Σε αυτή τη χώρα έχουμε μεγάλη ιστορία με τους άδικους θανάτους. Πόλεμοι, αρρώστιες, φτώχεια, πείνα, πολιτικές διώξεις και καταστολή, ναυάγια και κάθε είδους ατυχήματα έχουν καθορίσει τη σχέση του πληθυσμού με το θάνατο και την αδικία σε όλα τα επίπεδα εδώ και δυο αιώνες.

Ads

Μεγαλώσαμε πολλές γενιές με εικόνες μαυροφορεμένων γυναικών είτε στο περιβάλλον μας, είτε μέσα από τις φωτογραφικές αφηγήσεις και τις ταινίες, αλλά και με τον πόνο των τραγουδιών. Στο πέρασμα των χρόνων σταδιακά εστιάσαμε στη ζωή αντί για το θάνατο και μάλιστα στην καλή ζωή, που μόνο η ειρήνη και το κράτος δικαίου προσφέρουν ακόμα και μέσα στον καταναλωτικό καπιταλισμό.

Ads

Τα τελευταία πολλά χρόνια όμως, από την κρίση και μετά, μοιάζει η ζωή να έχει χάσει την αξία της: άνθρωποι δολοφονούν άγνωστους τους, φασίστες δολοφονούν αντιφασίστες, αστυνομικοί δολοφονούν πολίτες, επιχειρηματίες και μεγάλες εταιρείες αναλαμβάνουν και αποδέχονται με τις πρακτικές τους το ενδεχόμενο μαζικών θανάτων -από τα τροχαία ατυχήματα έως τα εργατικά-, ενώ η φτώχεια σε κάποιες περιπτώσεις φθάνει ακραία όρια στη χώρα μας.

Ads

Μοιάζει τελικά η αξία της ζωής στη χώρα μας (για να περιοριστώ εδώ) να μην έχει τη σημασία που είχε ως υπέρτατο αγαθό στις αρχές αυτού του αιώνα τουλάχιστον. Δεν είναι ότι κάποιοι -εταιρείες ή άνθρωποι ή κέντρα εξουσίας- σχεδιάζουν να αφαιρέσουν ζωές· είναι ότι έχουν απαξιώσει τις ζωές και δεν ενδιαφέρονται αν χαθούν ή όχι. Έτσι είναι αδύνατη και η άμεση απόδοση ευθύνης.

Ads

Σε αυτόν τον καμβά συμβαίνουν τα διάφορα γεγονότα που κοστίζουν ζωές: Η Ελλάδα έγινε η χώρα που μαθαίνει τις ομάδες εξουσίας (της όποιας εξουσίας) να μην υπολογίζουν τους κανόνες αλλά και να αποδέχονται την ιδέα της πρόκλησης άδικων θανάτων.

Έτσι, τον τελευταίο καιρό ο θάνατος εκτός από τους πολέμους που μας περιβάλλουν πρωτοστατεί στα δελτία ειδήσεων: μοιάζει να μην υπάρχει τίποτα άλλο σε αυτήν τη χώρα. Και όταν δεν απασχολεί ο θάνατος, απασχολεί η βία που συχνά έχει προέλευση από το ίδιο το κράτος.

Η συσσώρευση περιστατικών και τραγικών γεγονότων εκτός από το σοκ που προκαλεί, δημιουργεί ένα κλίμα θανάτου και απομάκρυνσης από τα κοινωνικά πράγματα, που είναι χρήσιμο για να αποπροσανατολίσει τους ζωντανούς και να τους στρέψει μακριά από τα κρίσιμα ερωτήματα.

Συγκλονίζουν οι ιστορίες για τις γυναίκες του εργοστασίου Βιολάντα που έχασαν τη ζωή τους. Προκαλεί οργή το γεγονός, όπως και τα ανάλογα προηγούμενα του με αποκορύφωμα την τραγωδία των Τεμπών. Και η τραγικότητα του γεγονότος αυτού μας απομακρύνει από κρίσιμα ερωτήματα που θέτουν το πρόβλημα από την αρχή όπως π.χ. με τι όρους λειτουργούν οι βάρδιες στις παραγωγικές μονάδες- επιχειρήσεις.

Ήδη όμως μετά τη δημοσιοποίηση της διαρροής του προπανίου σε αυτήν την υπόθεση, έρχεται ξανά στην επιφάνεια το ερώτημα που ισχύει για την περίπτωση των Τεμπών και για τη δολοφονία του Φύσσα, του Παύλου Καμπανού, τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, του ναυαγίου του Σάμινα, του ναυαγίου στην Πύλο και τόσων άλλων: εκτός από τις ευθύνες του κράτους και των ελεγκτικών μηχανισμών, τι άνθρωποι είναι αυτοί που αποδέχονται το ενδεχόμενο ή και σχεδιάζουν τη δολοφονία κάποιου με τον οποίο/α δεν έχουν καμία προσωπική σχέση;

Δεν πρόκειται για ευφυολόγημα, αλλά για την ανάγκη συνειδητοποίησης από όλους ότι ο νεοφιλελευθερισμός, η διάλυση του κράτους προς όφελος του ιδιωτικού τομέα, η άνοδος του κοινωνικού αυτοματισμού που τρέφει το φασισμό, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η απαξίωση των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων η απαξίωση της γνώσης, της παιδείας, της ιδέας της συλλογικότητας και της κοινότητας και του πολιτισμού της δημοκρατίας και της ισότητας, η απαξίωση δηλαδή και η διάλυση του κράτους δικαίου και όσα την συνοδεύουν δεν έχει μόνο αυτά τα αποτελέσματα. Δημιουργεί και νοοτροπίες απαξίωσης της ζωής εν γένει: κοινωνικούς τύπους ανθρώπων για τους οποίους οι ζωές των άλλων δεν έχουν καμία αξία, είναι απλά ένα στατιστικό μέγεθος, που μετριέται με όρους οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτοί οι τύποι ανθρώπων είναι που επωφελούνται και αναπαράγουν συστήματα εκμετάλλευσης και ανθρώπινης δυστυχίας. Δεν πρόκειται προφανώς για βιολογικούς τύπους, όπως θα έσπευδαν πολλοί νεόκοποι λομπροζιανοί και νευρο-ειδικοί να εξηγήσουν, αλλά για ανθρώπους που διαπλάθονται («εκπαιδεύονται») μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικο- οικονομικά συστήματα όπως το δικό μας και γενικά τα συστήματα της Δύσης, εκεί δηλαδή όπου το οικονομικό όφελος υπερέχει έναντι κάθε άλλου και που οι κανόνες παραβιάζονται από εκείνους που τους θέτουν.

Αυτά τα συστήματα είναι που καλλιεργούν κουλτούρες θανάτου και νεκροπολιτικές, πέρα από αυτές κατά των προσφύγων και μεταναστών. Πρόκειται για πολιτικές και πολιτισμούς όπου ο μη φυσικός θάνατος είναι ένα αποδεκτό ενδεχόμενο στην ζωή των ανθρώπων, όχι όμως για λόγους τιμής, εκδίκησης, εθνικής ανάγκης, ανώτερης βίας, άμυνας, επιβίωσης κλπ, αλλά για λόγους άσκησης εξουσίας, πολιτικής σκοπιμότητας, οικονομικής ισχύος και κέρδους, όπως και για λόγους δοκιμασίας της αδρεναλίνης, επίδειξης δύναμης, στο πλαίσιο των οποίων η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία. Αυτή η τάση δημιουργεί αγριότητα και ωμότητες.

Προφανώς στο πρόσφατο επιχειρηματικό έγκλημα του εργοστασίου «Βιολάντα» υπάρχει ήδη μια συζήτηση για αμέλειες, ευθύνες, υποστελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών και την αδιαφορία του εργοστασιάρχη, όπως και για πρακτικές που εμπόδιζαν την σύσταση σωματείων κλπ. Η υπόθεση αυτή εξελίσσεται σε ένα ακόμα επιχειρηματικό έγκλημα. Ανεξάρτητα όμως από την νομική έκβαση της, όπως και άλλων ανάλογων ή όμοιων, είναι ανάγκη να ανακόψουμε να υπερβούμε αυτό το σύστημα παραγωγής απάνθρωπων πολιτισμών: δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τους πλανήτες από την αρχή για να αποκαταστήσουμε το κράτος δικαίου, την ταυτότητα του πολίτη (γιατί περί αυτού πρόκειται) και να διαμορφώσουμε μια ζωή, που να αξίζει να τη ζεις. Χρειάζεται όμως -παρά την τραγικότητα των υποθέσεων αυτών- να δούμε την πολιτική με νέους όρους, να αντικρούσουμε όσους την χλευάζουν και να φτιάξουμε μια ζωή που να αξίζει να τη ζείς ή που να αξίζει τον κόπο να πεθάνεις για χάρη της όπως είχε πει ο μεγάλος μας Κώστας Καζάκος.

*Σοφία Βιδάλη, τ.Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής