Η προκαταρκτική εξέταση που κινήθηκε σε βάρος του Γιάνη Βαρουφάκη για δηλώσεις του σχετικά με χρήση ecstasy το 1989 στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας εγείρει εκ νέου σοβαρά ερωτήματα ως προς τα όρια και κυρίως τη σκοπιμότητα της θεσμικής παρέμβασης στον δημόσιο λόγο. Η υποκρισία για άλλη μια φορά βαράει κόκκινο. Ουδείς, βέβαια, πέφτει από τα σύννεφα. Όμως το θέμα δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία, δεν είναι η πρόθεση απέναντι σε κάποιο πρόσωπο. Είναι σήμα κινδύνου για όποιους έχουν απόψεις που θεωρούνται ανεπιθύμητες.

Ads

Το 2017, ημέρα Τρίτη 21 Νοεμβρίου, ο πρώην δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης, τότε Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, είχε δηλώσει δημόσια, στην τηλεοπτική εκπομπή «Ελληνοφρένεια» στο ΣΚΑΪ, ότι στα νιάτα του έχει δοκιμάσει μπάφο, με ύφος μάλιστα χαλαρό και αυτοσαρκαστικό. Οι δηλώσεις αυτές δεν προκάλεσαν καμία θεσμική ή εισαγγελική αντίδραση, γεγονός που τότε θεωρήθηκε αυτονόητο, καθώς δεν υπήρχε λόγος που να δικαιολογεί παρέμβαση ή δημόσια ηθικολογία. Τότε δεν υπήρξε ούτε εισαγγελική κινητοποίηση, ούτε τηλεοπτικός πανικός, ούτε ηθικολογικά κηρύγματα. Και πολύ σωστά, γιατί δεν υπήρχε τίποτα άξιο δίωξης ή δημόσιου λιθοβολισμού.

Αντίθετα, στην περίπτωση Βαρουφάκη, μια προσωπική αναφορά σε γεγονότα δεκαετιών πριν, αντιμετωπίζεται ως ζήτημα που χρήζει προκαταρκτικής διερεύνησης. Υπουργοί με ακροδεξιό λόγο, πρόθυμα δημοσιογραφικά φερέφωνα και το πιο ανησυχητικό η ίδια η εισαγγελία, επιχειρούν να στήσουν σκηνικό παραδειγματικής τιμωρίας. Όχι για ένα έγκλημα, αλλά για μια αφήγηση. Όχι για μια πράξη, αλλά από ό,τι φαίνεται για μια πολιτική ταυτότητα. Κατασκευασμένος ηθικός πανικός, ιδεολογική κυριαρχία της ακροδεξιάς και θεσμική οπισθοδρόμηση που συνθέτουν μια επικίνδυνη κανονικότητα.

Η επικινδυνότητα των ουσιών φαίνεται να μετριέται όχι από καμία επιστημονική ή νομική τεκμηρίωση, αλλά ανάλογα με το πρόσωπο και το πολιτικό του στίγμα.

Ads

Το πρόβλημα δεν αφορά τις ίδιες τις δηλώσεις, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές αξιολογούνται. Όταν παρόμοιες αναφορές κρίνονται άλλοτε ανεκτές και άλλοτε προβληματικές, η συζήτηση προφανώς μετατοπίζεται από τη νομιμότητα στην πολιτική σκοπιμότητα.

Η θεσμική αυστηρότητα εμφανίζεται εκεί όπου ο λόγος είναι ενοχλητικός ή εκτός της κυρίαρχης κανονικότητας, ενώ η θεσμική ανοχή διατηρείται για πρόσωπα ενταγμένα στον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας.

Η πρακτική αυτή δεν είναι τυχαία. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συντηρητικής και αυταρχικής αναδίπλωσης, όπου η Δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό σύστημα συγκλίνουν στη διαμόρφωση ενός κλίματος ηθικού πανικού και πειθάρχησης.

Το διακύβευμα, συνεπώς, υπερβαίνει κατά πολύ το πρόσωπο του Γιάνη Βαρουφάκη. Αφορά τη σταδιακή εμπέδωση μιας θεσμικής κανονικότητας, στην οποία η ισονομία υποχωρεί μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα και το κράτος δικαίου λειτουργεί με ταξικούς και ιδεολογικούς όρους. Όταν η θεσμική αυστηρότητα δεν εφαρμόζεται οριζόντια αλλά επιλεκτικά, παύει να είναι εγγύηση όποιας δημοκρατίας και μετατρέπεται σε εργαλείο εξουσίας. Πολλά χρόνια τώρα, θα μου πείτε…