Ο Θεός, λέει, δημιούργησε τον άνθρωπο για να αφηγείται ιστορίες (χασιδική παραβολή που σίγουρα λάτρευε ο Μπόρχες).

Ads

Ιστορίες που αρχικά οργανώθηκαν σε Μύθους ώστε να εξηγηθεί ο κόσμος και να αναπτυχθεί η συλλογική μνήμη των κοινοτήτων, γύρω από ένα κοινό αφήγημα.

Ads

Ύστερα ήρθε ο Λόγος και ακολούθησε η μεγάλη συζήτηση – που ποτέ δεν τελείωσε – για το ποιος ανέλαβε τον συνεκτικό ρόλο του Μύθου στις μετέπειτα κοινωνίες.

Ads

Έπρεπε να φτάσουμε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα για να καταλάβουμε πως η σύγχρονη επιστήμη δεν διαφέρει και πολύ από τη μυθική σκέψη (Λεβί Στρως κ.ά.).

Ads

Όσο για την Τέχνη, μπορεί να ανέλαβε εν μέρει τη θέση που κατείχε ο Μύθος, τι κάνει όμως σήμερα που ο πλανήτης συναντά για πρώτη φορά τα περιβαλλοντικά του όρια σε σημείο επιβίωσης;

Αν η Οδύσσεια είναι η θαλασσοδαρμένη έξοδος του κόσμου από την εποχή του χαλκού, ποιο είναι το αφήγημα του τέλους της δικής μας εποχής;

Αυτό με τριβέλιζε βγαίνοντας από τη δίνη του ΙΜΑΧ, όπου με ρούφηξε η Χάρυβδη του Νόλαν για να με ξεβράσει, ξέχειλο από εικόνες, στην τούρλα του Αυγούστου: αλήθεια, τι είδους ιστορίες χρειαζόμαστε σήμερα; Και ποιος θα τις αφηγηθεί;

Ο Μαρωνίτης, στο (τεράστιο) ομηρικό έργο του, αν επιμένει σε κάτι είναι στο πόσο ανοιχτά παραμένουν τα έπη στον χρόνο, στις γλώσσες και στη φόρμα – δεν είναι τυχαία η φόρμα της δικής του μετάφρασης.

Αυτά τα ιδρυτικά κείμενα ούτως ή άλλως υποδέχθηκαν και μετασχημάτισαν άλλους μύθους της εποχής τους, για να λειτουργήσουν μετά ως μήτρα ολόκληρης της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Έργα πολυφωνικά, καταιγιστικά ενίοτε, με μία μεγαλειώδη αφηγηματική τεχνική, σχεδόν ανεξάντλητα.

Το κριτήριο λοιπόν για μία σύγχρονη μεταγραφή της Οδύσσειας, δεν είναι προφανώς το κατά πόσον παρεκκλίνει από το πρωτότυπο, αλλά το κατά πόσο λειτουργεί η ανάγνωση – ή και η παρανάγνωση – του αρχικού μύθου που προτείνει.

Κι όταν λέω «λειτουργεί» εννοώ τον τρόπο που ενεργοποιεί τη διαλεκτική του κειμένου, ή, και πάλι με Μαρωνιτικούς όρους, το κατά πόσο αναδεικνύει τα λεγόμενα Μεγαθέματα του έπους (πόλεμος/ομιλία/νόστος), όπως πχ έκανε η τραγωδία, ή οι ποιητές (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος) που τα ενσωμάτωσαν στην ποιητική τους.

Ο Νόλαν διαβάζει την Οδύσσεια ως την αέναη, κυκλική ιστορία της δικής μας αυτοκαταστροφής. Οι πολιτισμοί πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται, κάθε νέος πολιτισμός ξεχνάει τα λάθη του προηγούμενου και τα επαναλαμβάνει.

Ο Οδυσσέας με τον Δούρειο Ίππο- σύμβολο της Ύβρεως, καταλύει τη βασική ιδρυτική συνθήκη του καιρού του – του «Νόμου του Δία» (η αρχαία ξενία)- και ακυρώνει αναδρομικά το ίδιο το θεμέλιο του πολιτισμού. Η Εποχή του Χαλκού είναι καταδικασμένη να τελειώσει, και ό,τι θα απομείνει στις επόμενες γενιές θα είναι τα τραγούδια.

Έτσι ο Οδυσσέας του Νόλαν επιστρέφει με μεταπολεμικό τραύμα και εξομολογείται: «παραβιάσαμε ό,τιδήποτε ιερό ανάμεσα στους ανθρώπους. Σαν να κάηκε ένας κόσμος ολόκληρος. Διαλύσαμε την ομορφιά του κόσμου».

