Ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης της Γιούτα, Spencer Cox, πέρα από τα πολλά ενδιαφέροντα σχόλια που έκανε, όπως ότι θα προτιμούσε ο δράστης της δολοφονίας του Charlie Kirk να ήταν μετανάστης ή κάτοικος εκτός πολιτείας ώστε να διευκολυνθεί το “κυνήγι μαγισσών” που θα ήθελε να εξαπολύσει η κυβέρνηση Τραμπ, είπε κάτι στο οποίο θα ήθελα να σταθώ: “Όλη την ώρα ακούω ότι τα λόγια είναι βία. Τα λόγια δεν είναι βία. Η βία είναι βία”.

Ads

Οι περισσότεροι ίσως προσπεράσουν τα λόγια του, θεωρώντας ότι έχει πει και χειρότερα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια βαθιά πολιτική τοποθέτηση που αποσιωπά τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα παράγει, κατευθύνει και νομιμοποιεί τη βία.

Ads

Η ιδέα ότι τα λόγια δεν έχουν υλικό αποτέλεσμα είναι ήδη παρωχημένη. Ο Bourdieu μιλούσε για “συμβολική βία”: τις πρακτικές εκείνες όπου η γλώσσα και οι κατηγοριοποιήσεις που αυτή κουβαλά αναπαράγουν ιεραρχίες και ανισότητες. Η Judith Butler έχει σημειώσει ότι οι λέξεις μπορούν να τραυματίσουν, να περιορίσουν, να στερήσουν από άτομα και κοινότητες την κοινωνική τους ύπαρξη. Ένας λόγος που αποκαλεί τους πρόσφυγες “λαθραίους” ή τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα “απειλή για τα παιδιά” δεν είναι “απλή ρητορική” και “απλά λόγια”. Είναι μία πραγματική και μετρήσιμη βία που παράγει αποκλεισμό και αφήνει άτομα εκτεθειμένα στην υλική βία.

Ads

Στη φράση του Cox υποτίθεται πως υπάρχει ένα σαφές, καθαρό όριο: εδώ είναι ο λόγος και εκεί η βία. Στην πράξη, όμως, αυτά τα δύο αλληλοσυνδέονται. Η ρητορική μίσους δεν είναι προοίμιο της βίας· είναι η ίδια μια μορφή της.

Ads

Η δολοφονία του Charlie Kirk δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το πολιτικό και επικοινωνιακό της αποτύπωμα. Ο Kirk ήταν ο ίδιος φορέας ενός λόγου που για χρόνια υποκινούσε σε βία. Η στοχοποίηση μεταναστών, η κανονικοποίηση των θεωριών συνωμοσίας, η συστηματική παρουσίαση αντιπάλων ως “εχθρών του έθνους” δεν αποτελούν έναν ουδέτερο λόγο· είναι μια ρητορική που παράγει διαρκώς συνθήκες βίας.

Η δολοφονία του, με αυτήν την έννοια, δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν το αποτέλεσμα και η συνέπεια της ίδιας γλώσσας που εκείνος υπηρέτησε. Αυτό ακριβώς μας βοηθά να καταλάβουμε τι λέει ο Georges Labica: η βία δεν είναι μία έννοια καθολική· υπάρχει μόνο εν καταστάσει, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη βία εξωιστορικά, αποϊστορικοποιώντας τις περιστάσεις και τον συσχετισμό μέσα στον οποίο εμφανίζονται οι διάφορες μορφές της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται η δολοφονία του, αλλά δείχνει με μεγάλη σαφήνεια ότι η σχέση ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη είναι άμεση. Όποιος επιμένει να μιλάει για “καθαρό διαχωρισμό” ανάμεσα σε λόγια και πράξεις, απλώς κλείνει τα μάτια μπροστά στις συνέπειες που έχει ο ακροδεξιός λόγος.

Η εξισωτική λογική ότι “η βία είναι βία” στερεί από την Ιστορία κάθε βάθος. Είναι άλλο η βία των κινημάτων χειραφέτησης που αμύνονται απέναντι σε καθεστώτα καταπίεσης, και άλλο η βία του κράτους ή των παρακρατικών που συντρίβουν τις αντιστάσεις. Είναι άλλο η συλλογική εξέγερση των καταπιεσμένων και άλλο το χτύπημα ενός μοναχικού “πιστολέρο”. Αν τα εξετάσουμε όλα υπό το φως του ίδιου μέτρου, απλώς σβήνουμε το πολιτικό περιεχόμενο των συγκρούσεων και βολεύουμε όσους θέλουν να παρουσιάσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων ως “ουδέτερη”.

