O θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη που παραπέμπεται ως ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο από ευυπόληπτα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, εκτός από τη λύπη για τον θανόντα και το πλήθος αποριών και σκέψεων για την αγορά των κάθε είδους θεραπειών,  συνιστά και ένα θλιβερό παράδειγμα της εξέλιξης των κοινωνικών σχέσεων στην εποχή μας.

Ads

Και εξηγούμαι: Η υπόθεση Μαζωνάκη εκτός από τη στενά εγκληματολογική της διάσταση, που αφορά και την ανακριτική  και τη δικαστική εξέλιξη της (που θα δούμε), αποτελεί έναν ακόμα «ασυνήθιστο» θάνατο, που οφείλεται  σε κατάχρηση ιδιότητας, εξουσίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή, χαρακτηριστικά που συναντάμε και σε άλλες υποθέσεις τελευταία, με ποικίλες εκδοχές και διαστάσεις:

Ads

από τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα έως τη δολοφονία του Θοδωρή Ζαβραδινού – Καράμπαμπα, τη δολοφονία του βρέφους στην Κυψέλη, έως την υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό, τις υποθέσεις κακοποιήσεων και κακομεταχείρισης σε ΑΤ αλλά και τις συχνές άγριες και απάνθρωπες συμπλοκές μεταξύ ανηλίκων αλλά και ενηλίκων, που έχουν οδηγήσει και σε δολοφονίες, κάποιες από τις οποίες είχαν καθαρά ναζιστικό κίνητρο, όπως π.χ. αυτή του Παύλου Φύσσα.

Ads

Όλα αυτά που ενδεικτικά θυμίζουμε, δείχνουν κάτι ευρύτερο και ιδιαίτερα ανησυχητικό για την ελληνική κοινωνία και καθιστούν αυτές τις υποθέσεις όχι απλά ιδιωτικά ζητήματα, αλλά δημόσια.

Ads

Παρά τις διαφορές τους, το κοινό νήμα που συνδέει τις υποθέσεις αυτές είναι μια κουλτούρα συρρίκνωσης του συνανθρώπου σε αντικείμενο, μια τάση απανθρωποποίησης, που συνειδητά ή ασυνείδητα κατά περίπτωση επινοείται από τους δράστες για να δικαιολογήσουν την πράξη τους.

Δεν πρόκειται για ατομικό ζήτημα όμως (και αυτό είναι το φοβερό!), ούτε απλά για τάση μιας ομάδας. Αντίθετα, η απανθρωποποίηση (dehumanization) είναι πολιτικό ζήτημα και καλλιεργείται μαζικά σε πλήθος ανθρώπων, μέσω κυρίως τριών τάσεων και πλήθους πρακτικών:

Πρώτον, της κυριαρχίας και εξύμνησης της αγοράς ως θεμελίου των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής οργάνωσης.

Δεύτερον και ταυτόχρονα, μέσω της απαξίωσης της επιστήμης, της μόρφωσης, της πολιτικής γενικότερα, και τρίτον, μέσω της εξύμνησης του ατομισμού, της υπερβολής, της υποκατάστασης της τέχνης και της αισθητικής από την «κουλτούρα» της λάμψης (glamour) και της επίδειξης.

Όλα αυτά πλαισιώνονται τέλος, από τη διάλυση των όποιων θεσμών μπορούν να εγγυηθούν ελευθερία, ισότητα, δικαιώματα, πολιτισμό, αξιοπρέπεια και από την ανάδειξη της «υπευθυνοποίησης», του ατομικισμού, της σκληρότητας, της ευτυχιοκρατίας και της αποστροφής της λύπης και του πόνου, ως βασικών χαρακτηριστικών του «νέου» τύπου ανθρώπου. Έτσι ακόμα και τα εγκλήματα κατά της ζωής «κανονικοποιούνται» και όχι μόνον στον κόσμο του δράστη. Γίνονται ένα αποδεκτό ενδεχόμενο.

Σε μια εποχή όπου τα ρομπότ -όπως ήδη γίνεται γνωστό- αποτελούν έναν νέο κίνδυνο για το ανθρώπινο είδος -πέρα από την κλιματική κρίση-, οι αντιδράσεις  σε τέτοια ιδιαίτερα εγκλήματα δεν μπορεί να περιορίζονται γενικά σε ποινικο-ελεγκτικά μέτρα.

Είναι ανάγκη αντίθετα, αφενός να αναδεικνύεται η επίδρασή τους γενικότερα στις κοινωνικές σχέσεις, όπως σε ζητήματα ανισοτήτων, φύλου, διαφθοράς, κοινωνικών πρακτικών πέρα από το δίπολο «δράστης- θύμα» και αφετέρου, να αποκαλυφθεί η μισαλλοδοξία που διέπει τις αντιλήψεις των πρωταγωνιστών των εγκλημάτων αυτών και η κοινωνική και πολιτική αποδοχή της.

Η απάντηση σε τέτοια εγκλήματα που είναι δείκτες αποπολιτισμού μιας κοινωνίας και έχουν ως βάση τις ανισότητες, την απανθρωποποίηση, την αγριότητα, την άσκηση εξουσίας (ευρύτερα), τη μισαλλοδοξία, δεν μπορεί να περιορίζεται σε άμεσα μέτρα ελέγχου μόνον και δεν μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμη. Αντίθετα οφείλει βλέπει στο μέλλον και στο πως θα διαμορφωθούν οι κυρίαρχες αντιλήψεις για το «τι είναι κοινωνία».

Και αυτό μπορεί να το επιτελέσει κατ΄αρχάς το σχολείο αλλά και το Πανεπιστήμιο, μέσα από την ουσιαστική αναδιάρθρωση των όρων παροχής παιδείας (όχι μόνον εκπαίδευσης)·  διότι μόνο εκεί καλλιεργείται κατά βάση η κριτική σκέψη, την οποία τόσο φοβάται το κοινωνικο – πολιτικό κατεστημένο.

Εκεί και σε αυτές τις ηλικίες διαμορφώνονται οι βάσεις για το μέλλον. Μόνο το σχολείο (και όχι οι υπερβατικές δοξασίες) παρά την ταξική διάστασή του μπορεί να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση για τον άλλον και να αντιμετωπίσει την κοινωνία της αγοράς και τον κόσμο των ρομπότ που εξαπλώνεται. Διαφορετικά, να ετοιμαστούμε για την όξυνση του κοινωνικού κυνισμού με απρόβλεπτες συνέπειες.

  • Σοφία Βιδάλη – τ. Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής Παντείου Πανεπιστημίου