Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ διευκόλυνε τον Πούτιν, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν να εισβάλλουν σε άλλες χώρες με τη βοήθεια εξωφρενικών ψεμάτων. Και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν διευκολύνει τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία.
Το νόημα της τρομοκρατίας δεν είναι να προκαλέσει οδύνη, αλλά να ωθήσει τον στόχο της να κάνει κάτι που θα τον βλάψει ακόμη περισσότερο. Στο τέταρτο του αιώνα που έχει περάσει από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ έκαναν ακριβώς αυτό, αφήνοντας τόσο τον κόσμο όσο και τις ίδιες σε χειρότερη κατάσταση.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όταν δίδασκα το τρίτο μου μάθημα ως καθηγητής Ιστορίας της Ανατολικής Ευρώπης στο Γέιλ, ήξερα ποιο έπρεπε να είναι το θέμα: Η πρόκληση. Όταν συμβαίνει κάτι τρομερό, όπως είχε συμβεί εκείνη την ημέρα, η οδύνη, παρότι αναμφίβολα την επιθυμούν εκείνοι που την προκαλούν, δεν είναι ο πραγματικός στόχος. Ο στόχος είναι να σε οδηγήσουν σε μια ψυχική κατάσταση που θα σε κάνει να πράξεις κάτι το οποίο θα βλάψει εσένα ακόμη περισσότερο.
Η Ιστορία είναι γεμάτη τρομοκρατικές πράξεις. Το πραγματικό ερώτημα, είπα εκείνη την ημέρα στους φοιτητές, είναι τι κάνεις μετά. Δεν μπορείς να αποτρέψεις κάθε τρομερό πράγμα από το να συμβεί. Αλλά η ελευθερία σου αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο αντιδράς.
Δυστυχώς, εμείς οι Αμερικανοί αντιδράσαμε ακριβώς όπως θα ήθελαν οι τρομοκράτες· στην πραγματικότητα, πιθανότατα ξεπεράσαμε και τις προσδοκίες τους, κάνοντας τον κόσμο πολύ χειρότερο τόσο για εμάς όσο και για όλους τους άλλους.
Η προφανής απάντηση στην 11η Σεπτεμβρίου θα έπρεπε να ήταν να απελευθερωθούμε από τα ορυκτά καύσιμα. Χωρίς την εξάρτησή μας από το πετρέλαιο, δεν θα είχαμε εμπλακεί εξαρχής στη Μέση Ανατολή. Αν είχαμε χρηματοδοτήσει καθαρές πηγές ενέργειας, θα μπορούσαμε να είχαμε αναχαιτίσει την υπερθέρμανση του πλανήτη, να είχαμε αποτρέψει νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή και να είχαμε αποτρέψει την άνοδο της ολιγαρχίας των υδρογονανθράκων του Ρώσου προέδρου Βλ. Πούτιν.
Δεν συνέβη έτσι.
Ο πρόεδρος Τζορτζ W. Μπους, ο ανίκανος γόνος μιας οικογένειας του πετρελαϊκού κλάδου, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να εντείνει την αναζήτηση ασφαλών πηγών ενέργειας. Οι τρομοκράτες μάς επιτέθηκαν, ισχυρίστηκε, επειδή «μισούν τις ελευθερίες μας». Ωστόσο, η ίδια μας η κυβέρνηση ενήργησε στη συνέχεια για να περιορίσει την ελευθερία μας. Ένα νέο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας συγκέντρωσε κάτω από μία ενιαία αρχή ένα συνονθύλευμα υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των συνόρων, αντιμετωπίζοντας όλες τις λειτουργίες ως ζητήματα ασφάλειας. Έτσι τέθηκαν τα θεμέλια για μια εσωτερική πολιτική που χωρίζει τους ανθρώπους που ζουν στην Αμερική σε «νόμιμους» και «παράνομους», σε εμάς και σε αυτούς, και κατασκευάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η ίδια η έννοια της «πατρίδας» (“homeland”), η οποία παραπέμπει στη ναζιστική εμμονή με το Heimat, ήταν ακόμη πιο επικίνδυνη.
