Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όταν λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα που συγκροτούν τέτοιες στιγμές, συνήθως εκείνοι που τα δημιουργούν δεν το αντιλαμβάνονται. Η ένταση των γεγονότων τους παρασύρει στη δίνη της δημιουργίας τους, και οι δημιουργοί του γεγονότος παραδίδονται, ανήκουν ολοκληρωτικά σε αυτό.
Δεν έχουν ούτε καιρό ούτε μυαλό για διαγνώσουν την ξεχωριστή υφή της στιγμής εκείνης. Απλώς την δημιουργούν. Η στιγμή εκείνη παρέρχεται, αλλά δεν φεύγει. Διέρχεται τον χρόνο και ζει το δικό της μέλλον μέσα στο δικό μας παρόν. Και μας επισκέπτεται -όσους και όσες επισκέπτεται- απρόσκλητη, όποτε θέλει, άλλοτε σαν μια μισοσβησμένη ηχώ από κάτι μακρυνό, άλλοτε έντονα, και δίνει το δικό της νόημα σε ό,τι από τις δικές μας καθημερινότητες αυτή, και όχι εμείς, επιλέγει.
Σήμερα πάντως η στιγμή της Νομικής του ’72 και του ’73 δεν ήρθε απρόσκλητη, όπως ούτε στις δύο εκδηλώσεις μνήμης που προηγήθηκαν πριν από δεκαετίες. Η πρώτη από αυτές ήταν μία ημερίδα που οργάνωσε τον Φεβρουάριο του 1995 το Πανεπιστήμιο, 22 χρόνια μετά την κατάληψη, επί κοσμητείας Σπυρίδωνος Τρωιάνου, που ήταν ο βασικός ομιλητής στην ημερίδα, την οποία χαιρέτησαν και οι Πρυτάνεις του Πανεπιστημίου Πέτρος Γέμπτος και Πολυτεχνείου Νίκος Μαρκάτος και με απόφαση της Συγκλήτου καθιερώθηκε η 20η Φεβρουαρίου ως ημέρα αργίας για τη Νομική Σχολή.
Η δεύτερη ήταν μία εκδήλωση που οργάνωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2007 ο Σύλλογος Διδακτικού Προσωπικού της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου μας, με ομιλητές τον Καθηγητή Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη και τον υποφαινόμενο.
Η σημερινή πρόσκληση, ακριβώς μισό αιώνα μετά, και η εδώ τελετουργική παρουσία, πέραν των πρυτανικών και κοσμητορικών μας αρχών, και του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών Καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου και εκπροσώπων της βουλής και της πολιτείας, εντάσσει κάπως τη Νομική του ’72-΄73, ιδίως την κατάληψη του Φεβρουαρίου του 1973, σε ένα είδους επετειακού curriculum του Πανεπιστημίου, και αυτό είναι καλό.
Είναι ένας θρίαμβος της μνήμης πάνω στη λήθη. Περιποιεί τιμή στη Νομική του ’72 και του ’73. Όπως και η επίσημη τιμή του Πανεπιστημίου μας στη θυσία του Γιαννάκη Χούπη, δεκαοχτάχρονο παιδί παπά, φοιτητής της Νομικής που τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί τον Σεπτέμβρη του 1944 με την ομάδα της Λέλας Καραγιάννη, τιμή που του αποδόθηκε εξήντα τόσα χρόνια μετά τη εκτέλεσή του. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Επιστρέφοντας στην Νομική του ’72 και ’73 ας σημειώσω ότι η πολιτεία και οι πανεπιστημιακές αρχές έρχονται -με την ασφάλεια του μισού αιώνα που πέρασε- και για να πάρουν κάτι από την αίγλη που κατέκτησε η στιγμή εκείνη, και για να πάρουν δηλαδή, όχι μόνο για να δώσουν.
Οι ομιλίες του Βαγγέλη Καραμανωλάκη και του Γιώργου Βερνίκου που προηγήθηκαν έδωσαν αρκετές εικόνες του κλίματος και του συναισθήματος της εποχής εκείνων των γεγονότων, όπως, είμαι βέβαιος, το ίδιο θα κάνει και η ομιλία της Τιτίκας Σαράτση που θα ακολουθήσει.
Αυτό μου επιτρέπει να προχωρήσω σε μία συνοπτική, αρκετά ελλειπτική και αποσπασματική επισήμανση πτυχών των γεγονότων -προφανώς όχι συστηματική εξιστόρησή τους- που ελπίζω να συμβάλει στην ουσιαστικότερη κατανόηση των γεγονότων για τα οποία είμαστε σήμερα εδώ.
Επίσης μιλώ υποκειμενικά, δεν διεκδικώ «αντικειμενικότητα». Στηρίζομαι κυρίως στην προσωπική μου μνήμη και αντίληψη, μπορώ όμως να διαβεβαιώσω ότι, τουλάχιστον συνειδητά, δεν παραποιώ τίποτε και είμαι σε θέση να τεκμηριώσω τα γεγονότα στα οποία θα αναφερθώ και τις κρίσεις και εκτιμήσεις μου για αυτά.
Η μετατροπή ενός γενικού κλίματος σε οργανωμένες μορφές πολιτικής δράσης
Είναι ουσιώδες για έναν σημερινό αναγνώστη να έχει μία εικόνα της χρονικής και πολιτικής στιγμής των διεργασιών που άρχισαν να εκκολάπτονται σιγά-σιγά από το φθινόπωρο του ’71 και συνέχισαν ανοδικά το ’72 και οδήγησαν, την άνοιξη του 1973, στις καταλήψεις της Νομικής, στις δύο καταλήψεις της Νομικής στις 20-21 Φεβρουαρίου και στις 20 Μαρτίου του ’73.
Ήταν μία περίοδος με την χούντα στο απόγειο της ισχύος της. Είχε την απροσχημάτιστη πλέον υποστήριξη των ΗΠΑ, που επισφραγίσθηκε με την επίσκεψη του ελληνικής καταγωγής Αντιπροέδρου τους Σπάϊρο Άγκνιου (έκπτωτου, αργότερα, από το αξίωμά του ως χρηματιζόμενου πολιτικού απατεώνα).
Είχε την πλήρη ανοχή της Σοβιετικής Ένωσης και γενικώς των χωρών του σοσιαλιστικού μπλοκ, προφανώς έναντι αντίστοιχης ανοχής που έδειξαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στην στρατιωτική κατοχή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας επί της Τσεχοσλοβακίας το 1968, ένα χρόνο μετά το απριλιανό πραξικόπημα στην Ελλάδα.
Ο βασιλιάς, παρά τη φυγή του από την Ελλάδα μετά από σύγκρουση με τους συνταγματάρχες το 1968, είχε αρχίσει να ανταλλάσσει τηλεγραφήματα φιλοφρονήσεων με την χούντα, η οποία δεν είχε καταργήσει τον βασιλικό θεσμό. Οι αντιστασιακές οργανώσεις ήταν είτε παράνομες είτε τα μέλη τους βρίσκονταν στη φυλακή με πολυετείς ποινές, η χούντα όμως είχε την άνεση, ήδη από τελειώνοντας το 1970, να διαλύσει τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στο Παρθένι και στο Λακκί της Λέρου, απολύοντας τους αρχικά περίπου 10.000 στη συνέχεια περίπου 3.000 αριστερούς πολιτικούς κρατουμένους.
