Ανάμεσα στη δεκαετία του 1980 και το 2000 περίπου δημιουργήθηκε στην Ελλάδα ένα φαινόμενο που σήμερα έχει μάλλον ξεχαστεί: το φαινόμενο των «συνήθων υπόπτων».

Ads

Επρόκειτο για ανθρώπους που με σαθρές ενδείξεις και στοιχεία θεωρήθηκαν ύποπτοι ως τρομοκράτες ή δράστες κοινών εγκλημάτων  με πολιτικά κίνητρα. Τους ονόμασαν συνήθεις ύποπτους, επειδή σε κάθε τρομοκρατική ενέργεια, σε κάθε ληστεία ή έκρηξη ή άλλο βίαιο περιστατικό συλλαμβάνονταν οι ίδιοι άνθρωποι που όμως, οι περισσότεροι αν όχι όλοι αθωώθηκαν ή απαλλάχθηκαν.

Ads

Το φαινόμενων των συνήθων υπόπτων εκτός του ότι καταδεικνύει το μέγεθος της αποτυχίας της αστυνομίας και εν μέρει της ποινικής δικαιοσύνης, είναι χρήσιμο για τους συμβολισμούς του.

Ads

Εστιάζοντας επικοινωνιακά σε αυτούς τους ανθρώπους το ενδιαφέρον απομακρύνεται από άλλες υποθέσεις. Οι συνήθεις ύποπτοι αξιοποιήθηκαν ως «αποδιοπομπαίοι τράγοι» και χρησίμευσαν επιπλέον για τη στοχοποίηση όχι μόνον συγκεκριμένων προσώπων, αλλά ολόκληρων κοινωνικών ομάδων π.χ. φοιτητών.

Ads

Ταυτόχρονα, όμως οι υποθέσεις συνήθων υπόπτων διαμορφώνουν και εντυπώσεις και πεποιθήσεις στους πολίτες (και  σε πολίτες που δεν τρέφουν συμπάθειες προς τους διωκόμενους) για το τι σημαίνει εφαρμογή του νόμου, πως λειτουργεί η αστυνομία, πως λειτουργεί μέρος της δικαιοσύνης και επίσης, απόψεις για τύχη που έχουν οι συνήθεις ύποπτοι, ανεξάρτητα από το τι έχουν κάνει.

Δεν είναι τυχαία η ρήση «ου μπλέξεις». Τα φαινόμενα των συνήθων υπόπτων έτσι, θέτουν συνολικά υπό κρίση και αμφισβήτηση το κράτος δικαίου και κυρίως κλονίζουν την εμπιστοσύνη απέναντι στους θεσμούς. Παράλληλα αδικούν κατάφορα ανθρώπους που κατά κανόνα διώκονται κυρίως για την ιδεολογία, την ταυτότητά και την προέλευσή τους, παρά για αυτό που έχουν κάνει. Είναι σαν να στοχοποιούνται «κατά συνήθεια». Και ποτέ δεν μαθαίνουμε σε βάθος χρόνου τι συνέπειες είχαν τέτοιες υποθέσεις στη ζωή των ίδιων και των οικείων τους.

Μα θα αντιτείνει κάποιος έτσι στα καλά καθούμενα η αστυνομία συλλαμβάνει κάποιον χωρίς ποτέ να έχει κάνει κάτι; Όχι είναι η απάντηση. Κατά κανόνα κάπως έχουν εμπλακεί με το νόμο αν και όχι πάντα, συχνά όμως δεν έχουν κάνει κάτι παράνομο, απλά έχουν κατηγορηθεί ότι έχουν κάνει ενώ στη συνέχεια αθωώθηκαν ή απαλλάχθηκαν ή δεν έγινε δυνατό να υπάρξει έστω κάποια ισχυρή ένδειξη για την ενοχή τους ή εκπλήρωσαν στην ποινή τους ή ούτε καν κατηγορία δεν μπόρεσε να στοιχειοθετηθεί.

Τίθεται όμως και ένα άλλο ερώτημα: μπορεί μια παρελθούσα εμπλοκή με την παρανομία να αποτελεί  συνεχώς προϋπόθεση για να θεωρείται κάποιος ύποπτος σε όλη τη ζωή; Και με τι κόστος; Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση δεν είναι ουδέτερη, αλλά προϋποθέτει μια τοποθέτηση υπερ ή κατά του κράτους δικαίου, διότι θέτει το παλιό δίλημμα νομιμότητα έναντι σκοπιμότητας. Όπως επίσης θέτει και ζητήματα κατάχρησης εξουσίας, αλλά κυρίως απομυθοποιεί το αναμορφωτικό ιδεώδες, που βέβαια στις μέρες μας έχει καταρρεύσει.

Τα παραδείγματα πολλά στην ιστορία της Μεταπολίτευσης. Από το Χριστόφορο Μαρίνο μέχρι τους συνήθεις υπόπτους της δεκαετίας του 80 και του 90, όπου άνθρωποι που ενεπλάκησαν με μικρο-παραβάσεις ή απλά ήταν σαφώς ενταγμένοι στον αναρχικό ή αντιεξουσιαστικό χώρο, στη συνέχεια θεωρήθηκαν με σχεδόν εμμονικό τρόπο ύποπτοι για τρομοκρατία, μέχρι που ταυτίστηκαν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι με φαινόμενα τρομοκρατίας εκείνης της περιόδου.

