Ο κινηματογραφικός τρόμος διατηρεί μια ελευθερία που τα περισσότερα άλλα είδη έχουν χάσει. Παρότι το Χόλιγουντ εμπιστεύεται κυρίως γνώριμους τίτλους και δοκιμασμένες συνταγές, ταινίες με άγνωστους ηθοποιούς και αυτοτελείς ιστορίες εξακολουθούν να βρίσκουν κοινό, καθώς η υπόσχεση ότι ο θεατής θα φοβηθεί αποδεικνύεται συχνά ισχυρότερη από τη σιγουριά του οικείου.

Ads

Ορισμένοι χαρακτηρίζουν τον τρόμο ως «το τελευταίο αυθεντικό είδος», μια διατύπωση ασφαλώς υπερβολική. Η κωμωδία, το δράμα, η επιστημονική φαντασία και η περιπέτεια δεν έχουν εξαφανιστεί, έχουν όμως χάσει την κεντρική θέση που κατείχαν στην κινηματογραφική αγορά. Οι ταινίες αυτών των ειδών συναντούν πλέον συχνότερα το κοινό τους στις πλατφόρμες και, όταν προβάλλονται στις αίθουσες, στηρίζονται συνήθως σε γνωστά πρόσωπα ή σε ήδη καθιερωμένους κινηματογραφικούς κόσμους. Ο τρόμος αποτελεί τη σαφέστερη εξαίρεση, αφού ακόμα και ένας άγνωστος τίτλος μπορεί να βρει ανταπόκριση.

Ads

Παλαιότερα ο θεατής μπορούσε να επιλέξει ένα γουέστερν, ένα μιούζικαλ, μια γκανγκστερική ταινία ή ένα φιλμ νουάρ, χωρίς να χρειάζεται άλλη εγγύηση. Κάθε είδος λειτουργούσε ως μια άτυπη συμφωνία μαζί του: καθόριζε τις βασικές συμβάσεις και τον τόνο της ταινίας, χωρίς να προδιαγράφει την ιστορία της. Η επανάληψη δεν σήμαινε έλλειψη φαντασίας, αλλά ήταν το κοινό λεξιλόγιο που επέτρεπε στις παραλλαγές να αποκτούν νόημα.

Ads

Η καθοριστική στροφή ήρθε με το Jaws, που έδειξε ότι μια απλή ιδέα, η οποία χωρούσε σε λίγες λέξεις, μπορούσε με μεγάλη διαφημιστική προβολή και ευρεία διανομή να μετατραπεί σε μαζικό κινηματογραφικό γεγονός. Έτσι εδραιώθηκε το πρότυπο του σύγχρονου blockbuster. Με τον καιρό, όμως, η αναζήτηση της πρωτότυπης ιδέας έδωσε τη θέση της στην αξιοποίηση γνωστών τίτλων, καθώς η επιτυχία μιας συνέχειας έμοιαζε ασφαλέστερη από το ρίσκο μιας νέας ιστορίας. Ο τίτλος δεν χρειαζόταν πλέον να υπόσχεται κάτι καινούργιο, παρά μόνο να παραπέμπει σε μια προηγούμενη επιτυχία.

Ads

Η κατάρρευση της αγοράς του DVD και η άνοδος του streaming ενίσχυσαν αυτήν τη στροφή. Μια ταινία που δεν είχε αποδώσει στις αίθουσες μπορούσε άλλοτε να ανακτήσει μέρος των εσόδων της από τη μετέπειτα κυκλοφορία της στην οικιακή αγορά, όταν όμως χάθηκε αυτή η δεύτερη ευκαιρία, τα στούντιο έγιναν πιο επιφυλακτικά απέναντι στις παραγωγές μεσαίου προϋπολογισμού. Οι πλατφόρμες απορρόφησαν μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγής, της στέρησαν όμως τη δημόσια παρουσία που προσφέρει η αίθουσα. Δεν έπαψαν να γυρίζονται ταινίες, έπαψαν όμως να αποτελούν κινηματογραφικά γεγονότα.

Ο τρόμος άντεξε επειδή οι οικονομικοί του περιορισμοί μπορούν να υπηρετήσουν την αισθητική του. Οι λίγες τοποθεσίες εντείνουν την κλειστοφοβία, ενώ οι άγνωστοι ηθοποιοί μοιάζουν πιο ευάλωτοι, επειδή δεν τους προστατεύει η αναγνωρισιμότητα ενός σταρ. Το σκοτάδι κρύβει όσα η παραγωγή δεν έχει τα μέσα να δείξει και συγχρόνως αφήνει χώρο στη φαντασία, γι’ αυτό και το τέρας που μένει έξω από το κάδρο είναι συχνά πιο τρομακτικό από εκείνο που εμφανίζεται καθαρά μπροστά μας. Η έλλειψη χρημάτων παύει έτσι να αποτελεί μειονέκτημα και μετατρέπεται σε εκφραστικό μέσο.