Η προληπτική λογοκρισία είχε αρθεί. Κάποιες, όχι ασήμαντες, εκδηλώσεις αντίθεσης στη χούντα, με σημαντικότερη την κηδεία του Γιώργου Σεφέρη τον Σεπτέμβριο του ’71 δεν της στερούσαν την αίσθηση κοινωνικής ανοχής.
Η αντίθεση στη χούντα εκδηλωνόταν κυρίως είτε ως ατομική υπόθεση εκείνων που την εκδήλωναν, είτε ως αντίσταση μικρών συλλογικών υποκειμένων –χούφτες ανθρώπων, γενναίων, αλλά όχι πολλών. Δεν αντιμετώπιζε μαζική αντίσταση η χούντα, ο κόσμος, «ο λαός», δεν μιλούσε δυνατά και δημόσια όταν την απέκρουε, άτομα μιλούσαν, και αυτά χαμηλόφωνα και σε στενούς κύκλους. Η σκιά του φόβου που είχε επιβάλει η χούντα έφθανε μέχρι και τις προσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις.
Δεν αστειευόσουν με οποιονδήποτε και για οτιδήποτε σ΄ ένα πάρτι, δεν τραγουδούσες οτιδήποτε σε μια ταβέρνα (ακόμη και βαθειά τη νύχτα σε μια λαϊκή ταβέρνα όταν είχαν απομείνει μόνο το τραπέζι της παρέας σου κι ο μιλημένος ταβερνιάρης), πρόσεχες τα λόγια σου ακόμη και σ’ ένα φλερτ, ή και στην συνέχειά του.
Ήταν όμως μία περίεργη εποχή. Φαίνεται ότι αυτή ακριβώς η αίσθηση ισχύος που είχαν, τους οδήγησε σε ορισμένες ανοχές που, με τη σειρά τους, άφησαν έδαφος να γεννηθεί και αναπτυχθεί μια απρόβλεπτη δυναμική. Το πρώτο ρήγμα στο χαλύβδινο κέλυφος που κάλυπτε την αντιδικτατορική δραστηριότητα το έφερε μια σειρά από νόμιμες, ανεκτές μέχρι που έπαψε η ανοχή τους, αλλά μέχρι τότε νόμιμες δραστηριότητες.
Ήδη από τον Ιούνιο του 1970 είχε ιδρυθεί νόμιμα η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων, η ΕΚΙΝ, ένα σωματείο με Πρόεδρο τον Παναγιώτη Κανελλάκη (που δεν είναι πια μαζί μας), Γενικό Γραμματέα τον Γιώργο Βερνίκο, με τον Γιώργο Παπαπέτρου σε κομβικό ρόλο και την ενεργή συμμετοχή του τότε υφηγητή και μετέπειτα Καθηγητή στη Σχολή μας Γιώργου Κουμάντου όπως και του τότε φοιτητή και μετέπειτα επίσης Καθηγητή στη Σχολή μας Νίκου Αλιβιζάτου.
Η Εταιρία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, η ΕΜΕΠ, επίσης σωματείο, ιδρύθηκε και αυτή το 1970, συγκροτήθηκε και ως δίκτυο διανοουμένων, συγγραφέων, επιστημόνων με αντιδικτατορική δράση με την ενεργή σύμπραξη μεταξύ άλλων της Βιργινίας Τσουδερού και φυσικό ηγέτη τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου.
ΕΚΙΝ και ΕΜΕΠ, μέχρι την διάλυσή τους την άνοιξη του 1972, οργάνωσαν σειρές ομιλιών ή άλλων εκδηλώσεων διαλόγου, έμμεσα αλλά ουσιαστικότατα αντιδικτατορικές, και αυτό όχι απρόσκοπτα αλλά με συνεχείς παρενοχλήσεις. Ιδιαίτερο βάρος για τη Νομική του ’72 και ’73 έχει η ΕΚΙΝ, και αυτό όχι τόσο για καθ΄ εαυτές τις εκδηλώσεις και εκδόσεις της, αλλά κυρίως επειδή και μέσω αυτών δημιουργήθηκε ένας χώρος επικοινωνίας νέων ανθρώπων, κυρίως φοιτητών με βαθύτερο αντιδικτατορικό υπόστρωμα.
Ομιλίες σε μικρούς γενικά κύκλους, του Γερμανού συγγραφέα Günter Grass ή της Βρεττανής οικονομολόγου Joan Robinson, κάποια βιβλία μαρξιστικής θεωρίας του εκδοτικού οίκου «Νέοι Στόχοι», η συστηματικότερη ακρόαση ξένων ραδιοσταθμών όπως η Deutsche Welle -έχω ακόμη, ακόμη και αυτή τη στιγμή, όσο ζωντανή και τότε στ΄ αυτιά μου την φωνή του Παύλου Μπακογιάννη-, υπαινικτικές γελοιογραφίες, π.χ. του Κώστα Μητρόπουλου.
Oρισμένες θεατρικές παραστάσεις όπως «Η όπερα του ζητιάνου» ή η επιθεώρηση «Κι εσύ χτενίζεσαι» από το «Ελεύθερο Θέατρο» στο Άλσος Παγκρατίου, η προβολή ταινιών κλασικού σοβιετικού κινηματογράφου στην «Αλκυονίδα» συνέθεταν ένα κλίμα μεγαλύτερης επικοινωνίας ανάμεσα σε έναν κόσμο φοιτητών, στην βάση μιας υπόρρητης, μουλωχτής ενίοτε, πάντοτε όμως εμφανούς αντίθεσης στην χούντα, συνήθως παράλληλα με ένα αριστερό ιδεώδες, ομιχλώδες στην αρχή, με πολύ πιο συγκεκριμένες μορφές στη συνέχεια.
Οι «42»
Το μέγιστο στρατηγικό βήμα για όλο το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα ήταν κάτι που δεν φανταζόταν κανείς: μια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλαν στις 21 Μαρτίου 1972 σαράντα δύο φοιτητές της Νομικής προς το Πρωτοδικείο Αθηνών (τότε έδρευε στην οδό Σανταρόζα), με αίτημα την αντικατάσταση της διορισμένης από την χούντα διοίκησης του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» από προσωρινή διοίκηση και την άμεση διεξαγωγή εκλογών για ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου βάσει των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα.
Οι υπογραφές μαζεύτηκαν μία-μία και σιωπηρά, μόλις όμως κατατέθηκε η αίτηση δόθηκαν στη δημοσιότητα και δημοσιεύθηκαν στα «Νέα», στην στήλη του Μηνά Παπάζογλου. Μετά την δημοσίευσή τους, την αίτηση προσυπέγραψαν άλλοι 109. Στην πραγματικότητα οι υπογραφές ήταν μία παραπάνω: ο Χρήστος Λάζος, στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης Σπουδαστών (ΚΟΣ) του ΚΚΕ εσωτερικού δεν μπορούσε να υπογράψει γιατί (ως προερχόμενος από δεξιά οικογένεια, άρα άγνωστος στην Ασφάλεια) επελέγη να είναι ο μάρτυράς μας στο δικαστήριο, κατά συνέπεια δεν μπορούσε να είναι διάδικος. Κατέθεσε στο δικαστήριο και το πλήρωσε άσχημα.