Εκείνη την εποχή αποτελούσε έναν εξωτικό χαρακτηρισμό για ένα κυβερνητικό υπουργείο, που δεν ταίριαζε πραγματικά ούτε στην αμερικανική αγγλική γλώσσα ούτε στις θεσμικές παραδόσεις των ΗΠΑ. Έκτοτε, όμως, η λέξη έχει κανονικοποιηθεί με μια ουσιαστικά φασιστική έννοια. Υπό την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι κυριότερες απειλές θεωρείται ότι προέρχονται από το εσωτερικό, από εκείνους που υποτίθεται ότι δεν ανήκουν πραγματικά στη χώρα. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ αντιμετωπίζει τις ένοπλες δυνάμεις ως πεδίο πολιτισμικών πολέμων: Άνδρες εναντίον γυναικών, λευκοί εναντίον μαύρων. Η μελλοντική αποστολή των στρατευμάτων είναι η «υπεράσπιση της πατρίδας». Οι ένοπλες δυνάμεις πρόκειται να μετατραπούν στην προσωπική πολιτοφυλακή ενός ηγέτη, που θα χρησιμοποιείται για την καταστολή της αντίστασης στον Τραμπ.
Φυσικά, μία από τις σημαντικότερες αιτίες της ανόδου του Τραμπ ήταν η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 — ένας πόλεμος επιλογής που αποτέλεσε τη χειρότερη δυνατή απάντηση εξωτερικής πολιτικής στην 11η Σεπτεμβρίου. Ο πόλεμος άφησε τους Αμερικανούς τραυματισμένους και ευάλωτους απέναντι σε έναν υποψήφιο που θα εκμεταλλευόταν το ζήτημα για να κατακτήσει την εξουσία — μόνο και μόνο για να εξαπολύσει περισσότερους πολέμους και να μας καταστήσει ευάλωτους σε ακόμη περισσότερη τρομοκρατία. Εδραίωσε επίσης μια πολιτική οικονομία κυριαρχούμενη από τις στρατιωτικές δαπάνες και το χρέος. Αντί να αντιμετωπίσουμε την ανισότητα του πλούτου, την κοινωνική ακινησία και την ανασφάλεια των οικογενειών, χύσαμε αίμα —κυρίως άλλων— και σκορπίσαμε τον πλούτο μας στην άμμο.
Ως λαός, ακολουθήσαμε ένα σενάριο που θα μπορούσαν να είχαν γράψει οι ίδιοι οι τρομοκράτες. Ακόμη χειρότερα, οι εκλεγμένοι ηγέτες μας έγιναν συν-συγγραφείς αυτού του σεναρίου. Η κυβέρνηση Μπους επινόησε τις διασυνδέσεις μεταξύ του Ιράκ και των τρομοκρατών της 11ης Σεπτεμβρίου, κάτι που τελικά οδήγησε τους Αμερικανούς να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνησή τους, ανοίγοντας τον δρόμο για την άνοδο κάποιου σαν τον Τραμπ. Και αυτά τα επινοημένα προσχήματα προετοίμασαν το έδαφος για την παραβίαση της πιο θεμελιώδους αρχής του διεθνούς δικαίου: της απαγόρευσης των απρόκλητων επιθετικών πολέμων.
Με αυτόν τον τρόπο έκλεισε η μεταψυχροπολεμική εποχή της δημοκρατικής αναγέννησης του 1989-91. Προετοιμάζοντας την εισβολή στο Ιράκ, οι Αμερικανοί υποστήριξαν ότι, όπως είχε καταστεί δυνατή η απελευθέρωση στην Ανατολική Ευρώπη, έτσι θα μπορούσε να συμβεί και στη Μέση Ανατολή. Η κατάσταση ήταν, φυσικά, πολύ διαφορετική· άλλο πράγμα είναι η ανατροπή μιας δικτατορίας εκ των έσω και εντελώς διαφορετικό η ανατροπή της μέσω ξένης εισβολής. Και ενώ οι ηγέτες της Ευρώπης είχαν ιδέες για το τι θα ακολουθούσε, οι Αμερικανοί στο Ιράκ δεν είχαν καμία, φανταζόμενοι ότι η απλή καταστροφή ενός κακού καθεστώτος θα οδηγούσε στην εμφάνιση ενός καλύτερου.
Θα ήταν λάθος να πούμε ότι η υπό αμερικανική ηγεσία εισβολή στο Ιράκ προκάλεσε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, το 2014. Αλλά ο αμερικανικός πόλεμος ασφαλώς διευκόλυνε τον Πούτιν, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν να εισβάλλουν σε άλλες χώρες με τη βοήθεια εξωφρενικών ψεμάτων.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους προειδοποιούσα το 2013 και στις αρχές του 2014 ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εισβάλει στην Ουκρανία και να καταλάβει την Κριμαία ήταν η σουρεαλιστική προπαγάνδα που προβαλλόταν από τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης.
Όπως και η αμερικανική προπαγάνδα του 2002 και των αρχών του 2003, δεν έβγαζε κανένα νόημα. Οι Αμερικανοί ισχυρίζονταν ότι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας απαιτούσε την ανατροπή ενός καθεστώτος το οποίο, όσο φρικτό κι αν ήταν, κατέστελλε τον ισλαμισμό που βρισκόταν πίσω από την 11η Σεπτεμβρίου. Οι Ρώσοι κλιμάκωσαν τον παραλογισμό: Οι Ουκρανοί ήταν όλοι ομοφυλόφιλοι, όλοι ναζί και όλοι Εβραίοι. Το κράτος τους καταπίεζε τους Ρώσους. Παρότι η ίδια ήταν αυταρχικό καθεστώς, η Ρωσία θα έφερνε τη δημοκρατία στην Ουκρανία, μολονότι η Ουκρανία ήταν ήδη δημοκρατία.
Λίγο μετά την έναρξη της εισβολής, συμμετείχα σε μια δημόσια συζήτηση στην Πράγα. Τα συναισθήματα ήταν έντονα. Κάποιος που φορούσε μπλουζάκι με ένα ρωσικό φασιστικό σύνθημα πήρε το μικρόφωνο και ρώτησε γιατί η Ρωσία θα έπρεπε να υπακούει σε οποιουσδήποτε κανόνες, όταν οι Αμερικανοί δεν είχαν κάνει το ίδιο στο Ιράκ το 2003. Απάντησα ότι οι κανόνες είναι κανόνες: Η αμερικανική εισβολή ήταν παράνομη, αλλά δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό. Η ερώτηση αυτή ήταν χαρακτηριστική μιας προσέγγισης που προέκυψε από την εσωτερική λογική ενός ολιγαρχικού καθεστώτος, αλλά και μιας προσέγγισης την οποία οι ΗΠΑ είχαν διευκολύνει: δεν υπήρχε αλήθεια, δεν υπήρχε σωστό και λάθος και δεν υπήρχαν κανόνες.
Στα τέλη του 2021 και στις αρχές του 2022, καθώς η Ρωσία προετοίμαζε τη δεύτερη εισβολή της στην Ουκρανία, η σκιά του Ιράκ εξακολουθούσε να πλανάται. Δύο δεκαετίες νωρίτερα, οι ΗΠΑ είχαν πει ψέματα για τους λόγους της εισβολής στο Ιράκ. Τώρα έλεγαν την αλήθεια για τα ρωσικά σχέδια εισβολής στην Ουκρανία. Σε γενικές γραμμές, οι ΗΠΑ δεν έγιναν πιστευτές, παρότι τα γεγονότα ήταν ξεκάθαρα. Ήταν ευκολότερο να αμφισβητήσει κανείς τους Αμερικανούς το 2022 εξαιτίας των ψεμάτων που είχαν πει το 2002. Ως αποτέλεσμα, όλοι ήταν λιγότερο προετοιμασμένοι απ’ όσο θα μπορούσαν να είναι όταν ήρθε ο «μεγάλος πόλεμος», όπως τον αποκαλούν οι Ουκρανοί.
Έχοντας υποστεί την πρόκληση το 2001, η Αμερική αντέδρασε όπως ήθελαν οι τρομοκράτες, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο η τρομοκρατία έχει γίνει τόσο συνηθισμένη ώστε μετά βίας γνωρίζουμε πότε πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη. Ο Πούτιν και ο Τραμπ τη χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν τους εχθρούς τους, παρότι οι ίδιοι είναι κρατικοί τρομοκράτες. Ο ίδιος ο Τραμπ κανονικοποίησε την τρομοκρατία επιχειρώντας να παραμείνει στην εξουσία διά της βίας τον Ιανουάριο του 2021. Και ο εγκληματικός επιθετικός πόλεμος του Πούτιν στην Ουκρανία περιλαμβάνει εκτεταμένους βιασμούς, απαγωγές παιδιών και μαζικές εκτελέσεις ακτιβιστών στα κατεχόμενα εδάφη. Εκείνο όμως που είναι εμφανέστερα τρομοκρατικό είναι η καθημερινή εκτόξευση drones και πυραύλων με στόχο Ουκρανούς αμάχους.
Γράφω αυτές τις γραμμές από ένα υπόγειο στο Χάρκοβο, όπου οι σειρήνες αεροπορικής επιδρομής ηχούν για τρίτη φορά απόψε.
Οι Ουκρανοί καταρρίπτουν τα περισσότερα drones, αλλά οι πύραυλοι απλώς πέφτουν, εκρήγνυνται και σκοτώνουν, επειδή οι Αμερικανοί επέλεξαν να τους στερήσουν πυραύλους Patriot. Αυτό αντανακλά εν μέρει την αλληλεγγύη μεταξύ τρομοκρατών: Οι απεσταλμένοι του Τραμπ βρίσκονταν μόλις πρόσφατα στη Μόσχα επαινώντας τους «στόχους» του Πούτιν. Είναι επίσης παρενέργεια του καταδικασμένου πολέμου επιλογής του Τραμπ εναντίον του Ιράν. Οι ΗΠΑ έχουν σπαταλήσει χωρίς λόγο στη Μέση Ανατολή πυρομαχικά που θα μπορούσαν να είχαν σώσει ζωές στην Ουκρανία. Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν διευκολύνει τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία.
Κι όμως, ο πόλεμος του Τραμπ είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής — και προφανώς χαμένος. Παραμένει σε αυτόν, ακόμη και καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ίσως επειδή ελπίζει ότι το ιρανικό καθεστώς θα του κάνει τη χάρη να επιτεθεί εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Τότε θα μπορέσει να επιχειρήσει να αναστείλει τις εκλογές ή να αναπτύξει περισσότερα αμερικανικά στρατεύματα σε περισσότερες αμερικανικές πόλεις — και να παραμείνει επ’ αόριστον στην εξουσία.
Αυτός είναι ένας τρόπος να θέλεις να νικήσουν οι τρομοκράτες: Να διεξάγεις έναν μεγάλο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, να εξαντλείς τις δικές σου αμυντικές δυνατότητες και να ελπίζεις για το χειρότερο. Το Ιράν μπορεί να τσιμπήσει το δόλωμα εξαπολύοντας μια φονική επίθεση ή ο Τραμπ θα μπορούσε απλώς να ισχυριστεί ότι το έκανε. Έπειτα από όλες τις προκλήσεις, τα ψέματα και την τρομοκρατία που έχουν μεσολαβήσει από την 11η Σεπτεμβρίου, θα ήταν ανόητο να μην πάρουμε αυτό το σενάριο στα σοβαρά. Και αν συμβεί, η απάντηση θα είναι η ίδια όπως και το 2001: Η ελευθερία σου αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο αντιδράς. Πάνω απ’ όλα, μην κάνεις αυτό που θέλει ο τρομοκράτης να κάνεις.
Πηγή: www.project-syndicate.org
Πηγή μετάφρασης: www.kreport.gr
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


