Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Ο όρος «σινεφίλ» ακούγεται συχνά σαν μομφή. Υπονοεί έναν θεατή κλεισμένο στη σοβαροφάνειά του, που πλήττει με όσα ευχαριστούν τους πολλούς και θαυμάζει οτιδήποτε δυσκολεύεται να κατανοήσει. Μια λέξη που δηλώνει την αγάπη για τον κινηματογράφο καταλήγει έτσι να περιγράφει την υποτιθέμενη έπαρσή του. Πριν συζητηθεί τι βλέπει αυτός ο άνθρωπος και γιατί τον συναρπάζει, έχει ήδη κριθεί ο χαρακτήρας του.
Ένας θεατής μπορεί να συγκινείται από το ασκητικό σινεμά του Ρομπέρ Μπρεσόν και να απολαμβάνει εξίσου την αγωνία μιας περιπέτειας του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Η εξοικείωσή του με τον κινηματογράφο τον βοηθά να παρατηρεί περισσότερα, χωρίς να του υπαγορεύει τι πρέπει να αποκλείσει. Η έκφραση «ένοχη απόλαυση», όταν χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την αγάπη για το εμπορικό σινεμά, κάνει τη χαρά να ακούγεται σαν παραστράτημα, λες και η κινηματογραφική καλλιέργεια επιβάλλει να διασκεδάζει κανείς λιγότερο.
Η Πολίν Κέιλ, στο δοκίμιο «Trash, Art, and the Movies» του 1969, έγραφε για τη χαρά που μπορεί να δώσει μια ερμηνεία ή μια καλή ατάκα μέσα σε ένα συνολικά αδύναμο έργο. Μπορούμε, λοιπόν, να εντοπίζουμε τις αδυναμίες μιας ταινίας και να συνεχίζουμε να χαιρόμαστε μια σκηνή της, χωρίς να χρειάζεται να την ανακηρύξουμε σπουδαία στο σύνολό της.
Έχουμε συνηθίσει, άλλωστε, να αντιπαραθέτουμε το «εμπορικό» στο «καλλιτεχνικό», σαν η επιδίωξη ευρείας απήχησης να αποκλείει από μόνη της την προσωπική γραφή. Μια ακριβή παραγωγή μπορεί να έχει ευρηματική σκηνοθεσία, ενώ ένα έργο που προβάλλεται σε λίγες αίθουσες μπορεί να επαναλαμβάνει άκριτα τις συμβάσεις του σινεμά τέχνης.
Στη δεκαετία του 1950, οι κριτικοί των Cahiers du cinéma αμφισβήτησαν έμπρακτα αυτόν τον διαχωρισμό, αναδεικνύοντας την προσωπική γραφή δημιουργών όπως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ και ο Χάουαρντ Χοκς, που εργάζονταν μέσα στο σύστημα του Χόλιγουντ. Η υπεράσπιση του λαϊκού θεάματος αποτέλεσε, επομένως, σημαντικό μέρος της σινεφιλικής παράδοσης, κάτι που παραβλέπει η εύκολη ταύτισή της με την περιφρόνηση προς το δημοφιλές.
Στα «Σαγόνια του καρχαρία», ο Σπίλμπεργκ καθυστερεί να μας δείξει τον καρχαρία και οργανώνει την αγωνία γύρω από την αθέατη απειλή του. Στο «Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε», ο Μπρεσόν επιμένει στα χέρια του φυλακισμένου και στους ήχους που φτάνουν από την άλλη πλευρά του κελιού. Και στις δύο περιπτώσεις περιμένουμε κάτι που δεν βλέπουμε, γι’ αυτό και τα βήματα ενός φρουρού στον διάδρομο μπορούν να γίνουν εξίσου απειλητικά με ένα πτερύγιο που ξεπροβάλλει από το νερό.
Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ έλεγε στο Sight & Sound το 2025 ότι εξακολουθεί να μελετά τα «Σαγόνια του καρχαρία» και να μαθαίνει από αυτά, προσθέτοντας πως κάθε νέα θέαση μεγαλώνει την εκτίμησή του για το επίτευγμα του Σπίλμπεργκ. Η ανάλυση, επομένως, δεν αποκλείει την απόλαυση, αφού μπορούμε να καταλαβαίνουμε πώς έχει στηθεί μια σκηνή και συγχρόνως να αγωνιούμε για την έκβασή της. Μια λεπτομέρεια που παλιότερα μας διέφευγε μπορεί στην επόμενη προβολή να μας συνεπάρει.