Το διάβημα είχε καταιγιστική δυναμική: σε ελάχιστες ημέρες αντίστοιχες υπογραφές μαζεύτηκαν σε όλες τις Σχολές της Αθήνας στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο, στην ΑΣΟΕΕ. Οι υπογραφές ξεπέρασαν τις χίλιες, και, μετά από λίγες ημέρες, συγκεντρώθηκαν στο μεγάλο αμφιθέατρο του Χημείου οι περίπου χίλιοι αιτούντες για να συζητήσουν με τους δικηγόρους τους.
Πιστέψτε με, πιο εύκολα γεμίζει σήμερα η πλατεία Συντάγματος από ότι το Χημείο τότε. Υποκλίνομαι στη μνήμη των δικηγόρων Νίκου Καραμανλή και Διονύση Μπουλούκου, της γενιάς του «114», πολιτικών κρατούμενων στα Γιούρα και μετά στο Παρθένι της Λέρου από την 21η Απριλίου 1967 μέχρι λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1970 (ο Διονύσης στο Παρθένι «ανδρεϊκός» τότε, ήταν γνωστό ότι ήταν ο μόνος μη κομμουνιστής εκεί, αλλά αρνήθηκε ως το τέλος να υπογράψει αποκήρυξη του κομμουνισμού, γιατί «εδώ είμαστε όλοι το ίδιο», εκλέχτηκε το 1981 βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ και το 1985 με τη Νέα Δημοκρατία).
Βασανίσθηκαν λίγους μήνες αργότερα, με άγρια εκδικητικότητα από την ΕΣΑ, Υποκλίνομαι και στη μνήμη των δικηγόρων μας Παναγιώτη Κανελλάκη, Τάκη Παπά και Αντώνη Βγόντζα, που και αυτοί αντιμετώπισαν την ίδια άγρια εκδικητικότητα.
Αυτές οι απλές αιτήσεις, σε δικαστήριο της χούντας, με αντικείμενο την εφαρμογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί εκλογής της διοίκησης σωματείων ήταν η αφετηριακή κίνηση από την οποία προέκυψε ένα νέο πολιτικό δεδομένο:
δημιουργήθηκε, με σχεδιασμένη πράξη αντίστασης, μία δημόσια σφαίρα, ένας δημόσιος δηλαδή χώρος, πολιτικός και άκρως πολιτικοποιημένος, φοιτητικός στον βασικό πυρήνα του, μέσα στον οποίο εκατοντάδες στην αρχή, χιλιάδες στη συνέχεια –όχι πολλές χιλιάδες, αλλά πάντως χιλιάδες- φοιτητές, με το κεφάλι τους στον πάγκο του χασάπη, αλλά με τα ονόματα και τα επώνυμα τους δημοσίως γνωστά, μιλούσαν, μεταξύ τους και σε άλλους, και δημιουργούσαν νέες πραγματικότητες.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι πως άραγε να αντιμετώπισαν τις αιτήσεις στο Πρωτοδικείο στο Σπουδαστικό της Ασφάλειας, μια ειδική μορφή Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, επιφορτισμένη με την πολιτική παρακολούθηση των φοιτητών και σπουδαστών και συνεχή, φανερή και μυστική, παρουσία στις αίθουσες και στους περιβόλους των Πανεπιστημίων, με καταδότες ανάμεσα και στους φοιτητές και στους διδάσκοντες.
Τι να κάνουν οι καημένοι οι ασφαλίτες απέναντι σε ανθρώπους που εμφανίζονται επώνυμα και δημόσια και δεν ζητούν ούτε την δικτατορία του προλεταριάτου ούτε καν να φύγουν οι συνταγματάρχες, αλλά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα; Τι ακριβώς να ελέχθη στις ενδοϋπηρεσιακές τους συσκέψεις; Να αλληλοκατηγορήθηκαν; Να αλληλοϋπονομεύθηκαν;
Τι εξηγήσεις να δώσανε στους μάλλον έξαλλους από τον θυμό τους στρατιωτικούς, που περίπου σαν κάπως να παραμέρισαν τους ασφαλίτες και άρχισαν να ενεργοποιούν έντονα την ΕΣΑ εναντίον των φοιτητών; Εκείνο πάντως που αποτυπώθηκε στις αχρείες φάτσες καθαρμάτων όπως ο Καλύβας, ο Καραπαναγιώτης, ο Αυγερινός (γνωστός και ως Λούκυ Λούκ), ο Σμαΐλης, ο Μαρκονίκος που αμήχανα πύκνωσαν τις περιπολίες τους στις αίθουσες και στους διαδρόμους της Σχολής μας τις επόμενες μέρες είχε πολλή πλάκα.
Περίεργα αντέδρασαν και ορισμένες πλευρές της αντιδικτατορικής αντίστασης στο εξωτερικό. Θυμάμαι μία ανακοίνωση, εξαφανισθείσα έκτοτε, μαχητικής οργάνωσης που προετοίμαζε ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Ελλάδα, και με αγανάκτηση δήλωνε ότι «δεν πέφτει η χούντα και ο ιμπεριαλισμός με το Αστικό Κώδικα και τα παιδιά των αστών» (το τελευταίο ήταν υπαινιγμός για τουλάχιστον μία από τις υπογραφές). Ατυχώς, η κατάρρευση της χούντας ματαίωσε τον ένοπλο αγώνα τους, μου θύμισαν όμως Βάρναλη, και δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό:
Κάποτε τράβηξα το λάζο
με το μανίκι το γαλάζο
να μαχαιρώσω το Τζανή
τον άντρα της Κωσταντινιάς,
μα σκόνταψα σ’ ένα σκαμνί
κι έτσι δεν έγινα φονιάς.
Στο μεταξύ, η δυναμική που είχε εκλυθεί αναπτύσσονταν με ταχύτητα. Την φθινοπωρινή αναταραχή του 1972 η χούντα προσπάθησε να την αντιμετωπίσει με προκήρυξη φοιτητικών εκλογών για τις 10 Οκτωβρίου 1972. Τις διεξήγαγαν οι εγκάθετοι της χούντας που τις νόθευσαν και εξέλεξαν τους εαυτούς τους, με εξαίρεση την Σχολή Τοπογράφων Μηχανικών του Πολυτεχνείου, όπου δεν τα κατάφεραν και τις αναδείχθηκε δημοκρατικό Διοικητικό Συμβούλιο.
Τους ψευδοεκλεγέντες εγκάθετους δεν τους αναγνώρισε κανένας, η εκλογική όμως αυτή διαδικασία, δημιούργησε την συνειδητοποίηση ότι δημιουργήθηκε πια έδαφος για φανερή, συνεχή, μαζική και οργανωμένη διεκδίκηση της ελεύθερης συνδικαλιστικής τουλάχιστον έκφρασης των φοιτητών. Οι φοιτητές κάθε Σχολής εξέλεξαν αντιπροσωπευτικές τους επιτροπές και φρόντισαν για την οργάνωση διασχολικού συντονισμού τους.
Η έλευση του 1973 βρήκε πολλές Σχολές σ’ όλη τη χώρα σε συνεχείς κινητοποιήσεις που αποφάσιζαν συνεχείς συγκεντρώσεις φοιτητών στους χώρους των Σχολών τους. Στις 15 και 16 Φεβρουαρίου η χούντα 1973 διέκοψε την αναβολή και επέβαλε την στράτευση σε 91 νομίζω φοιτητές, στελέχη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Η ενέργεια αυτή επέτεινε και επέσπευσε την σύγκρουση.
