Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Η νοσταλγία δεν ανακαλεί απλώς το παρελθόν. Το ανακατασκευάζει, φωτίζοντας όσα θέλουμε να θυμόμαστε και αφήνοντας στη σκιά όσα διαταράσσουν την εξιδανικευμένη εικόνα του. Στον σύγχρονο δημόσιο λόγο δεν είναι πλέον αποκλειστικά προσωπικό βίωμα. Είναι πολιτισμικό φαινόμενο με σαφή οικονομική λειτουργία. Η συστηματική επιστροφή παλαιότερων οπτικοακουστικών προϊόντων και η ανακύκλωση αισθητικών προτύπων δείχνουν πόσο εύκολα η αγορά μετατρέπει τη μνήμη σε εμπόρευμα.
Ως στρατηγική μάρκετινγκ αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική, επειδή αξιοποιεί έναν συναισθηματικό δεσμό που ήδη υπάρχει. Όταν ένα παιδικό παιχνίδι ή ένα τραγούδι της εφηβείας επανέρχεται στη μόδα, ανασύρει κάτι από το παρελθόν μιας ολόκληρης γενιάς. Η αγορά, στην ουσία, δεν πουλά μόνο ένα αντικείμενο, αλλά την πρόσβαση σε μια προσωπική μνήμη. Το προϊόν γίνεται το εισιτήριο για μια εποχή που δεν υπάρχει πια.
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή δύναμη της νοσταλγίας, αξίζει να ανατρέξουμε στις ρίζες της λέξης. Ο όρος επινοήθηκε το 1688 από τον Γιοχάνες Χόφερ, φοιτητή ιατρικής στη Βασιλεία, ο οποίος συνδύασε τις ελληνικές λέξεις «νόστος» και «άλγος» για να περιγράψει τον επίμονο, επώδυνο πόθο επιστροφής στην πατρίδα. Για μεγάλο μέρος του 18ου και του 19ου αιώνα η νοσταλγία αντιμετωπιζόταν ως ασθένεια. Οι ιατρικές περιγραφές εκείνων των χρόνων αναφέρονταν σε απώλεια της όρεξης, αϋπνία, πυρετό και εμμονή στην ιδέα του επαναπατρισμού. Ορισμένοι γιατροί έφταναν να αποδίδουν σε αυτήν ακόμη και θανάτους.
Στους στρατούς της εποχής η νοσταλγία προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία. Άλλοτε αναγνωριζόταν ως πραγματική πάθηση και άλλοτε αντιμετωπιζόταν ως ένδειξη λιποψυχίας ή προσποίησης ασθένειας. Δεν υπήρχε, άλλωστε, κοινά αποδεκτή ιατρική εξήγηση. Οι θεωρίες αναζητούσαν τα αίτιά της στο νευρικό σύστημα ή στις περιβαλλοντικές συνθήκες, αντανακλώντας περισσότερο τις γνώσεις και τις προκαταλήψεις του καιρού τους παρά μια συγκροτημένη επιστημονική αντίληψη.
Η μεταβολή της έννοιας συντελέστηκε σταδιακά. Η νοσταλγία έπαψε να συνδέεται μόνο με έναν τόπο και άρχισε να δηλώνει τη λαχτάρα για το παρελθόν. Με την έλευση της νεωτερικότητας, η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση, οι μαζικές μετακινήσεις και οι πόλεμοι διέρρηξαν παλαιότερες μορφές κοινωνικής συνέχειας. Δεν δημιούργησαν τη νοσταλγία, αλλά της πρόσφεραν νέο υλικό. Η υποτιθέμενη «απλούστερη» εποχή, βέβαια, δεν υπήρξε ποτέ τόσο αρμονική όσο την αναπλάθει η μνήμη. Η εικόνα της είναι συχνά κατασκευή του παρόντος.
Κατά τον 20ό αιώνα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μετέτρεψαν τις προσωπικές αναμνήσεις σε κοινό πολιτισμικό απόθεμα. Οι ίδιες εικόνες και φωνές έφταναν ταυτόχρονα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Έτσι, κάθε δεκαετία απέκτησε εκ των υστέρων τη δική της αναγνωρίσιμη εικονογραφία. Η δεκαετία του 1960 συμπυκνώθηκε στην αντικουλτούρα, η επόμενη στη disco και στο punk, ενώ εκείνη του 1980 ταυτίστηκε με το MTV και το βίντεο. Στη δεκαετία του 1990, το διαδίκτυο άρχισε να μεταβάλλει ριζικά την καθημερινή εμπειρία. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι περίοδοι αυτές υπήρξαν πραγματικά ενιαίες, αλλά επειδή η μαζική κουλτούρα έμαθε να τις συσκευάζει σε αναγνωρίσιμες εικόνες.
Η ψηφιακή μετάβαση άλλαξε αυτόν τον μηχανισμό. Ο κατακερματισμός δεν εμφανίστηκε ξαφνικά μαζί με τα κοινωνικά δίκτυα. Είχε αρχίσει ήδη με τον πολλαπλασιασμό των τηλεοπτικών καναλιών και επιταχύνθηκε με την εξάπλωση του διαδικτύου και των πλατφορμών streaming. Οι επιλογές αυξήθηκαν θεαματικά, αλλά έγιναν σπανιότερες οι στιγμές που εκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν ή άκουγαν ταυτόχρονα το ίδιο πράγμα. Το μαζικό κοινό δεν εξαφανίστηκε· συνυπάρχει όμως με μικρότερες κοινότητες που έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα και συνήθειες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η νοσταλγία λειτουργεί ως ένας προσωρινός τόπος συνάντησης. Το κοινό δεν αναζητά μόνο γνώριμα πολιτισμικά προϊόντα, αλλά και την εποχή που τα περιέβαλλε, μαζί με μια παλαιότερη εκδοχή του εαυτού του. Η κοινή μνήμη, ακόμη και όταν είναι επιλεκτική ή εν μέρει κατασκευασμένη, δημιουργεί μια συνοχή που το παρόν δυσκολεύεται να εξασφαλίσει.
Η νοσταλγία εκφράζει επομένως τόσο την αγάπη για το παρελθόν όσο και την αμηχανία απέναντι στο σήμερα. Οι τεχνολογικές και πολιτισμικές αλλαγές διαδέχονται η μία την άλλη με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Το καινούργιο γερνά σχεδόν αμέσως. Αυτή η ρευστότητα εντείνει την αβεβαιότητα και μας στρέφει προς γνώριμες εικόνες. Η τάση αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί μόνο φυγή. Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχολογία, μπορεί επίσης να ενισχύσει την αίσθηση του ανήκειν και της προσωπικής συνέχειας.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να απορρίψουμε τη νοσταλγία, αλλά να αναγνωρίσουμε το διπλό της πρόσωπο. Μπορεί να διασώσει τη μνήμη και να τροφοδοτήσει τη δημιουργία. Μπορεί όμως και να εγκλωβίσει την πολιτισμική ζωή στην ατέρμονη ανακύκλωση του ήδη γνωστού. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παρελθόν παύει να αποτελεί αφετηρία και μετατρέπεται σε υποκατάστατο του μέλλοντος.
- Βασίλης Γουδέλης - Συγγραφέας, σεναριογράφος
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