Αν στη μεταγραφή του Νόλαν υπάρχει μία κοινή συνισταμένη στις αποκλίσεις από τον αρχικό μύθο, αυτή είναι ότι τα πάντα μεταπίπτουν σε έναν ψυχολογικό – εσωτερικό – μηχανισμό του ήρωα.

Οι θεοί εξαφανίζονται – πλην Αθηνάς που όμως λειτουργεί ως προβολή της ενοχικής συνείδησης του ήρωα. Μαζί τους αφαιρούνται και οι γονείς του Οδυσσέα (από τη Νέκυια η Αντίκλεια – όπως και ο Αχιλλέας – και από την Ιθάκη ο Λαέρτης).

Για την αντιστροφή ρόλων Πηνελόπης – Τηλέμαχου και την έμφαση στην τραγωδία των γυναικών έχουν γραφτεί πολλά, ενώ οι Σειρήνες ανατρέπουν τον νόστο, προοικονομώντας τη μεγάλη ανατροπή του τέλους.

Ίσως όμως η πιο σημαντική παρανάγνωση του επικού μύθου -για την οποία δεν βρήκα σχεδόν τίποτα στις κριτικές -να είναι η εξαφάνιση των Φαιάκων και του νησιού τους, της Σχερίας.

Θυμίζω ότι ο Οδυσσέας φτάνει εκεί, μετά την Καλυψώ, ναυαγός, ανώνυμος και μόνος.


Ό,τι μαθαίνουμε στην Οδύσσεια για το ταξίδι μετά την Τροία και πριν την Ιθάκη, το ακούμε από τον ίδιον τον ήρωα να το αφηγείται – ως ποιητικό είδωλο του αοιδού – στους Φαίακες (Μεγάλοι Απόλογοι, 4 ραψωδίες).

Αν η αφήγηση είναι πειστική, τότε ο ξένος θα ντυθεί ξανά τα βασιλικά ρούχα, θα κερδίσει πίσω την ταυτότητά του και θα εξοπλιστεί για να επιστρέψει στην Ιθάκη και να συντελεστεί ο νόστος.

Πρόκειται για μία δημόσια, κοινωνική τελετή – πες επανένταξης, που προοιωνίζεται την οριστική επιστροφή στην πατρίδα.

Ο Νόλαν εξαφανίζει τη Σχερία και τους Φαίακες, μεταφέροντας την αφήγηση των Απολόγων στο νησί της Καλυψώς.

Εκεί ο ήρωας ανακτά σταδιακά τη μνήμη και την ταυτότητά του μέσα από το χαρακτηριστικό κατακερματισμένο μοντάζ που πρωτοείδαμε στο Memento (με το οποίο ο σκηνοθέτης μας συστήθηκε).

Έτσι, κορυφώνεται η μετάβαση από την προφορική, κοινοτική παράδοση του μύθου και του έπους, στην ατομική, ψυχολογική εσωτερικότητα του σινεμά του 21ου αιώνα.

Με άλλα λόγια, η μετάβαση από τον «Κανένα» στον «Οδυσσέα» παύει να είναι δημόσια, κοινωνική πράξη – ίσως γι αυτό η ταινία εξαφάνισε και το «Ούτις» από το κυκλώπειο επεισόδιο.

Μία ολική μετάβαση απ’ το συλλογικό στο ατομικό, από το δημόσιο στο ιδιωτικό και από το πολιτικό στο ψυχαναλυτικό.

Αλλά και σε δεύτερο επίπεδο, θυσιάζεται το αφηγηματικό θαύμα της αρχικής Οδύσσειας, όπου το ταξίδι γίνεται ταυτόχρονα και μετάβαση από τον προ-πολιτισμικό κόσμο του παρελθόντος, τον κόσμο των θεών και των θρύλων, γεμάτο τέρατα, Σειρήνες, Κύκλωπες, νεκρούς, δαιμονικές θεότητες (Κίρκη και Καλυψώ) – στον ανθρώπινο, πραγματικό κόσμο της Ιθάκης.

Ακριβώς εδώ, το μεγαλείο της επικής αφήγησης, εισάγει τους Φαίακες, ως τον απαραίτητο ενδιάμεσο κόσμο – τελευταίο σταθμό μετά την πολύχρονη περιπλάνηση.

Έναν κόσμο ανάμεσα σε θεούς κι ανθρώπους, όπου η ξενία επιτελείται στο έπακρον, όπου η δικαιοσύνη και η άμιλλα κυριαρχούν.

Ένας κόσμος μεταξύ ύπνου και ξύπνου, η υπερ-πολιτισμένη Σχερία, είναι η νησίδα-πρότυπο που κάποιοι θα την έλεγαν Ουτοπία.