Οι καταλήψεις
Ένας πρώτος προάγγελος όλων, και των μαζικών κινητοποιήσεων, ήταν μία Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής που είχε γίνει ήδη στις 21 Ιανουαρίου 1972, πριν από τις 42 υπογραφές, στο Μεγάλο Αμφιθέατρο (στην αίθουσα Σβώλου) με την παρουσία ως εκπροσώπου των καθηγητών του μακαρίτη καθηγητή της εγκληματολογίας Δασκαλόπουλου και της διορισμένης διοίκησης του Συλλόγου («Προέδρος» της ο Χρήστος Βέννης), και κατέληξε σε πανωλεθρία των εγκαθέτων και εκλογή δεκαμελούς επιτροπής για την διεκδίκηση εκλογών.
Τις καταλήψεις στη Νομική προετοίμαζαν πολλές μικρές συγκεντρώσεις φοιτητών «στα σκαλάκια», δηλαδή στα κλιμακοστάσια του κεντρικού κτιρίου ανάμεσα στον δεύτερο και τρίτο όροφο άλλοτε στην πλευρά της Σίνα και άλλοτε στην πλευρά της Μασσαλίας.
Σε αυτές μιλούσαν φοιτητές προς φοιτητές για τα θέματα των κινητοποιήσεων, που μπορούν, για εκείνη τη φάση, να συνοψισθούν σε μία δέσμη ακαδημαϊκών αιτημάτων με γενική κατεύθυνση την ανατροπή του νομοθετικού και πραγματικού καθεστώτος ελέγχου της χούντας στα Πανεπιστήμια και την κατάκτηση του ασύλου και της αυτοτέλειάς τους.
Τραγουδούσαν επίσης τραγούδια, σχεδόν αποκλειστικά του απαγορευμένου Μίκη Θεοδωράκη, πάντοτε και το φιλοπόλεμο «Πότε θα κάνει ξαστεριά», εαμίτικα τραγούδια όπως το «Γιούπι-γιάγια», φώναζαν συνθήματα και οι συγκεντρωμένοι μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν, έφευγαν σε παρέες, συνέχιζαν τις συζητήσεις σε σπίτια και σε ταβέρνες, γνωρίζονταν καλύτερα.
Συγκεντρώσεις, αποχές, διαδηλώσεις, ξεπηδούσαν σε κάθε Σχολή, αλλά και συλλήψεις και καταδίκες, όπως η καταδίκη 11 φοιτητών της ΑΣΟΕΕ, αφού τους σάπισαν στο ξύλο, όπως φάνηκε και από φωτογραφίες που διέρρευσαν στον τύπο.
Σε αρκετές μικροσυγκεντρώσεις – μικροδιαδηλώσεις μέσα στο κτίριο ή στο πεζοδρόμιο της Σόλωνος, μέσα στον μικρό χαμό που γινόταν, διακινούνταν, αρκετά φανερά, αντιδικτατορικές προκηρύξεις αριστερών οργανώσεων και έντυπα. Το φθινόπωρο του 1972 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε μεγάλη ευρύτητα στον φοιτητικό χώρο παράνομα έντυπα.
Ευρύτερη διάδοση είχαν, νομίζω, το τεύχος με τις «Θέσεις της ΚΟΣ –Κομματικής Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ Εσωτερικού», που αργότερα ενσωματώθηκε στον «Ρήγα Φεραίο» και η «Πανσπουδαστική», έκδοση της Αντιδικτατορικής ΕΦΕΕ (Αντι-ΕΦΕΕ), υπό τον έλεγχο της ΚΝΕ.
Το κλίμα φόβου, καχυποψίας και σιωπής κατέρρεε και κατέρρεε γρήγορα, και αυτό παντού.
Η πρώτη κατάληψη έγινε στις 21 και 22 Φεβρουαρίου 1973, έξι μέρες μετά τις πρώτες στρατεύσεις και σε απάντησή τους. Το κτίριο της Νομικής καταλήφθηκε από φοιτητές κυρίως της Νομικής και της Φιλοσοφικής, αλλά και της Φυσικομαθηματικής και σποραδικά άλλων σχολών. Όλο το κτίριο, αίθουσες, γραφεία, ταράτσα. Από κει άρχισε να ἠχῇ κέλαδος Ἑλλήνων, για χρησιμοποιήσω μια φράση του Αισχύλου.
Η ταράτσα της Νομικής -διαφορετική και διαφορετικού συμβολισμού από την ταράτσα της Μπουμπουλίνας- έγινε το μεγάλο σύμβολο της οργανωμένης, δημόσιας και μαζικής αντιπαράθεσης με την χούντα. Εκείνο το βράδι έγκλειστη ήταν όλη η υπόλοιπη χώρα – η Σχολή μας, οι αίθουσες, οι σκάλες, οι διάδρομοι, τα γραφεία, η ταράτσα μας, όχι, αυτή δεν ήταν έγκλειστη.
Είναι πασίγνωστες οι φωτογραφίες και κινηματογραφημένα στιγμιότυπα με τα πανώ και τα συνθήματα κατά της χούντας στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στις γεμάτες κόσμο αφετηρίες των λεωφορείων, για περίπου 40 ώρες. Την Σχολή είχε περικλείσει σε σφιχτό κλοιό η Αστυνομία, πράγμα που δεν εμπόδισε όχι λίγο κόσμο να μαζευτεί έξω από τη Σχολή κάνοντας ορατή την συμπαράστασή του στους φοιτητές.
Απ΄ την μέσα πλευρά, οι είσοδοι της Σχολής -Σίνα, Σόλωνος και Μασσαλίας- είχαν αμπαρωθεί όπως-όπως με ό,τι βρέθηκε, τραπέζια, έδρανα, παληές ντουλάπες και πίσω τους είχαν εγκατασταθεί ομάδες περιφρούρησης σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους.
Από τα καθηγητικά τηλέφωνα δόθηκαν τηλεφωνικές ανταποκρίσεις σε ξένους σταθμούς, κυρίως σε γερμανικούς. Πάντως όσα γραφεία καθηγητών παραβιάσθηκαν (στον κάθετο διάδρομο μεταξύ Σίνα και Μασσαλίας στον τρίτο όροφο), δεν έπαθαν καταστροφές και μάλιστα σκουπίδια (όπως αποτσίγαρα ή χαρτιά από μπισκότα κλπ.) μαζεύτηκαν αρκετά σχολαστικά, και αυτό ήταν συνειδητή πολιτική επιλογή.
Η κατάληψη έληξε την δεύτερη μέρα μετά από διαπραγματεύσεις επιτροπής από εκπροσώπους φοιτητών της Νομικής και της Φιλοσοφικής με τις πρυτανικές αρχές. Έληξε χωρίς βία, με συμφωνία με την Πρυτανεία, τμήμα της οποίας ήταν να ζητήσει την ανάκληση των στρατεύσεων, κάτι που τελικώς δεν μάθαμε να έγινε. Την απόφαση για αποχώρηση έλαβαν τελικά συνελεύσεις των συγκεντρωμένων φοιτητών, όχι χωρίς έντονες διαφωνίες. Η αποχώρηση έγινε γενικά ήρεμα.
