Πολλές από τις ακριβές παραγωγές των συνδρομητικών πλατφορμών αφήνουν τον θεατή με την εύλογη απορία πώς γίνεται να έχουν δαπανηθεί τόσοι πόροι για ένα αποτέλεσμα που λησμονείται τόσο εύκολα.

Ads

Σε αυτά τα έργα, η δράση προχωρά αδιάκοπα και κάθε καινούργια σκηνή μοιάζει να σβήνει την προηγούμενη, προτού εκείνη προλάβει να εγγράψει κάτι ουσιαστικό στη συνείδησή μας.

Ads

Αν και στην οθόνη όλα παρουσιάζονται ως σπουδαία και επείγοντα, η πρόσληψη του έργου παραμένει επιφανειακή και ο θεατής παράδοξα αμέτοχος.

Ads

Αυτή η διαπίστωση, βέβαια, δεν συνιστά μια ισοπεδωτική καταδίκη του μέσου.

Ads

Οι πλατφόρμες φιλοξενούν έργα διαφορετικής προέλευσης και έχουν επανειλημμένα δώσει χώρο σε δημιουργούς με προσωπική ματιά.

Εξάλλου, ούτε η παραδοσιακή κινηματογραφική αίθουσα υπήρξε ποτέ θεσμική εγγύηση ποιότητας.

Η κριτική χρειάζεται επομένως να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από το μέσο προβολής στις συγκεκριμένες δομικές επιλογές που ευνοούν και αναπαράγουν τη μετριότητα.

Για να κατανοήσουμε πώς μια μέτρια ταινία μπορεί να αποδειχθεί λειτουργική, έως και χρήσιμη, για το οικονομικό μοντέλο μιας πλατφόρμας, οφείλουμε να αναλύσουμε τη φύση της καταναλωτικής προσδοκίας.

Στην αίθουσα ο θεατής πληρώνει αντίτιμο για έναν συγκεκριμένο τίτλο.

Στην πλατφόρμα, αντίθετα, αγοράζει την πρόσβαση σε έναν διαρκώς ανανεούμενο κατάλογο.

Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε νέα προσθήκη ενισχύει την ψευδαίσθηση ότι η συνδρομή αποσβένει τα χρήματά της, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία του περιεχομένου.

Οι ώρες θέασης, τις οποίες επικαλούνται τα τμήματα μάρκετινγκ, αποτυπώνουν απλώς την ποσοτική έκταση της παρακολούθησης, χωρίς να αποκαλύπτουν τον βαθμό της ουσιαστικής εμπλοκής του κοινού.

Αυτή η ανάγκη για διαρκή τροφοδοσία του καταλόγου μετακυλίει την πίεση στο παραγωγικό σκέλος, όπου οι υψηλές αμοιβές και οι σύνθετες συμφωνίες με τους συντελεστές διογκώνουν τον προϋπολογισμό, χωρίς να εξασφαλίζουν την αντίστοιχη μέριμνα για το σενάριο.

Όταν ένας δημοφιλής σταρ καλείται απλώς να ανακυκλώσει τη γνώριμη δημόσια περσόνα του, η ταινία επαναπαύεται στη δεδομένη σχέση του με το κοινό.

Η εμβάθυνση στον χαρακτήρα περνά σε δεύτερη μοίρα και, καθώς ο ήρωας αποφορτίζει κάθε δραματική ένταση με μια εύκολη ατάκα, η αγωνία για την τύχη του εκμηδενίζεται.

Θα ήταν ωστόσο απλουστευτικό να χρεώσουμε αυτές τις καλλιτεχνικές εκπτώσεις αποκλειστικά στον αλγόριθμο, παραβλέποντας τον ανθρώπινο παράγοντα που αποφασίζει για τη διαχείριση των δεδομένων.


Η εμμονή στην επανάληψη μιας δοκιμασμένης συνταγής μετατρέπει κάθε πρωτότυπη ιδέα σε επιχειρηματικό ρίσκο.

Ο φόβος της αποτυχίας προϋπήρχε ασφαλώς των ψηφιακών δικτύων, όμως στην εποχή μας βρίσκει ένα επιστημονικοφανές άλλοθι στην ποσοτική ανάλυση των δεδομένων συμπεριφοράς.

Η ίδια λογική της ελαχιστοποίησης του ρίσκου υπαγορεύει και τον σχεδιασμό παραγωγών που δεν αντιμετωπίζονται ως αυτοτελή έργα, αλλά ως αφετηρίες για franchises.

Έτσι, η πρώτη ταινία επιβαρύνεται με την υποχρέωση να προετοιμάσει και να προαναγγείλει τις συνέχειες, θυσιάζοντας συχνά ένα μέρος της αφηγηματικής της αυτονομίας.

Πολλά έργα θα κέρδιζαν σε βάθος και συνοχή αν τους επιτρεπόταν να ολοκληρωθούν οργανικά, απελευθερωμένα από το άγχος της επόμενης εμπορικής χρήσης.

Αυτή η αποσπασματικότητα της δομής συνομιλεί ιδανικά με τις νέες συνθήκες οικιακής θέασης.

Στο περιβάλλον του σπιτιού, η προσοχή διασπάται διαρκώς από το ψηφιακό περιβάλλον και τις καθημερινές ασχολίες.

Όταν λοιπόν το σενάριο γράφεται με δεδομένη αυτή τη διάσπαση, οι χαρακτήρες καταλήγουν να επεξηγούν πλεονασματικά όσα ήδη προβάλλονται στην οθόνη.

Ο θεατής εθίζεται σε μια κατάσταση μειωμένης προσοχής, απαλλαγμένος από την ανάγκη να συνδέσει μόνος του τα επιμέρους νοήματα και βέβαιος ότι δεν πρόκειται να απωλέσει καμία κρίσιμη πληροφορία.

Στον αντίποδα αυτής της τυποποιημένης διαδικασίας, η αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία απαιτεί χρόνο· χρόνο προκειμένου ο δημιουργός, ήδη από το στάδιο της γραφής, να δοκιμάσει τις αισθητικές επιλογές του και να ανακαλύψει τη μορφή που προσιδιάζει στην ιστορία του.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά βαρύνουσα σημασία η παρουσία ενός παραγωγού ικανού να υπερασπιστεί τις ιδιομορφίες εκείνες που δεν μεταφράζονται εύκολα σε μια διαφημιστική σύνοψη.

Ένας τέτοιος συνεργάτης οφείλει να εντοπίζει τις δομικές αδυναμίες και να επιμένει στην επεξεργασία τους, διασώζοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία που καθιστούν το έργο μοναδικό.

Διότι, σε τελική ανάλυση, η αξία της κινηματογραφικής εμπειρίας κρίνεται από το ίχνος που αφήνει πίσω της.

Μετά από μια ταινία που μας έχει αγγίξει, χρειαζόμαστε μια παύση, έναν νεκρό χρόνο προτού επιστρέψουμε στους ρυθμούς της καθημερινότητας.

Μια σκηνή επανέρχεται αναστοχαστικά στη σκέψη μας και μια χειρονομία αποκτά εκ των υστέρων το πλήρες νοηματικό της βάρος.

Ανάμεσα στον πληθωριστικό όγκο των διαθέσιμων τίτλων, ξεχωρίζει εντέλει μόνο η ταινία εκείνη που μας κάνει να μη βιαζόμαστε να επιλέξουμε την επόμενη.

 

Βασίλης Γουδέλης
Συγγραφέας – σεναριογράφος