Η κωμωδία υπήρξε πάντοτε ένας από τους πιο ζωντανούς και στιβαρούς πυλώνες της έβδομης τέχνης. Στην αυγή του βωβού κινηματογράφου, η κίνηση, η σωματικότητα και η «χορογραφημένη» αδεξιότητα του Τσάρλι Τσάπλιν και του Μπάστερ Κίτον μετουσίωναν την ανθρώπινη τραγικότητα σε υψηλή τέχνη.

Ads

Με την έλευση του ομιλούντος, η κωμωδία απέκτησε φωνή, αιχμηρό ρυθμό, πολυεπίπεδους διαλόγους και κοινωνική διεισδυτικότητα. Από τη «χρυσή εποχή» του Χόλιγουντ και της screwball comedy μέχρι τις σαρκαστικές αναζητήσεις του ευρωπαϊκού σινεμά, το γέλιο δεν ήταν μια επιδερμική διασκέδαση, αλλά ένας καθρέφτης των κοινωνικών μετατοπίσεων, των ταξικών αντιθέσεων και των τραυμάτων κάθε εποχής.

Ads

Στην Ελλάδα, η κωμωδία ακολούθησε μια παράλληλη, ιδιότυπη πορεία ψυχολογικής επούλωσης. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο παλιός εμπορικός κινηματογράφος γέννησε χαρακτήρες που ενσαρκώνουν μέχρι σήμερα το κοινό μας φαντασιακό.

Ads

Από τον βιοπαλαιστή του Θανάση Βέγγου μέχρι την αυθεντική λαϊκή πονηριά του Κώστα Χατζηχρήστου, και υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Αλέκου Σακελλάριου και του Γιώργου Τζαβέλλα, το γέλιο λειτουργούσε ως μηχανισμός επιβίωσης. Πίσω από την υπερβολή και την αφέλεια των χαρακτήρων κρυβόταν η φτώχεια της μεταπολεμικής Ελλάδας, η αγωνία της αστυφιλίας και η προσπάθεια ενός ολόκληρου λαού να σταθεί όρθιος με αξιοπρέπεια.

Ads

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, το αμιγώς κωμικό σινεμά διέρχεται μια βαθιά δομική κρίση. Μία από τις βασικές αιτίες της παρακμής του βρίσκεται στις οικονομικές ανακατατάξεις της παγκόσμιας βιομηχανίας του θεάματος. Τα μεγάλα κινηματογραφικά studios, αντιμέτωπα με το ολοένα υψηλότερο κόστος παραγωγής και προώθησης, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την απόδοση των ταινιών στο διεθνές box office.

Το χιούμορ, όμως, είναι βαθιά δεμένο με τη γλώσσα, τις κοινωνικές αναφορές και τους πολιτισμικούς κώδικες· επομένως, δεν μεταφέρεται εύκολα από τη μία κουλτούρα στην άλλη. Η βιομηχανία στρέφεται έτσι ολοένα περισσότερο προς τα οπτικά υπερθεάματα (ταινίες δράσης, υπερηρωικά franchises και άλλες παραγωγές μεγάλης κλίμακας) όπου τα ειδικά εφέ και οι σχετικά απλές αφηγηματικές δομές μπορούν να «ταξιδέψουν» πολύ ευκολότερα στις διεθνείς αγορές.


Παράλληλα, έχει υποχωρήσει αισθητά η παρουσία των κλασικών κωμικών «stars». Σε προηγούμενες δεκαετίες, το κοινό συνέρρεε στις αίθουσες για να δει συγκεκριμένους ηθοποιούς  —από τον Τζιμ Κάρεϊ και τον Ρόμπιν Ουίλιαμς μέχρι τον Πίτερ Σέλερς και τον Λουί ντε Φινές— οι οποίοι μπορούσαν, χάρη στην προσωπικότητα, το ταλέντο και το κωμικό τους timing, να αποτελέσουν οι ίδιοι το βασικό δέλεαρ μιας ταινίας.

Σήμερα, η κινηματογραφική αγορά στηρίζεται πολύ περισσότερο σε αναγνωρίσιμες πνευματικές ιδιοκτησίες (IPs), franchises και brands παρά στη δύναμη ενός προσώπου, στερώντας από την κωμωδία ένα σημαντικό μέρος της παραδοσιακά ανθρωποκεντρικής της φύσης.