Τα ονόματα γνωστά, δεν χρειάζεται η αναφορά τους εδώ, διότι οι άνθρωποι αυτοί αθωώθηκαν ή απαλλάχθηκαν σε δικαστικό επίπεδο τελικά ή καταδικάστηκαν για πολύ ηπιότερες εγκληματικές πράξεις, που δεν είχαν σχέση με το «μύθο».

Σε ποιο πρόσφατη περίοδο το φαινόμενο επαναλήφθηκε αυτή τη φορά το 2012, με θύμα έναν νέο άνθρωπο, αναρχικό βέβαια, που έμεινε 5 χρόνια στη φυλακή ως ανθρωποκτόνος ενός οδηγού ταξί και μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης και τελικά αθωώθηκε, ενώ στη συνέχεια αποζημιώθηκε και χρηματικά με δικαστική απόφαση.

Ένα χρόνο περίπου πριν από αυτό, δύο ακόμα νέοι άνθρωποι συλλαμβάνονται καταδικάζονται πάλι με άξονα την τρομοκρατία και μένουν πάνω από ένα χρόνο έγκλειστοι, με βάση ανεπαρκή στοιχεία DNA και αξιολογήσεις κοινωνικών τους σχέσεων και τελικά αθωώθηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας στο Εφετείο.


Το ελληνικό κράτος έχει αποδείξει ότι δεν τα πάει καλά με την εξιχνίαση υποθέσεων τρομοκρατίας. Δεν είναι μόνον ότι χρειάστηκαν σχεδόν 25 χρόνια να αποκαλυφθεί η 17 Νοέμβρη και ότι μάλλον τυχαία αποκαλύφθηκαν άλλες οργανώσεις στη συνέχεια, είναι και ότι κάθε φορά που προέκυπτε ένα περιστατικό τρομοκρατίας, αποδιδόταν στερεοτυπικά και με σαθρά στοιχεία σε όποιους η αστυνομία και το πολιτικό σύστημα καθ΄ υπόθεσιν θεωρούσαν ένοχους: ποτέ δεν επικράτησαν οι ψύχραιμες φωνές (που δεν ήταν λίγες) ως προς τη στοχοποίηση και μεταχείριση ανθρώπων.

Και είναι και κάτι ακόμα: μέσα σε αυτό το «κυνήγι μαγισσών» για πολλά χρόνια ο όρος εγκληματική οργάνωση στον ΠΚ οδηγούσε κατευθείαν και αποκλειστικά σε τρομοκρατικές οργανώσεις με πολιτικά χαρακτηριστικά, αλλά όχι στο κοινό οργανωμένο έγκλημα που σήμερα έχει εμπεδωθεί στη χώρα.

Δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή η άγνοια επιστημονικών δεδομένων εκ μέρους των αρχών σχετικά με την αξιοπιστία δειγμάτων ιχνών, αποτυπωμάτων, γενετικού υλικού. Έτσι, μόνο η επίδραση εξωνομικών παραγόντων ή ανεπαρκής αξιολόγηση των στοιχείων μπορεί να εξηγήσει την πάγια αυτή πολιτική, που επισκιάζει την πραγματικότητα αλλά παράγει επικοινωνιακά αποτελέσματα.

Αυτή όμως η επιλεκτική λειτουργία καταλήγει σε διαφορετική μεταχείριση υπόπτων και κατηγορουμένων ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό πράγμα που δεν διασφαλίζει, αντίθετα κλονίζει τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Σίγουρα από τέτοιες υποθέσεις, κερδίζουν όσοι  επωφελούνται ποικιλοτρόπως από την κατάρρευση των δημοκρατικών θεσμών και την υποχώρηση των εγγυήσεων των δικαιωμάτων για όλους.

Σήμερα δυστυχώς, φαίνεται ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας ακόμα τέτοιας περίπτωσης: η υπόθεση του Νίκου Ρωμανού εντυπωσιάζει για την επανάληψη των χαρακτηριστικών που έχει με υποθέσεις του παρελθόντος ως προς τη μεταχείριση υπόπτων.

Με μια εξαίρεση: το πολιτικό και το ποινικοκατασταλτικό σύστημα δεν είναι χωρίς ευθύνες για την εξ΄ αρχής εμπλοκή του Ρωμανού, ως θύματος, με το σκληρό πρόσωπο του κράτους: η θυματοποίηση του σημερινού προσωρινά κρατούμενου είναι γνωστή. Η δολοφονία Γρηγορόπουλου προφανώς σημάδεψε την πορεία του.

Το θέμα είναι ότι και η στάση του ελληνικών αρχών σηματοδοτεί την ζωή του, καθώς αρνείται κυρίως με βάση πειστήρια αμφιλεγόμενα και ελλιπή, να του δώσει τη δεύτερη ευκαιρία που έχει δώσει σε άλλες περιπτώσεις και που σε αυτήν την περίπτωση ο Ρωμανός δικαιούται.

Πόσο όμως θα έχει κερδίζει η κοινωνία και το κράτος δικαίου  –που δημόσια με έμφαση υποστηρίζουν όλοι- από την σύνθλιψη ενός νέου ανθρώπου που έχει έμπρακτα ως τώρα προσπαθήσει να υπερβεί το παρελθόν; Είναι συμβατές με τη Δημοκρατία τέτοιες επιλογές; Διότι αυτό τελικά δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά πολιτικό.

  • Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου