Σε δέκα μέρες, στις 8 Σεπτεμβρίου, ανοίγουν οι κάλπες στη Νορβηγία. Σ΄ ένα οδοιπορικό 13.000 χιλιομέτρων από την Ελλάδα, ταξιδεύοντας από το Nordkapp, το βορειότερο σημείο της Ευρώπης μέχρι το νοτιότερο, στον φάρο Lindesnes, επισκέφτηκα πολλές πόλεις και χωριά, από το Honningsvag μέχρι το Stavanger και το Kristiansand.

Ads

Και συνάντησα πολλούς ντόπιους και μετανάστες, όπως και στο Όσλο. Κανείς, όμως, δεν μιλά για εκλογές. Ανύπαρκτο το προεκλογικό κλίμα. Ελάχιστα debates έχουν προγραμματιστεί στη NRK (Norsk Rikskringkasting), τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Ads

Η προκήρυξη εκλογών αντιμετωπίζεται με μια ιδιότυπη ηρεμία που συνδυάζει θετικά και αρνητικά στοιχεία. Η Νορβηγία είναι μια από τις πιο σταθερές και ευημερούσες δημοκρατίες της Ευρώπης. Το πολιτικό σύστημα είναι σταθερό και προβλέψιμο.

Ads

Τα κόμματα συνεργάζονται συχνά σε κυβερνήσεις συνασπισμού, αποφεύγοντας τις ακραίες αντιπαραθέσεις.

Ads

Οι πολίτες εμπιστεύονται ότι οι βασικές λειτουργίες του κράτους (υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική πρόνοια) θα συνεχιστούν απρόσκοπτα, ανεξάρτητα από το ποιος κερδίζει. Αυτή η αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και η απουσία σκανδάλων προσφέρουν ένα επίπεδο πολιτικής ωριμότητας που λείπει από άλλες χώρες.

Το ισχυρό κράτος πρόνοιας, το υψηλό βιοτικό επίπεδο και η στενή επαφή με τη φύση χαρακτηρίζουν τη ζωή στη Νορβηγία, όπως και στις άλλες σκανδιναβικές χώρες.

Από την άλλη, αυτή η σταθερότητα έχει και το τίμημά της: την απάθεια, την έλλειψη ενδιαφέροντος για τα κοινά, τουλάχιστον σε μια σημαντική μερίδα πολιτών.

Οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των μεγάλων κομμάτων συχνά είναι μικρές, περιορίζοντας τη ζωντάνια της δημόσιας συζήτησης. Η ευημερία και η αίσθηση ασφάλειας λειτουργούν σαν καταπραϋντικό, αφαιρώντας το στοιχείο της κινητοποίησης.

Τα ΜΜΕ καλύπτουν τις εκλογές με λιτότητα, χωρίς υπερβολικό θέαμα, αλλά και χωρίς τη σπίθα που θα ενέπνεε μεγαλύτερη συμμετοχή.

Έτσι, οι εκλογές στη Νορβηγία μοιάζουν περισσότερο με ήρεμο διάλογο σε κλειστή αίθουσα παρά με δυναμική πολιτική αναμέτρηση. Κι όμως η αναμέτρηση της 8ης Σεπτεμβρίου θεωρείται, σύμφωνα με αναλυτές, η κρισιμότερη των τελευταίων δεκαετιών για δύο λόγους.

Καταρχάς, εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία και της εκτίμησης, που καλλιεργούν φιλοΝΑΤΟϊκοί κύκλοι, ότι μετά από αυτόν ίσως έρθει η σειρά της Νορβηγίας, αλλά και της Φιλανδίας, της

Σουηδίας και των βαλτικών χωρών, που θα βρεθούν στο στόχαστρο της Μόσχας. Σύμφωνα με τους ίδιους αναλυτές, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει ξεκινήσει μια εκτεταμένη στρατιωτική κινητοποίηση κοντά στα βόρεια σύνορα της Ρωσίας με τις σκανδιναβικές χώρες. Μια κινητοποίηση που δεν έχει αμυντικό χαρακτήρα, αλλά στοχεύει στην αντιπαράθεση με τη Δύση. Για αυτό και η ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ προετοιμάζεται για παν ενδεχόμενο.

Αν και η Νορβηγία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει στρατιωτικές ασκήσεις, όπως η Φινλανδία, και δύσκολα να ανιχνεύσει κανείς εάν πρόκειται για προπαγάνδα που εξυπηρετεί σκοπιμότητες, οι έλεγχοι στα σύνορα, στο βορειότερο σημείο της χώρας, από την πλευρά των Νορβηγών, είναι αυξημένοι.

Ενδεικτικό είναι ότι περνώντας από τη Φινλανδία, βαθιά μέσα στον Αρκτικό Κύκλο και πολύ κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, στον δρόμο προς την κωμόπολη Kirkenes, όπου έως το 1826 έμεναν Ρώσοι και Νορβηγοί μαζί, νορβηγοί τελωνειακοί ελέγχουν ενδελεχώς το αυτοκίνητό μας και μας υποβάλλουν πολλές ερωτήσεις.