Ο τρόμος έχει επίσης ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην προώθηση, αφού μια εικόνα ή ένας ήχος αρκεί για να προκαλέσει περιέργεια. Το τρέιλερ δεν χρειάζεται να εξηγήσει μια περίπλοκη μυθολογία: η ατμόσφαιρα μεταδίδεται ευκολότερα από το λεκτικό χιούμορ και η σωματική αντίδραση στον φόβο δεν συναντά τα ίδια γλωσσικά εμπόδια.


Η οικονομία, ωστόσο, δεν αρκεί για να εξηγήσει την αντοχή του τρόμου. Οι άνθρωποι πηγαίνουν στον κινηματογράφο για να φοβηθούν ανάμεσα σε αγνώστους και ο φόβος μετατρέπεται σε κοινή εμπειρία, καθώς ένα ξάφνιασμα διατρέχει την αίθουσα και η ανακούφιση που ακολουθεί γίνεται σχεδόν απτή. Μέσα σε αυτό το ασφαλές πλαίσιο η απειλή μπορεί να βιωθεί χωρίς να μετατραπεί σε πραγματικό κίνδυνο: γνωρίζουμε ότι είμαστε ασφαλείς, το σώμα όμως αντιδρά σαν να μην το γνωρίζει.

Στο Danse Macabre, ο Stephen King παρατηρεί ότι ο αποτελεσματικός τρόμος αγγίζει τους συλλογικούς φόβους της εποχής του, αντανακλώντας τις ανησυχίες της κοινωνίας που τον γεννά. Το Invasion of the Body Snatchers έδωσε μορφή στην παράνοια του Ψυχρού Πολέμου και στον φόβο της απώλειας της ατομικότητας, ενώ δεκαετίες αργότερα το Get Out μετέτρεψε τον αμερικανικό ρατσισμό σε εισβολή στο σώμα και αρπαγή της ταυτότητας. Ο τρόμος δεν σχολιάζει απλώς μια εποχή, αλλά της δίνει εικόνες, συχνά προτού εκείνη βρει τις λέξεις για να περιγράψει τον εαυτό της.

Ο καθημερινός φόβος είναι διάχυτος και συχνά ανώνυμος. Μπορεί να πηγάζει από την οικονομική ανασφάλεια ή από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ενώ άλλοτε γεννιέται από την αίσθηση ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή μας λαμβάνονται σε απρόσιτα κέντρα εξουσίας. Η ταινία τρόμου δίνει σε αυτόν τον φόβο υπόσταση και διάρκεια: δεν τον εξαφανίζει, τον μετατρέπει όμως σε κάτι που μπορούμε να κοιτάξουμε. Η πραγματικότητα παραμένει αχανής, η αφήγηση όμως της δίνει αρχή και τέλος.

Μια ταινία τρόμου, βέβαια, μπορεί να εκφράζει έναν κοινωνικό φόβο χωρίς να τον εξετάζει σε βάθος, ενώ η βιομηχανία είναι πάντοτε έτοιμη να τον τυποποιήσει και να μετατρέψει μια πρωτότυπη επιτυχία σε αφορμή για ατελείωτες συνέχειες. Ωστόσο, ο τρόμος εξακολουθεί να αποτυπώνει τη γενικευμένη αίσθηση απειλής που γεννούν η διάβρωση των πολιτικών βεβαιοτήτων και οι αλλαγές που επιφέρει η τεχνολογία στην αντίληψη του πραγματικού: κάτι πλησιάζει και οι κανόνες δεν προσφέρουν πια καμία προστασία. Όταν ανάψουν ξανά τα φώτα, κανείς δεν γνωρίζει τι θα έχει απομείνει.

Τα άλλα κινηματογραφικά είδη δεν πέθαναν, δεν αρκούν όμως πλέον από μόνα τους για να οδηγήσουν το κοινό στις αίθουσες. Ο τρόμος, αντίθετα, δεν χρειάζεται την εγγύηση ενός γνώριμου σύμπαντος ή ενός διάσημου ονόματος. Του αρκεί μια κλειστή πόρτα και η υποψία ότι κάποιος, από την άλλη πλευρά, περιμένει να την ανοίξουμε.