Η κατάληψη αιφνιδίασε τους πάντες, εκτός από εκείνους που την οργάνωσαν. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες έφυγαν νικητές, κατά κράτος. Δεν υποχώρησαν όταν αποχωρούσαν.
Κατέκτησαν πολύτιμο έδαφος έχοντας γελοιοποιήσει τον θηριώδη κατασταλτικό μηχανισμό της χούντας, έχοντας αναγνωρισθεί ως εκείνοι με τους οποίους οφείλει να μιλά και υποχρεούται να υπολογίζει όποιος θέλει να έχει έλεγχο στη Σχολή και, κυρίως, έφυγαν με όλες τις προϋποθέσεις της συνέχειας του κινήματός τους: μία γενικότερα αποδεκτή ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα και στρατηγική, οργανωτικές δομές τόσο συνδικαλιστικές όσο και πολιτικές, επαρκή αριθμό στελεχών που είχαν πια αποκτήσει την απαιτούμενη πείρα.
Τώρα η φανερή, μαζική και δημόσια αντιπαράθεση με την χούντα, υπερβαίνοντας τα αρχικά αμιγώς συνδικαλιστικά αιτήματα, έγινε απτή πραγματικότητα.
Τα φοιτητικά αιτήματα είχαν προβληθεί πρώτα: άσυλο, ακαδημαϊκές ελευθερίες, έξω οι διορισμένοι από τους συλλόγους μας. Όμως μεγάλες και οξύτατες ήταν οι εσωτερικές συγκρούσεις και συζητήσεις των εξεγερμένων φοιτητών σχετικά με το αν ο αγώνας έχει χαρακτήρα αντιδικτατορικό μόνο ή και αντιιμπεριαλιστικό και πως συνδέεται η αντιδικτατορικός χαρακτήρας με τον αντιιμπεριαλιστικό και σε ποια ακριβώς προοπτική.
Διχογνωμίες όπως αυτές ταχύτατα βρήκαν συγκροτημένη έκφρασή με τον σχηματισμό διαφόρων οργανώσεων και διαφορετικών τάσεων μέσα στις ίδιες τις πολιτικές οργανώσεις. Πέρα από τους εξαιρετικά πολύπλοκους λαβύρινθους και τις διακλαδώσεις των ειδικότερων αριστερών αποχρώσεων, υπήρχε ένα βασικό κοινό αίτημα όλων των φοιτητών, και μπορεί να συνοψισθεί στη φράση «Κάτω η χούντα – Έξω οι Αμερικάνοι» και στο σύνθημα «Έξι χρόνια αρκετά – δεν θ΄ αντέξετε εφτά».
Και με βεβαιότητα αυτό που κατά βάση όλοι θέλαμε ήταν να τον δούμε να σέρνεται χάμω, να καταξεσκίζεται, γδαρμένος απάνω σε αγκαθερούς ασπάλαθους, και να χαθεί στον Τάρταρο, κουρέλι, κι έτσι στον κάτω κόσμο να πλερώνει τα κρίματά του ο πανάθλιος τύραννος. Το κεφάλι του θέλαμε, πραγματικά κι όχι συμβολικά.
Αν μπορώ, σήμερα πενήντα χρόνια μετά, να διατυπώσω κάποιο σχόλιο για την αντίδραση της χούντας, είναι ότι ήταν πολιτικά αξιοθρήνητη. Η χούντα είχε ή τον δρόμο μιας απόπειρας εξομάλυνσης της έντασης, π.χ. επιτρέποντας κάποια ανεκτή κανονικότητα στις εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους (κάτι που δεν έπραξε) και καταργώντας μερικά έστω από τα πλεγματικά –και κατ΄ αποτέλεσμα άχρηστα- μέτρα τιμωρητικών στρατεύσεων, βασανισμών και κακοποιήσεων στην ΕΣΑ και ασφυκτικού αστυνομικού ελέγχου των Πανεπιστημίων, ακόμη και κάποιας «φιλελευθεροποίησης» από θέση σχετικής ισχύος –κάτι που προσπάθησε μήνες αργότερα, μετά όμως το εναντίον της στρατιωτικό κίνημα του Ναυτικού το καλοκαίρι του 1973, τότε όμως από θέση εμφανούς αδυναμίας.
Είχε ακόμη, πριν χάσει κάθε έλεγχο των πραγμάτων και τον δρόμο της ακραίας βίας, όπως αυτή που ασκήθηκε μέσα στο Πολυτεχνείο και μετά από αυτό. Όφειλε και αντικειμενικά ήταν δυνατόν να καταλάβει ότι κάτι είχε χάσει ανεπιστρεπτί, όχι όμως ακόμη τα πάντα. Δεν ισχυρίζομαι, καθόλου μάλιστα, ότι έτσι θα απέκρουε την εναντίον της επίθεση ή θα κατάφερνε να εκτονώσει τελικά την κατάσταση, διατηρούμενη στην εξουσία με ισχύ που θα της επέτρεπε ή, ακόμη λιγότερο, θα της διασφάλιζε μια πιο «ομαλή» για τον εαυτό της έξοδο. Άλλο όμως το ζήτημα αυτό και άλλο ο παιδαριώδης πολιτικός ερασιτεχνισμός τους.
Αντέδρασαν με το μόνο τρόπο που ήξεραν: την βία. Ενεργοποίησαν την στρατιωτική αστυνομία, την ΕΣΑ και το Ειδικόν Ανακρτικόν Τμήμα της, το ΕΑΤ-ΕΣΑ. Δέρναν άσχημα και οι εσατζήδες, πολύ άσκημα, αλλά ως επαγγελματίες ανακριτές ήταν παιδαριωδώς άσχετοι. Ούτε μια σύνθετη ανάκριση της προκοπής δεν μπόρεσαν να βγάλουν πέρα. Βασανιστήρια όμως ήξεραν να κάνουν, κι αυτό το ξέρανε πολύ καλά.
Επίσης πήρε την υπόθεση στα χέρια του προσωπικά ο δικτάτορας. Στις 2 Μαρτίου 1973, σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές του ελληνικού Πανεπιστημίου, απευθυνόμενος σκαιότατα προς τους Καθηγητές των Πανεπιστημίων ο δικτάτορας, υπήρξε σαφής: «Αλλά, κύριοι, οφείλετε να αντιμετωπίσετε τους ελαχίστους ταραξίες (…). Αν νομίζετε ότι σας χρειάζεται βοήθεια θα την ζητήσετε σεις και εγγράφως (…). Σεις θα αποκαταστήσετε την τάξιν».
Πάντως δεν ένοιωσαν όλοι οι στρατιωτικοί τα ίδια συναισθήματα. «Όταν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1973 το φοιτητικό κίνημα έφθασε στην αποκορύφωσή του και οι φοιτητές των σχολών κατέλαβαν τη Νομική Σχολή Αθηνών και βγήκαν στην ταράτσα, ήταν κάτι που μας επηρέασε πολύ, ώστε να καταλήξουμε στην απόφαση καθορισμού της [εκτέλεσης του κινήματος του Ναυτικού] το πρωί της της 23ης Μαΐου 1973», μαρτυρεί ο Νίκος Παπάς, αρχηγός του κινήματος του Ναυτικού, κυβερνήτης του «Βέλος» και μετά την χούντα Αρχηγός του ΓΕΝ.
Η δεύτερη κατάληψη έγινε στις 20 Μαρτίου 1973. Περίπου δύο χιλιάδες φοιτητές κατέλαβαν ξανά τη Σχολή, αλλά αυτή τη φορά δεν αιφνιδίασαν την Ασφάλεια. Από το πρωί αστυνομικές μονάδες είχαν καταλάβει θέσεις στους γύρω χώρους, ενώ άλλα στελέχη τους, ένστολα και με πολιτικά, με επικεφαλής ανώτερους αξιωματικούς του Σπουδαστικού και την αηδή επικουρία μικρής ομάδας χουντικών τραμπούκων (φοιτητών της Σχολής μας), είχαν καταλάβει το ισόγειο του κτηρίου και είχαν τον έλεγχο των εισόδων.
Το τελεσίγραφο της Πρυτανείας -εκκενώστε το κτήριο, αλλιώς θα επέμβει η αστυνομία- απορρίφθηκε, και η Σύγκλητος απευθύνθηκε εγγράφως στον Αστυνομικό Διευθυντή Αθηνών: «Κατόπιν της αρνήσεως των κατεχόντων το Μέγαρον θεωρητικών Επιστημών φοιτητών, όπως εκκενώσουν τούτο συμμορφούμενοι προς σχετική πρόσκλησιν της Παν/κης Συγκλήτου και εν όψει του γεγονότος, ότι η υπ΄ αυτών παραγματοποιουμένη συγκέντρωσις τυγχάνει παράνομος, παρακαλούμεν, όπως ενεργήσητε τα δεόντα δια την αποκατάστασιν της τάξεως.
Ο Πρύτανης Κωνσταντίνος Ι. Τούντας. Οι Συγκλητικοί Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος – Θηραίος, Κωνσταντίνος Ρόκας, Α. Χαστούκης, Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος, Γεώργιος Μερίκας, Φαίδων Μπουμπουλίδης, Λεωνίδας Καραπιπέρης, Χαράλαμπος Χαραλαμπάκης, Κωνσταντίνος Μουρατίδης, Γεώργιος Βάρβογλης και Γεώργιος Παπαντωνόπουλος».
Ακολούθησε αστυνομική έφοδος και βίαιη εκκένωση της Σχολής. Η άνιση σύγκρουση ήταν σύντομη, γενικά αθόρυβη και εξαιρετικά άγρια. Δεν υπήρξαν πάντως νεκροί, ούτε χρησιμοποιήθηκαν πυρά όπλων. Τραυματίσθηκαν και συνελήφθηκαν αρκετοί, χύθηκε και κάποιο αίμα. Όχι πολύ, σε μερικά σκαλιά, σε κανα-δυό τοίχους, σταγόνες και κηλίδες –αλλά αληθινό. Προεξάγγειλε όμως το αίμα που λίγους μήνες αργότερα θα έρρεε κρουνηδόν στο Πολυτεχνείο.
Την ίδια μέρα το αργά το απόγευμα, υπογραφόμενη από όλους τους παραπάνω καθηγητές μας, η Σύγκλητος ανακοίνωσε ότι «συνελθούσα εκτάκτως σήμερον, την 20ην Μαρτίου 1973 (…) εκφράζει την ικανοποίησίν, διότι το σύνολον σχεδόν των φοιτητών κατενόησε το δύσκολον έργον το οποίον αντιμετωπίζει (…) λυπείται, διότι ομάς φοιτητών, ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου (…) δημιουργεί προσκόμματα εις το έργον αυτής…
..Επί πλέον, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας, προσπαθεί να εμποδίση την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών, όπως μορφωθούν. (…) Οι συγκεντρωθέντες φοιτηταί τελικώς δεν συνεμορφώθησαν ούτε προς τας προτροπάς των Πανεπιστημιακών Αρχών, ούτε προς τας επανειλημμένας προσκλήσεις του, μετά την εκπνοήν της ταχθείσης προθεσμίας, ειδοποιηθέντος κ. Εισαγγελέως.
Κατόπιν αυτού, η τάξις απεκατεστάθη τη επεμβάσει της Πολιτείας.»
Ο μύθος περί αυθόρμητου, ή, ακριβέστερα: τι ήταν και τι δεν ήταν αυθόρμητο.
Η κατανόηση της Νομικής είναι λειψή αν δεν εξετασθεί μια λέξη που χρησιμοποιήθηκε πολύ: το «αυθόρμητο» του φοιτητικού κινήματος. Πρόκειται περί μύθου. Αυθόρμητη και πολυάνθρωπη ήταν η ραγδαία προσέλευση στις βασικές πολιτικές και οργανωτικές του δομές -αυτό ναι. Το ίδιο το φοιτητικό κίνημα όμως δεν γεννήθηκε αυθόρμητα, έτσι, από τον αέρα. Πιστεύει σοβαρά κανείς ότι η πολιτική των προσφυγών στα δικαστήρια προέκυψε από το κενό;
Πιστεύει κανείς πραγματικά ότι, εκείνη την όμορφη χειμωνιάτικη μέρα της 20ης Φεβρουαρίου 1973, ξαφνικά οι εκατοντάδες φοιτητές και οι φοιτήτριες της Νομικής και της Φιλοσοφικής, έτσι, στα καλά καθούμενα, βγήκαν απ΄ τα μαθήματα, αμπαρώσανε τις πόρτες της Σχολής, κι ανεβήκαν στην ταράτσα καταγγέλλοντας τη χούντα με το μόνο όπλο που είχαν, την δύναμη της φωνής τους;
Όχι. Η απόφαση για την κατάληψη της Νομικής πάρθηκε από στελέχη της ΚΟΣ του ΚΚΕ εσωτερικού και της Αντι-ΕΦΕΕ/ΚΝΕ του ΚΚΕ, σε συντονισμό με στελέχη προερχόμενα από τον χώρο της ΕΚΙΝ. Και όχι μόνον η απόφαση, αλλά και η ημέρα και όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες, από την πρόσκληση σε κατάληψη μέχρι την περιφρούρησή της.
Αλλά και γενικότερα: συγκεκριμένα πρόσωπα ώρες ατέλειωτες, νύχτες ατέλειωτες σε σπίτια που συνεχώς άλλαζαν, σε πάρτι που για μερικούς και μερικές δεν ήταν πάρτι, σε καφετέριες, έξω από φουαγιέ κινηματογράφων και θεάτρων, περπατώντας στο δρόμο και σε εκδρομές συζητούσαν εξαντλητικά και έπαιρναν αποφάσεις για κάθε λεπτομέρεια.
Η πρώτη συγκέντρωση στη Νομική, μέσα στο κτήριο στο ισόγειο της Σόλωνος και στο πεζοδρόμιο απ’ έξω, πολύ πριν από την κατάληψη, έγινε και με τηλεφωνικές προσκλήσεις από τηλεφωνικούς θαλάμους ή «καθαρά» ακόμη τηλέφωνα.
Αργότερα, σε μία προσεκτικά επιλεγμένη ημέρα συμφωνημένα πρόσωπα εμφανίσθηκαν στο διάλειμμα, ανάμεσα στις παραδόσεις κυρίως μεγάλης προσέλευσης μαθημάτων -στις αίθουσες Σαριπόλων, Τριανταφυλλοπούλου, Σβώλου, Οικονομίδου- και ζήτησαν από όσους και όσες παρακολουθούσαν το μάθημα να σχηματίσουν επιτροπές έτους για την διεκδίκηση ελεύθερης αντιπροσώπευσης των φοιτητών.
