση της μπαίνει μια ψευδο-ιστορική αναπαράσταση που ζητά απλώς συγκατάθεση. Το κοινό δεν είναι αθώο σε αυτό. Συχνά ζητά από την τέχνη να το καθησυχάσει. Να σχηματοποιήσει. Να επιβεβαιώσει ότι οι «καλοί» ήταν καλοί και οι «κακοί» κακοί. Να του επιτρέψει να φύγει χωρίς ερωτήματα.


Όμως η τέχνη που δεν αφήνει ερωτήματα πίσω της, έχει αποτύχει στον πιο βασικό της ρόλο. Η Ιστορία δεν έχει ανάγκη από αγάλματα. Έχει ανάγκη από βλέμματα που αντέχουν να τη δουν χωρίς φίλτρα. Και η τέχνη δεν έχει χρέος να συμφιλιώνει. Έχει χρέος να ταράζει. Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι επιστρέφουμε στην Ιστορία, αλλά ότι της ζητάμε να μας απαλλάξει από την ευθύνη του παρόντος. Τη μετατρέπουμε σε άγαλμα για να μην μας αμφισβητεί. Όμως μια Ιστορία χωρίς ρωγμές δεν μας αφορά. Απλώς μας καθησυχάζει από την ευθύνη που γεννά. Γι’ αυτό τη θέλουμε άγαλμα. Γιατί τα αγάλματα δεν μας αμφισβητούν.