Υπάρχει, βέβαια, σνομπισμός και ανάμεσα στους σινεφίλ, όταν η γνώση χρησιμοποιείται για να φέρει σε δύσκολη θέση τον λιγότερο ενημερωμένο συνομιλητή ή όταν ένα δυσνόητο έργο γίνεται δεκτό χωρίς ουσιαστική συζήτηση, μόνο και μόνο επειδή μοιάζει απαιτητικό. Αυτός ο σνομπισμός δικαίως επικρίνεται, αλλά δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε υπερόπτη κάθε θεατή που αναζητεί κάτι εκτός των πιο προβεβλημένων επιλογών.
Όταν όμως η συγκίνηση μπροστά σε ένα σύνθετο έργο βαφτίζεται πόζα ή η διαφωνία με μια εμπορική επιτυχία αποδίδεται στην ανάγκη του θεατή να ξεχωρίσει, η ειλικρίνειά του έχει ήδη αμφισβητηθεί. Πριν προλάβει να μιλήσει για όσα είδε, καλείται να δικαιολογήσει μια απόλαυση που αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, επειδή δεν μας είναι οικεία.
Η εικόνα του «απλού θεατή» που υποτίθεται ότι ζητά μόνο ανάλαφρη ψυχαγωγία είναι εξίσου αυθαίρετη και υποτιμητική, αφού προεξοφλεί ότι δεν ενδιαφέρεται για κάτι διαφορετικό. Ένας εργαζόμενος μπορεί να διαλέξει μια ελαφριά κωμωδία ύστερα από μια κουραστική ημέρα και μια άλλη βραδιά να θελήσει κάτι πιο απαιτητικό. Η ανάγκη του για ξεκούραση εκείνη τη στιγμή δεν ορίζει το γούστο του για πάντα.

Ο διαθέσιμος χρόνος για την ενασχόληση με την τέχνη και οι δυνατότητες πρόσβασης σε διαφορετικά έργα κατανέμονται άνισα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Κάποιοι μεγάλωσαν με πρόσβαση σε αίθουσες και βιβλία για τον κινηματογράφο, ενώ άλλοι χρειάστηκε να τα αναζητήσουν μόνοι τους πολύ αργότερα. Η γνώση που απέκτησε ο καθένας δεν αποτελεί μέτρο της αξίας του ως ανθρώπου. Ο χλευασμός, όμως, εκείνων που προσπαθούν να γνωρίσουν περισσότερα προσθέτει ένα εμπόδιο, αφού τους ζητά να δικαιολογήσουν την ίδια τους την περιέργεια.
Η πρόσβαση στην τέχνη επηρεάζεται, όμως, και από τις προτεραιότητες της αγοράς, καθώς στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία το πόσο πουλάει ένα έργο γίνεται συχνά πιο σημαντικό από το τι έχει να μας προσφέρει. Οι επιλογές χρηματοδότησης και προβολής ευνοούν έτσι το οικείο, με κριτήριο τον περιορισμό του εμπορικού ρίσκου. Πρόκειται για συνειδητές αποφάσεις που έχουν και πολιτικές συνέπειες, αφού τα έργα που αμφισβητούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις δυσκολεύονται περισσότερο να φτάσουν στο κοινό.
Τι φανερώνει, λοιπόν, για τις αξίες της εποχής μας η προσαρμογή της πολιτιστικής παραγωγής στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή; Όταν τα κριτήρια χαμηλώνουν διαρκώς για να διευκολύνουν την κατανάλωση, η αναζήτηση έργων που απαιτούν περισσότερη προσοχή και σκέψη αντιμετωπίζεται ως υπερβολή. Η επιμονή στην καλλιτεχνική ποιότητα εκλαμβάνεται τότε ως επίδειξη ανωτερότητας και ο όρος «σινεφίλ» γίνεται εύκολα ρετσινιά.
Η περιέργεια, πάντως, δεν μας υποχρεώνει να τα αποδεχόμαστε όλα. Μπορεί κανείς να βρει κενή μια υπερπαραγωγή ή επιτηδευμένο ένα βραβευμένο δράμα. Αν θέλει να πείσει και άλλους, χρειάζεται να στηρίξει τη θέση του σε όσα είδε στην οθόνη. Σε αυτά αξίζει να σταθούμε, αντί να αναζητούμε στοιχεία ελιτισμού στις προτιμήσεις του.
Η λέξη «σινεφίλ», ειπωμένη με τον κατάλληλο μορφασμό, μπορεί να κλείσει μια συζήτηση πριν αυτή αρχίσει. Έχουμε ήδη αποφασίσει ότι ο άλλος προσποιείται, οπότε δεν χρειάζεται να ακούσουμε τι τον συγκίνησε. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η βεβαιότητα εμφανίζεται συχνά ως υπεράσπιση ενός πιο ανοιχτού, πιο ανεπιτήδευτου βλέμματος.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