Σε κάθε τέτοια αίθουσα βρισκόταν, ανάμεσα στο ακροατήριο, ένας τουλάχιστον φοιτητής, εκ των προτέρων προετοιμασμένος, που έπαιρνε τον λόγο, συμφωνούσε με τον συνάδελφό του που έκανε την πρόσκληση και παρακινούσε για την συμμετοχή στην επιτροπή.
Την ίδια εκείνη ημέρα κάθε έτος της Νομικής είχε εκλέξει τους εκπροσώπους του, ο αριθμός των ενεργών στελεχών ξαφνικά πολλαπλασιάσθηκε, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τη συνέχεια. Και αυτό είναι μόνον ένα παράδειγμα.
Δεκάδες στην αρχή, εκατοντάδες αργότερα, οργανωμένα, ιεραρχημένα, συστηματικά, υπομονετικά και με μοναδική αποτελεσματικότητα αντίστοιχα παραδείγματα δημιούργησαν εκείνο το ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό οικοδόμημα που ήταν αναγκαίο και αποδείχθηκε επαρκές για να δώσει έκφραση στην πράγματι αυθόρμητη, στη συνέχεια, έκρηξη του αντιδικτατορικού μίσους των Ελλήνων φοιτητών.
‘Έτσι προέκυψαν οι «φοιτητικές επιτροπές αγώνα» οι ΦΕΑ, η στρατηγική οργανωτική δομή του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, συγκροτημένες κατά έτος, ανά Σχολή και διασχολικά. Με αντίστοιχους τρόπους και οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι, ενώσεις δηλαδή φοιτητών με βάση τον τόπο καταγωγής τους.
Δεν είναι αθώος ο μύθος περί του αποκλειστικώς και μόνον αυθόρμητου χαρακτήρα εκείνου του φοιτητικού κινήματος κι αυτό επειδή το χάος ενός αόριστου «αυθορμητισμού» έχουν λόγο να το επικαλούνται ιδίως όσοι δεν μπορούν να επικαλούνται την πραγματικότητα, αφού, θορυβωδώς παρόντες μετά, τότε ήταν απόντες, αλλά και επειδή εξαλείφει κάθε ιδιαίτερο πολιτικό χαρακτηριστικό από ένα υψηλότατης οργάνωσης μαζικό κίνημα σε συνθήκες δικτατορίας, καλλιεργεί το ψεύδος ότι όλα έγιναν έτσι, από μόνα τους, και με τον τρόπο αυτόν βολεύει, κολακεύοντας όλους, ο μύθος.
Επίσης, είναι αδύνατον να γίνει κατανοητό το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα χωρίς τον καταστατικό ρόλο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Το φοιτητικό κίνημα αναπτύχθηκε και μέσα από την αδυσώπητη σύγκρουση κατά πρώτο λόγο ανάμεσα στις ΚΟΣ/«Ρήγα» του ΚΚΕ εσωτερικού και την ΚΝΕ του ΚΚΕ, με την εμπλοκή στη συνέχεια μαοϊκών οργανώσεων, και κυρίως της ΑΑΣΠΕ του ΕΚΚΕ και της ΠΠΣΠ του ΚΚΕ (μ-λ), αλλά και οργανώσεων άλλων μικρότερων αριστερών ρευμάτων, όπως η «Μαμή», οργάνωση που παρέπεμπε σε πασίγνωστη φράση του Μαρξ.
Η εσωτερική αυτή σύγκρουση συνέβαλε, και αυτή, στην δημιουργία ανθρώπων έτοιμων να πράξουν αποφασιστικά ό,τι απαιτούσε η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, γιατί μόνο μέσα από την ανάπτυξη αυτή και την δική τους συμβολή σε αυτή μπορούσε να αναπτυχθεί και η πολιτική τους οργάνωση. Έτσι, όχι μόνον δεν παρεκώλυσε, αλλά, ακριβώς αντίθετα, έδωσε αποφασιστική ώθηση στο φοιτητικό κίνημα, χωρίς ποτέ, ούτε για μία στιγμή, να οδηγήσει αυτό ή οποιονδήποτε συμμετέσχε σε αυτό σε κίνδυνο από τις αρχές ασφαλείας.
Ασφαλώς και δεν ήταν όλοι όσοι μετέσχαν στο φοιτητικό εκείνο κίνημα κομμουνιστές. Ήταν όμως τα συντριπτικά περισσότερα –όχι όλα- στελέχη του. Η πολιτική πίστωση ανήκει πάντως στους φοιτητές, όχι στις ηγεσίες των κομμάτων τους.
Αυτοί, οι «παλιοί», με μυθικό σχεδόν κύρος στα μάτια των νέας γενεάς κομμουνιστών λόγω της αύρας της Εθνικής Αντίστασης, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ που τους συνόδευε, σε καθοριστικό αριθμό διστακτικοί σε διάφορα, κατά κανόνα όμως δογματικοί και αδίστακτοι στα εσωτερικά ζητήματα των κομμάτων τους, ξεπεράσθηκαν από την πρώτη τουλάχιστον ορμή του φοιτητικού κινήματος, και στη συνέχεια, όταν μετά την πτώση της χούντας επανήλθαν ως ηγεσίες, προσπάθησαν να προσαρμόσουν την νέα γενιά συντρόφων τους στα δικά τους μέτρα, άλλοτε ηρωικά, άλλοτε όχι και τόσο, και πάντως ξεπερασμένα. Η φοιτητική έκρηξη του ’72 και ’73 τους ξάφνιασε κι αυτούς.
Όμως πρωταγωνιστικά στελέχη του φοιτητικού κινήματος του 1972-1973 ήταν και προοδευτικοί δημοκράτες, όχι κομμουνιστές. Ως προς αυτά ακριβώς τα παιδιά, την αγριότητα επέτεινε το πλέγμα του λούμπεν ημιαμόρφωτου ταλαιπωρημένου χαφιέ απέναντι σε ένα μορφωμένο και πλούσιο φοιτητή, που αντί να δέχεται τις δουλικές υπηρεσίες του και να τον χατζηλικώνει απέρριπτε μαχητικά κι αυτόν και τα αφεντικά του κι όλον τον βρωμερό κόσμο τους. «Εμείς αγωνιζόμαστε για την εθνοσωτήριο επανάσταση κι εσείς τα κωλόπαιδα και πλουσιόπαιδα μας κάνετε αντίσταση;» -λόγια του αρχιβασανιστή Σπανού στον Γιώργο Βερνίκο. Σε αυτά ακριβώς τα παιδιά, αστούς στις καλύτερες δημοκρατικές παραδόσεις τους, αξίζει μία ιδιαίτερη μνεία και τιμή.
Ιστορική τιμή οφείλεται λοιπόν σε όλα τα οργανωτικά σχήματα -ανάφερα μερικά- και στους φοιτητές και φοιτήτριες, έναν προς έναν και μία προς μία, τα «παιδιά με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες», που δημιούργησαν σταθερή κοίτη για να περάσει το μεγάλο ρεύμα και, βαδίζοντας σε αυτήν την κοίτη, κατέδειξαν το μέτρο της αξιοπρέπειας.