Η κατάργησή της από τον Νόλαν είναι πράξη αμιγώς πολιτική. Σκιαγραφεί έναν κόσμο χωρίς ιδεολογικό σημείο αναφοράς, χωρίς ένα θετικό παράδειγμα πολιτισμού.

Στον σημερινό κόσμο υπάρχουν είτε διαστροφές της ξενίας (Τροία), είτε η πλήρης κατάρρευσή της (Ιθάκη με μνηστήρες).

Και το κερασάκι στην τούρτα; Η επιλογή του IMAX σίγουρα έχει να κάνει με τη χρήση του τεχνολογικά αρτιότερου μέσου, της μεγιστοποίησης της οπτικής απόλαυσης στη μεγαλύτερη οθόνη της σημερινής αγοράς.

Μία απόπειρα επαναμάγευσης του μέσου. Όμως την ίδια στιγμή, η ίδια τεχνική φαίνεται πως μειώνει το βάθος πεδίου και ενισχύει με εντυπωσιακή ανάλυση το γκρο πλαν.

Ενισχύει επομένως την ψυχολογική ανάδειξη του εγώ, του ενός. Ο υπόλοιπος κόσμος, στο θολό φόντο.

Αυτή η αντίφαση διατρέχει νομίζω όλο το εγχείρημα. Η ενοχή για την παραβίαση της ξενίας, όσο και να σημανθεί θετικά, ως αντιπολεμική ή περιβαλλοντική συνείδηση, δεν παύει να ισχύει μόνο ως ατομική υπόθεση, ποτέ συλλογική.

Το ίδιο και η ενοχή για τον χαμό των συντρόφων – που λόγω εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας αποκτά άλλο ενδιαφέρον.

Όσο και αν η μοναξιά του ήρωα είναι όρος για τον νόστο, το ανθρωπολογικό σκάνδαλο του χαμού των συντρόφων, μας κυνηγάει ως άλλο προπατορικό (η πικρή Δικαιοσύνη του Σεφέρη – Μυθιστόρημα Δ’ «Αργοναύτες»).

Και αυτό το αναγνωρίζει η νέα εκδοχή του έργου, στέλνοντας τον ήρωα, μετά τον νόστο, να τους θάψει -το καλό σινεμά πάντα ποντάριζε στη φιλία!

Όμως η μετατόπιση από το δημόσιο κλέος στο ιδιωτικό τραύμα, δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη – είναι η φόρμα που το σύγχρονο θεαματικό σινεμά ξέρει να πουλήσει σε ένα κοινό εκπαιδευμένο ακριβώς για αυτό: να αναγνωρίζει το νόημα μόνο μέσω ατομικής ψυχολογίας, όχι μέσω συλλογικής δράσης.

Είναι η φόρμα μέσω της οποίας ο μύθος γίνεται καταναλώσιμος και στρατεύεται στην υπηρεσία μίας φιλελεύθερης, ατομικιστικής ανθρωπολογίας. Εκτός Πολιτικής, χωρίς την Ουτοπία, χωρίς συντρόφους. Με τα αποχαιρετιστήρια λόγια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά:

Δεν βρισκόμαστε μακριά από τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης φαντασίωσης. Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η επιτυχία έχει γίνει το νέο θεϊκό μέτρο, κι όπου το άτομο καλείται να «πετάξει» μόνο του, να φτάσει όσο ψηλά θέλει, έστω και εις βάρος όλων των άλλων, ή να καεί στη σιωπή…Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για το τέλος της Ιστορίας, το τέλος της Πολιτικής, το τέλος της Ιδεολογίας, το τέλος της Ουτοπίας, το τέλος των οργανωμένων ταξικών αντιθέσεων και συγκρούσεων.

Αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει ούτε μ’ έναν κρότο, ούτε με λυγμό, συμπληρώνω εγώ. Θα τελειώσει με τον ήχο της χορδής του τόξου από την ωραιότερη σκηνή της ταινίας: «έτσι κι ο Οδυσσέας εύκολα τάνυσε το μέγα τόξο, μετά με το δεξί του χέρι τη χορδή δοκίμασε, κι αυτή κελάηδησε καλά σαν χελιδόνα» (ραψωδία Φ, 411-412, Μτφρ ΔΝ Μαρωνίτη)

ΥΓ: Δεν αναφέρω σκόπιμα τον Ματ Ντέιμον. Παρότι συμπαθέστατος, ο Οδυσσέας θα είναι πάντα ο Κερκ Ντάγκλας!

 

*Καθηγητής – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας