Τα τελευταία χρόνια οι κινηματογραφικές βιογραφίες μουσικών έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα ασφαλέστερα εμπορικά καταφύγια του Χόλιγουντ.  Διαθέτουν ένα αναγνωρίσιμο όνομα και μια έτοιμη μουσική επένδυση.

Ads

Το κοινό προσέρχεται στην αίθουσα έχοντας ήδη συναισθηματικό δέσιμο με τον πρωταγωνιστή. Η ταινία δεν χρειάζεται να μας συστήσει τον ήρωά της. Αρκεί να ακουστούν οι πρώτες νότες ενός τραγουδιού.

Ads

Η επιτυχία του «Bohemian Rhapsody» το 2018, με εισπράξεις που ξεπέρασαν τα 900 εκατομμύρια δολάρια, επιβεβαίωσε με τον πιο ηχηρό τρόπο τη δυναμική του είδους. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, από το 1990 έως το 1994 κυκλοφόρησαν δεκαέξι μουσικές βιογραφίες, ενώ από το 2020 έως το 2024 ο αριθμός έφτασε τις εξήντα οκτώ.

Ads

Η αύξηση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην αγάπη του κοινού για τη μουσική. Συμπίπτει με τη μετατροπή των ρεπερτορίων σε περιουσιακά στοιχεία τεράστιας αξίας. Εταιρείες της μουσικής βιομηχανίας και επενδυτικά κεφάλαια αγοράζουν το έργο μεγάλων καλλιτεχνών, προσδοκώντας σταθερά έσοδα από το streaming, τις διαφημίσεις, τις επανεκδόσεις και τη χρήση τραγουδιών σε οπτικοακουστικές παραγωγές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το music biopic αποκτά μια δεύτερη λειτουργία. Δεν αφηγείται απλώς τη ζωή κάποιου. Επαναφέρει ένα δισκογραφικό έργο στην επικαιρότητα και το συστήνει σε ένα νεότερο ακροατήριο.

Ads

Μετά την κυκλοφορία του «Bohemian Rhapsody», η ζήτηση για τον κατάλογο των Queen μέσω streaming υπερτετραπλασιάστηκε. Το 2024 τα δικαιώματα του συγκροτήματος πέρασαν στη Sony έναντι περίπου 1,27 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε μια συμφωνία που περιλάμβανε και έσοδα συνδεδεμένα με την ταινία. Τον Οκτώβριο του 2025 η Sony κυκλοφόρησε την πολυτελή επανέκδοση «Nebraska ’82: Expanded Edition» την ίδια ημέρα που βγήκε στις αίθουσες το «Springsteen: Deliver Me from Nowhere». Η ταινία δεν χρειαζόταν καν να αποδειχθεί μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Αρκούσε να λειτουργήσει ως δίωρη διαφήμιση του μουσικού χαρτοφυλακίου του «The Boss».

Πίσω από όλα αυτά δεν υπάρχει πάντα κάποιο ενιαίο, κρυφό σχέδιο. Οι εταιρείες δεν κινούνται μονίμως συντονισμένα και κάθε συμφωνία έχει τη δική της σύνθετη διαδρομή. Η επανάληψη αυτού του μοτίβου αποκαλύπτει, ωστόσο, μια ισχυρή σύμπτωση συμφερόντων. Όσο μεγαλύτερη είναι η πολιτισμική παρουσία ενός καλλιτέχνη, τόσο ακριβότερα γίνονται τα τραγούδια του. Και τίποτα δεν ανανεώνει αποτελεσματικότερα αυτήν την παρουσία από μια ταινία που ξαναπαρουσιάζει τη ζωή του ως συγκινητικό θέαμα.

Η διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης από το Χόλιγουντ δεν αποτελεί καινούργια πρακτική. Ήδη από την κλασική περίοδο του συστήματος των στούντιο, οι βιογραφικές ταινίες απεικόνιζαν μια ελεγχόμενη και ιδεολογικά φορτισμένη εικόνα του παρελθόντος, προσαρμοσμένη στις αντιλήψεις των παραγωγών σχετικά με το ποια ζωή ήταν κατάλληλη να μετατραπεί σε μύθο. Το τι θα μεταφερόταν στην οθόνη συνδεόταν άρρηκτα με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις όσων χρηματοδοτούσαν τις ταινίες.

Υπάρχει, πάντως, μια ουσιαστική διαφορά. Στην εποχή του streaming, η ανακατασκευή της ζωής ενός μουσικού μπορεί να μετρηθεί σχεδόν αμέσως σε ακροάσεις και πωλήσεις. Η μνήμη απέκτησε μετρήσιμη απόδοση.

Ο έλεγχος αρχίζει προτού γυριστεί το πρώτο πλάνο. Μια εταιρεία δεν χρειάζεται πάντοτε τη συγκατάθεση ενός δημόσιου προσώπου για να αφηγηθεί γεγονότα που είναι ήδη γνωστά. Χρειάζεται όμως άδεια για να χρησιμοποιήσει τα τραγούδια του. Για κάθε κομμάτι απαιτείται κατά κανόνα άδεια συγχρονισμού της σύνθεσης με την εικόνα και ξεχωριστή άδεια για τη χρήση της συγκεκριμένης ηχογράφησης. Προστίθενται τα δικαιώματα σε φωτογραφικό ή άλλο αρχειακό υλικό. Χωρίς τη συνεργασία όσων ελέγχουν την καλλιτεχνική κληρονομιά, μια μουσική βιογραφία κινδυνεύει να μείνει χωρίς τη μουσική που υποτίθεται ότι τη δικαιολογεί.

Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη εξάρτηση. Εκείνοι που έχουν οικονομικό συμφέρον να διατηρηθεί άθικτη η εμπορική εικόνα του καλλιτέχνη είναι συχνά οι ίδιοι που μπορούν να επιτρέψουν ή να δυσκολέψουν την κινηματογραφική αναπαράστασή του. Η λογοκρισία δεν εμφανίζεται αναγκαστικά στο τέλος, ως εντολή αφαίρεσης μιας σκηνής. Εγκαθίσταται εξαρχής στους όρους της παραγωγής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα παραμένει το «Bohemian Rhapsody». Η ταινία παρουσιάζει τους Queen σχεδόν διαλυμένους πριν από το Live Aid και τον Φρέντι Μέρκιουρι να ανακοινώνει στα υπόλοιπα μέλη ότι πάσχει από AIDS. Στην πραγματικότητα, το συγκρότημα βρισκόταν σε περιοδεία και η διάγνωση του Μέρκιουρι έγινε περίπου δύο χρόνια αργότερα. Αυτή η χρονική μετατόπιση δεν υπηρετεί απλώς τη δραματουργία. Μετατρέπει την ασθένεια σε μηχανισμό εξιλέωσης και αναθέτει στον Μέρκιουρι τον ρόλο του άσωτου μέλους που επιστρέφει στην οικογένεια. Η παραποίηση λειτουργεί επειδή είναι συγκινητική. Δεν καταγράφεται ως πληροφορία, εγγράφεται στη μνήμη ως βίωμα.

Η πρόσφατη περίπτωση του «Michael» κάνει τον μηχανισμό ακόμα πιο ορατό. Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή των διαχειριστών της περιουσίας του Μάικλ Τζάκσον. Το αρχικό σενάριο περιλάμβανε τις καταγγελίες του 1993 για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, τις οποίες ο Τζάκσον είχε αρνηθεί.


Αφού είχαν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα, εντοπίστηκε ρήτρα στον εξωδικαστικό συμβιβασμό με την οικογένεια του ενάγοντος, η οποία απαγόρευε οποιαδήποτε δραματική αναπαράσταση από πρόσωπα συνδεδεμένα με τον Τζάκσον. Το τρίτο μέρος ξαναγράφτηκε και ακολούθησαν εκτεταμένα συμπληρωματικά γυρίσματα. Η τελική ταινία σταματά το 1988, πριν από τις καταγγελίες.

Οι επικρίσεις για την αποστειρωμένη προσέγγιση δεν εμπόδισαν το «Michael» να ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις. Η εμπορική επιτυχία επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα του μοντέλου. Το κοινό απολαμβάνει τη συγκίνηση της αναγνώρισης και τις αναπαραστάσεις διάσημων εμφανίσεων. Ύστερα επιστρέφει στα τραγούδια. Η ιστορική πληρότητα σπανίως αποτελεί προϋπόθεση.

Δεν λειτουργούν όλες οι μουσικές βιογραφίες με αυτόν τον τρόπο. Το «Love & Mercy» δεν απέφυγε να δείξει την ψυχική ασθένεια του Μπράιαν Γουίλσον και τη χειριστική εξουσία του ψυχοθεραπευτή Γιουτζίν Λάντι. Το «Control», που γυρίστηκε με τη συνεργασία της χήρας του Ίαν Κέρτις, δεν απέκρυψε την κατάθλιψη ή την εξωσυζυγική σχέση του. Έδειξε επίσης την οδύνη που προηγήθηκε της αυτοκτονίας του. Οι ταινίες αυτές δεν είναι απαλλαγμένες από συμπυκνώσεις ή αμφισβητήσιμες επιλογές. Καμία κινηματογραφική βιογραφία, άλλωστε, δεν μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή. Τα δύο αυτά έργα διαφέρουν, ωστόσο, επειδή η αφήγησή τους δεν αποσκοπεί στον εξωραϊσμό.

Τα music biopics έχουν κάθε δικαίωμα να μετακινούν γεγονότα και να συμπυκνώνουν πρόσωπα, αναζητώντας αφηγηματική συνοχή. Όταν, όμως, οι παραλείψεις συμπίπτουν διαρκώς με τα συμφέροντα εκείνων που κατέχουν τα τραγούδια, η μυθοπλασία μετατρέπεται σε διαχείριση περιουσιακού στοιχείου. Οι ενοχλητικές πλευρές δεν αφαιρούνται επειδή δεν υπηρετούν την τέχνη, αλλά επειδή δυσκολεύουν την εμπορική αξιοποίηση του μύθου.

Κάπως έτσι η μουσική ιστορία ξαναγράφεται χωρίς να χρειάζεται να καεί ούτε ένα βιβλίο. Αρκεί μια επιτυχημένη ταινία. Το συγκινητικό φινάλε θα σβήσει τις αντιφάσεις και τα τραγούδια θα επιστρέψουν στις playlists. Γιατί στο σύγχρονο Χόλιγουντ την ιστορία δεν τη γράφουν μόνο οι νικητές. Τη γράφουν και όσοι κατέχουν τα δικαιώματα του soundtrack.

*Βασίλης Γουδέλης, συγγραφέας και σεναριογράφος