Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Ρώτα, μου είπανε τα τσιγγάνικα μάτια της. Ρώτα, εκεί στους σγουρούς ασπαλάθους. Μάθε πoυ βρήκαν το θάρρος κι ανθίζουνε. Πιάσε τ’ αγκάθι να βγει λίγο αίμα.
Ήταν το σπίτι της στην κορφή και ψιλόβρεχε. Μόνο του έστεκε και τ’ άλλα από κάτω. Φύγαν’ αυτοί που μιλούσαν τη γλώσσα του. Έμειν’ ο αχός και η ώχρα στους τοίχους.
Ήταν ο αέρας που φουσκώνει τη θάλασσα. Ο Παντελάκος με τα χέρια στις τσέπες. Δίπλα ο Μέντης με τσιγάρο μισόσβηστο. Κι ο Μητσικάκος με γυαλιά και κασκέτο.
Ήταν τ’ αηδόνι που ξέρει να κρύβεται. Ο Στάθης με τα χείλια σκασμένα. Δίπλα ο Βελώνης με το δάχτυλο έδειχνε. Και ο Βουγιούκας βαρύς και ο Πόγκας.
Ήταν ο βράχος που μαντεύει τι έρχεται. Ο Παναγιώτης μ’ αφοβιά σα σημαία. Δίπλα ο Μαργιώλης να κοιτάει απέναντι. Μαλγαρινός, Μαμαγκιάς, Τζιτζιφάτος.
Ήταν ο στύλος π’ ακουμπούσε το δίκιο τους. Ο Χαραμής με παπούτσια καινούργια. Δίπλα ο Δαλέζιος μιλάει μ’ αθάνατους. Τριανταφύλλου, Γιοβάνης, Ψαρράκης.
Βγήκε απ΄ το χώμα ο άντρας και στάθηκε. Όλα ή τίποτα, με το δυόσμο στο στόμα. Ήταν σκληρή η σκιά του, σα σίδερο. Διωγμένο φως χτενισμένο στα δέντρα.
Βγήκ’ η γυναίκα απ’ τα μαύρα της κι έκλαψε. Κι έγινε μούστος και κρασί μυρωδάτο. Λούστηκε ο άγγελος στο χυμό και ξεδίψασε. Έβαλε τ’ άσπρα του για να φέρει τα νέα.
Βγήκε τ’ αρνί απ΄ τη στάνη και γέλασε. Χάρηκ’ η μάνα του και γελούσε κι εκείνη. Άκουσ’ ο πεύκος και το γέλιο τους ζήλεψε. Κι έχυσε ευθύς το πηχτό του ρετσίνι.

Ήρθε μετά η βροχή και το ξέπλυνε. Πήραν το άρωμα τα οστά και οι πέτρες. Έγινε φως και νερό ασταμάτητο. Κι ένα φιλί με φτερά ανοιγμένα.
Ήρθε η άνοιξη και τα φύλλα μεγάλωσαν. Άδολα πλάσματα και παιδιά στο πεζούλι. Άγια-γιαγιά ευλογεί ό,τι θέλουνε. Ζώα, σπαρτά και τη ρίζα από κάτω.
Ήρθ’ ο Θεός με τον ήλιο στο κέντρο του. Αχτίνες που έκοβαν ψωμί να μοιράσουν. Μικρές ψυχές κουβαλούσαν τα ψίχουλα. Σοφά μυρμήγκια το ένα με τ’ άλλο.
Χόρτασα τ’ όνειρο και χλωρός αναστήθηκα. Βγήκα ξυπόλητος να με δουν τα κορίτσια. Το γελαστό στο κεφάλι με χάϊδεψε. Το θυμωμένο με δέρνει στην πλάτη.
Πήρα μια βέργα και την έκανα όπλο μου. Πήρα φυσίγγια απ’ το ρόδι που σκάει. Είδα το κόκκινο να βάφει τον κόπο μου. Και τη χαρά στου παππού το χωράφι.
Ένας αέρας μετράει τις μέρες μας. Μια μουσική με το χρώμα του χρόνου. Άνθισαν φέτος νωρίς οι ασπάλαθοι. Άνθος χρυσό κι ασημένιο αγκάθι.
Ακούστε και το υπέροχο τραγούδι του Μαμαγκάκη με στίχους από τους “Πλανόδιους Μουσικούς” του Γιάννη Ρίτσου:
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