Οι συντριπτικά περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές εκείνους που ζουν σήμερα, στην Ελλάδα ή έξω από αυτήν, επέλεξαν να αποφύγουν κάθε δημοσιότητα σχετικά με όσα έπραξαν τότε. Θα μπορούσα να αναφέρω αρκετούς, πολλοί και πολλές από τους οποίους είναι ιδιαίτερα πετυχημένοι και πετυχημένες στους χώρους τους, ή και πασίγνωστοι, αλλά αν αναφερθώ ονομαστικά θα προσβάλω την διακριτικότητα και την σεμνότητά τους.
Αρκετών οι πολιτικοί δρόμοι άλλαξαν, χώρισαν εδώ και χρόνια, μερικές φορές πολύ έντονα και προς αντίθετες κατευθύνσεις. Όμως ακόμη και αν χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, ακόμη και αν ο κόσμος της φοιτητικής εξέγερσης του ’72-‘73 δεν έχει πια μάντιδα δάφνην, οὐ παγὰν λαλέουσαν, -ακόμα κι αν είναι έτσι- δεν ἀπέσβετο το λάλον ὕδωρ.
Για αυτό άλλωστε δεν είμαστε σήμερα εδώ; Και πάντως εκείνη η alma mater, η «Μεγάλη του Γένους Σχολή» που δημιουργήθηκε με τη οργανωμένη και την αυθόρμητη θητεία στην ακμή των γεγονότων, συνδέει πάντα με εκείνο τον άρρηκτο τρόπο που μας συνδέει, όλους και όλες μας, ένα παρελθόν όταν γίνεται ιστορία που εμείς δημιουργήσαμε.
Εδώ, αλλ’ όχι πια μαζί μας
Οφείλω όμως, μιλώντας για τη Νομική του ’72 και ’73, να αναφέρω μερικά αγαπημένα πρόσωπα που έχουν ευθεία σχέση με τη Νομική του ’72 και ’73 αλλά δεν είναι πια μαζί μας. Ο πατέρας Τιμόθεος Λαγουδάκης, διάκονος στην Εκκλησία της Κρήτης, όχι κρυπτόμενος, αλλά φανερός πρωταγωνιστής στην μάχη για ελεύθερες εκλογές στην Θεολογική ήταν ένας χαμογελαστός άνθρωπος.
Κοντόσωμος, ξανθωπός, με πάντοτε χαρούμενα ήρεμο πρόσωπο και εμφανή κρητική προφορά, που ως ρασοφόρος, ίσως λόγω του σχήματός του, παραπλανούσε τους ασφαλίτες και μπαινόβγαινε στην Σχολή στην πρώτη κατάληψη και όταν τρύπωνε μέσα άνοιγε με φιλοπαίγμον πονηρούτσικο βλέμμα τα μανίκια από τα ράσα του και από κει έβγαινε ο παράδεισος, σοκολάτες, μπισκότα, τσιγάρα, παξιμάδια, και σκορπίζονταν δίνοντας ανάταση έτσι όπως μόνον εκείνος ήξερε να δίνει, κι αυτό ξανά και ξανά και ξανά όσο διαρκούσε η κατάληψη.
Ο Τιμόθεος σκοτώθηκε την άνοιξη 1974, μαζί με τον συναγωνιστή του ιερέα Παντελή Κατσούλη, σε ένα περίεργο τροχαίο, αργά μια νύχτα κάπου έξω από την Κόρινθο. Είπαν και πως οδηγούσε σαν δαίμονας. Ο Νίκος Μεγγρέλης, μέλος του Γραφείου του «Ρήγα» Νομικής έθεσε τέρμα στη ζωή του πριν πολλά πια χρόνια.
Από διάφορα νοσήματα δεν είναι πια μαζί μας ο Στέλιος Αλεξανδρόπουλος, στέλεχος της ΚΝΕ στο Πολιτικό, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης αργότερα, ο Δημήτρης, ο Μήτσος ο Κουμάνταρος, στέλεχος του ΕΚΚΕ, ο Νικήτας Λιοναράκης, του «Ρήγα» Νομικής, ο Τάσος Ξένος, κομματικά ανένταχτο στέλεχος τότε, μέλος, αργότερα της οργάνωσης «Σοσιαλιστική Πορεία», η Αγγελική Ξύδη, ηγετικό στέλεχος της ΚΝΕ Φιλοσοφικής, ο Γιώργος Παριανός της ΚΝΕ Νομικής, ο Γιώργος Πιτουρόπουλος, ανένταχτος τότε, μετά στον «Ρήγα» και στην «Β’ Πανελλαδική», ο Γιώργος Σταματάκης, που κηδέψαμε μόλις πριν λίγες μέρες, ηγετικό στέλεχος της ΚΝΕ και πρώτος μεταδικτατορικός Πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» και της ΕΦΕΕ, ο Αντώνης Στεμνής της ΚΝΕ, η Αγγέλα Τσατάλα, του ΚΚΕ εσωτερικού.
Παντού και σε όλα ο Φλαμανδός φωτογράφος Albert Coerant ( ο «Ολλανδός»), αποθανάτισε με τον φακό του το φοιτητικό κίνημα, και το Πολυτεχνείο. Ασφαλώς και άλλοι και άλλες. Υποκλίνομαι στη μνήμη τους. Και ναι, και ο Σταύρος Τσακυράκης, ο δικός μας Σταύρος, Καθηγητής στη Σχολή μας μέχρι θάνατό του τον Ιούλιο του 2018, Γραμματέας, τότε, της Κομματικής Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ Εσωτερικού.
Το μήνυμα της Νομικής
Αυτά η Νομική. Το Πολυτεχνείο είναι άλλο κεφάλαιο από το ίδιο όμως βιβλίο -κεφάλαιο που δεν θα είχε γραφεί αν δεν είχε προηγηθεί η Νομική. Και το μήνυμα της Νομικής; Δεν μου αρέσει να βλέπω να ενδύονται οι εκάστοτε πραγματικότητες , συχνά συγκυριακές, κάποτε και εντελώς εφήμερες, με ενδύματα που φέρουν τα ιστορικά γεγονότα, ούτε να ανακαλύπτεται κάποια «αληθινή» ουσία τους, από μάρτυρες των γεγονότων εκείνων.
Νομίζω ότι τα ιστορικά γεγονότα -και η Νομική του ’72 και ’73 είναι ένα από αυτά- έχουν τη δική τους ζωή. Δεν ανήκουν σε κανέναν. Δεν επιδέχονται κανέναν αυθεντικό ερμηνευτή, ούτε και τους δημιουργούς τους, που και αυτοί άλλωστε, είτε πρόσωπα, είτε συλλογικές οντότητες, ανήκουν στα γεγονότα, είναι τμήμα των γεγονότων, τα οποία κανένας δεν φέρει ως ιδιόκτητες αποσκευές.
Τα ίδια τα γεγονότα ζουν, όσο ζουν, για να διηγούνται την δική τους ιστορία σε κάθε έναν και σε κάθε μία που θέλει και αντέχει να την ακούσει. Το μήνυμα λοιπόν της Νομικής το δώσαμε τότε. Για σήμερα δεν έχω να σας πω τίποτε.
Συμπληρωμένη γραπτή απόδοση ομιλίας στην Εκδήλωση Μνήμης και Τιμής: «Η Κατάληψη της Νομικής, 50 χρόνια μετά» που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 21 Φεβρουαρίου 2023.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