Σε αυτό το τοπίο, η αλλαγή στην ίδια την οικονομία των αιθουσών επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση. Η έξοδος στο σινεμά έχει γίνει ακριβότερη, ωθώντας το κοινό να αναζητά στη μεγάλη οθόνη εμπειρίες που να «δικαιολογούν» το κόστος του εισιτηρίου και ευνοώντας, έτσι, το μαξιμαλιστικό και το θεαματικό. Η κωμωδία, που παραδοσιακά στηρίζεται περισσότερο στο σενάριο, στους διαλόγους και στις ερμηνείες παρά στο θέαμα, μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στις πλατφόρμες streaming. Εκεί, οι μίνι σειρές, τα sitcoms και τα stand-up specials προσφέρουν μια άμεση, κατ’ οίκον μορφή ψυχαγωγίας.

Ταυτόχρονα, η ίδια η φύση του χιούμορ κατακερματίστηκε. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, ο εγκέφαλος του σύγχρονου θεατή εκτίθεται καθημερινά σε χιλιάδες αστραπιαία κωμικά στιγμιότυπα (TikTok, reels, memes). Αυτή η ακαριαία, συμπυκνωμένη απόλαυση έχει εκπαιδεύσει το κοινό σε μια αποσπασματική πρόσληψη του αστείου, καθιστώντας δύσκολη την αφοσίωση που απαιτεί η ανάπτυξη μιας κλασικής κωμικής αφήγησης 90 λεπτών. Το γέλιο έγινε ατομικό, χάνοντας τον κοινωνικό του χαρακτήρα.

Ένα ακόμα κρίσιμο ζήτημα αφορά την αλλαγή των κοινωνικών ορίων του χιούμορ. Η αυξημένη ευαισθησία απέναντι σε ζητήματα φύλου, ταυτότητας και διαφορετικότητας, καθώς και κινήματα όπως το #MeToo, έφεραν στο προσκήνιο στερεότυπα και πρακτικές που επί δεκαετίες αντιμετωπίζονταν ως αυτονόητα υλικά της κωμωδίας.

Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε ασφαλώς τον δημόσιο διάλογο γύρω από την ισότητα και την αποδοχή, δημιούργησε όμως και μια νέα αμηχανία ως προς τα όρια του επιτρεπτού. Η κωμωδία, από τη φύση της, τρέφεται από την υπερβολή, την πρόκληση, την ειρωνεία και την παραβίαση των συμβάσεων.

Όταν ο φόβος της δημόσιας κατακραυγής ή μιας ενδεχόμενης «ακύρωσης» (cancel culture) οδηγεί τους δημιουργούς σε προληπτική αυτολογοκρισία, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα περισσότερο ασφαλές και λιγότερο αιχμηρό χιούμορ. Το είδος κινδυνεύει έτσι να χάσει κάτι από την τόλμη και την ανατρεπτικότητα που ιστορικά αποτελούσαν βασικά συστατικά της δύναμής του.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή εμφανίζεται ολοένα πιο διστακτική απέναντι στην καθαρόαιμη κωμωδία. Το κωμικό στοιχείο δεν εξαφανίστηκε· διαχύθηκε σε άλλα είδη. Οι ταινίες δράσης επιστρατεύουν σαρκαστικούς διαλόγους, τα θρίλερ χρησιμοποιούν το comic relief για να αποφορτίσουν την ένταση, ενώ η πιο σκοτεινή ή σατιρική εκδοχή της κωμωδίας συναντά συχνά το δράμα, όπως συμβαίνει στο έργο δημιουργών όπως ο Ρούμπεν Έστλουντ και ο Γιώργος Λάνθιμος. Η κωμωδία μοιάζει έτσι να βρίσκεται παντού ως συστατικό, αλλά πολύ σπανιότερα ως αυτόνομο κινηματογραφικό είδος.

Κι όμως, αυτή η υποχώρηση της κωμωδίας ως αυτοτελούς είδους δημιουργεί ένα παράδοξο κενό. Το κοινωνικό άγχος, η πολιτική πόλωση και η ψηφιακή απομόνωση καθιστούν την ανάγκη για συλλογική εκτόνωση πιο επιτακτική από ποτέ. Το γέλιο παραμένει μια βαθιά βιολογική ανάγκη και η θεραπευτική δύναμη που απελευθερώνεται μέσα σε μια γεμάτη αίθουσα δεν μπορεί να αναπαραχθεί από καμία ατομική οθόνη.

Ο μαρασμός της κινηματογραφικής κωμωδίας δεν σηματοδοτεί το τέλος του χιούμορ, αλλά την πρόκληση για τη μελλοντική του μεταμόρφωση. Οφείλει να επανεφεύρει τη δημιουργική του οξύτητα, να αγκαλιάσει τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες χωρίς να φοβηθεί τη σύγκρουση και να επιστρέψει στο πανί όχι ως φθηνή απόδραση, αλλά ως μια λυτρωτική, συλλογική πράξη κάθαρσης.

 

  • Συγγραφέας – σεναριογράφος