Το ίδιο συνέβη και τώρα: η συζήτηση δεν εστίασε στο τι συμβολίζει ο Kirk, στις μεθόδους του, στις συνέπειες του λόγου του, αλλά εγκλωβίστηκε σε ένα ατέρμονο κύκλο καταδίκης, όπου η “υπευθυνότητα” μετριέται με το πόσες φορές θα δηλώσει κανείς ότι “απορρίπτει τη βία”, πριν πει οτιδήποτε άλλο. Αυτή η πίεση για άκριτη, μηχανική καταδίκη έχει βαθιά πολιτική λειτουργία. Δεν ανοίγει τη συζήτηση για τα αίτια, αλλά αντίθετα τη σφραγίζει.

Μπορεί ο ίδιος ο Kirk να μην έβγαινε με μαχαίρι να κυνηγούσε μαύρους, αλλά η ρητορική του υποτιμούσε συνεχώς και αδιαλείπτως τις μειονότητες, τους φτωχούς, τις γυναίκες. Όταν αυτοί οι άνθρωποι βιώνουν καθημερινά την εμπειρία του αποκλεισμού, δεν είναι περίεργο που χαίρονται όταν ένας φορέας του συστήματος που τους στοχοποιούσε “βγαίνει από τη μέση”. Η χαρά αυτή βέβαια δεν είναι ηθικά ανώτερη· είναι όμως πολιτικά κατανοητή.

Και το να κάνουμε πως δεν υπάρχει, επαναλαμβάνοντας μόνο “εξαγνιστικά” λόγια καταδίκης, είναι μία πρακτική που δεν οδηγεί κυριολεκτικά πουθενά. Το πρόβλημα δεν είναι να καταδικάσει κανείς τη δολοφονία· αυτό είναι εύκολο. Όμως αυτό που δεν γίνεται στη δημόσια σφαίρα είναι να μιλήσει κανείς για το γιατί κομμάτια της κοινωνίας δεν θρηνούν έναν άνθρωπο σαν τον Charlie Kirk, αλλά αντίθετα βλέπουν τη δολοφονία του με μια αίσθηση “δικαιοσύνης”.

Από τη στιγμή της δολοφονίας του, ο Kirk παρουσιάστηκε από μεγάλα ΜΜΕ ως υπόδειγμα “πολιτικού που λειτουργούσε μέσα στα όρια του διαλόγου”. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: η καριέρα του ήταν χτισμένη πάνω στην κανονικοποίηση ψευδών ειδήσεων, στη στοχοποίηση πανεπιστημιακών, στη διάδοση θεωριών συνωμοσίας και στη νομιμοποίηση ακροδεξιών πρακτικών. Το να σβήνονται όλα αυτά στο όνομα μιας “καθαρής καταδίκης” δεν είναι ουδετερότητα, παρά τραγική αναθεώρηση. Και αυτό το ξέρουμε καλά: τα καθεστώτα δεν εδραιώνονται μόνο με την ωμή βία, αλλά και με την κατασκευή αφηγήσεων που μετατρέπουν τους φορείς τους σε θύματα.

Η σκέψη μας, όμως, δεν μπορεί και δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στην παγίδα του Cox. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την ιδέα ότι τα λόγια δεν είναι βία, ούτε ότι η βία είναι μία και αδιαφοροποίητη. Οφείλουμε να δούμε τις αιτίες, να μιλήσουμε για το πώς ο λόγος νομιμοποιεί την καταπίεση, να κατανοήσουμε την οργή όσων δεν πείθονται από τις εκκλήσεις περί “δημοκρατικής ομαλότητας”.

Η βία δεν λύνεται με απλές καταδίκες ούτε με φράσεις-σλόγκαν. Αντίθετα, λύνεται μόνο αν κοιτάξουμε κατάματα τις ανισότητες που τη γεννούν. Η πολιτική ευθύνη δεν είναι να πούμε “η βία είναι βία”, αλλά να ρωτήσουμε: ποια βία; από ποιους; εναντίον ποιων; και ποια είναι τα υλικά αποτελέσματα της;