Οι απόψεις, ωστόσο, των Νορβηγών, με όσους/ες μίλησα, σε ό,τι αφορά τον «ρωσικό κίνδυνο», το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύγκρουσης είναι διαφορετικές.

Ελάχιστοι είναι αυτοί που ανησυχούν, αν και οι περισσότεροι βλέπουν ότι το κλίμα σταδιακά αλλάζει. Αυτό που περισσότερο τους προβληματίζει είναι ότι οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς, από τα τρόφιμα μέχρι την ενέργεια.

Παρότι οι μισθοί παραμένουν σχεδόν διπλάσιοι σε σύγκριση με την Ελλάδα, οι ίδιοι οι Νορβηγοί νιώθουν την πίεση της καθημερινότητας.

Είναι ένα παράδοξο που δείχνει ότι η αίσθηση του κόστους ζωής δεν μετριέται μόνο με αριθμούς, αλλά και με το πώς βιώνεται η καθημερινότητα σε κάθε κοινωνία.

Πέραν τούτου, η εκλογική αναμέτρηση της 8ης Σεπτεμβρίου είναι κρίσιμη, διότι η Νορβηγία βιώνει μια πολιτική αναταραχή που σπάνια συναντάται στο πολιτικό της σκηνικό.

Η κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού, έπειτα από ρήξη μεταξύ του Εργατικού Κόμματος (σοσιαλδημοκράτες) και του Κεντρώου Κόμματος (ευρωσκεπτικιστές), ανέδειξε όχι μόνο τις εσωτερικές αντιθέσεις γύρω από την ενεργειακή πολιτική, αλλά και τις γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Όσλο.

Αφορμή ήταν η προσπάθειά του πρωθυπουργού Γιόνας Γκαρ Στόρε να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τρεις ευρωπαϊκές οδηγίες για τις ανανεώσιμες πηγές, την ενεργειακή απόδοση και τις επιδόσεις των κτιρίων.

Για τον ηγέτη του Κεντρώου Κόμματος, Τρίγκβε Σλάγκσβολντ Βέντουμ, αυτό ισοδυναμούσε με παραχώρηση περισσότερης εξουσίας στις Βρυξέλλες, κάτι που η αγροτική και περιφερειακή εκλογική του βάση απορρίπτει.

Η σύγκρουση δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά και οικονομική. Η Νορβηγία, παρά τη μη ένταξή της στην Ε.Ε., εφαρμόζει τους περισσότερους κοινοτικούς κανόνες μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Η απροθυμία της, ωστόσο, να εξάγει φθηνή υδροηλεκτρική ενέργεια στη Δανία, τη Γερμανία, ή το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εκληφθεί στις Βρυξέλλες ως «ενεργειακός εθνικισμός».

Την ίδια στιγμή, η χώρα επωφελείται από τα υψηλά έσοδα των εξαγωγών φυσικού αερίου, γεγονός που δημιουργεί την εικόνα μιας Νορβηγίας που κλείνει τα σύνορά της στα ενεργειακά δίκτυα όταν αυτό τη συμφέρει.

Η πολιτική κρίση περιπλέκεται από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Η αμερικανική στροφή προς τον οικονομικό προστατευτισμό μπορεί να απομονώσει την Ευρώπη, ασκώντας πίεση στη Νορβηγία να ενισχύσει τους δεσμούς της με την Ε.Ε., ακόμη κι αν η κοινωνία παραμένει πλειοψηφικά αντίθετη στην ένταξη. Στρατηγικές ανησυχίες προστίθενται από την πρόθεση του Τραμπ να αναθερμάνει το ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, εξέλιξη που στο Όσλο εκτιμάται ότι μπορεί να έχει επιπτώσεις και στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ, μια γεωπολιτικά ευαίσθητη περιοχή με ρωσική παρουσία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση μειοψηφίας του Στόρε πορεύεται μέχρι τις εκλογές.

Παρότι η πολιτική της θέση φαίνεται εύθραυστη, η απουσία δεσμεύσεων σ΄ έναν συγκεκριμένο κυβερνητικό εταίρο, της δίνει τη δυνατότητα να συνάπτει ευκαιριακές συμμαχίες στο Stortinget, τη νορβηγική Βουλή, αναζητώντας στήριξη από κόμματα με διαφορετικές αφετηρίες. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης πλειοψηφίας απαιτούνται 85 από τις 169 έδρες.

Όπως και νάχει, η σημερινή κρίση δείχνει ότι ούτε η οικονομική ευμάρεια, ούτε η θεσμική σταθερότητα, ούτε το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος πρόνοιας που διαθέτει η Νορβηγία, μπορούν να προστατεύσουν πλήρως τη χώρα από τις εντάσεις που προκαλούν οι μεγάλες ενεργειακές και γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.