Κάθε φορά που η κυβέρνηση θέλει να προπαγανδίσει την πολιτική της για το Νερό, αλλά και με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νερού, που γιορτάζεται από τον ΟΗΕ κάθε χρόνο στις 22 Μαρτίου, ακούμε από επίσημα χείλη τις ίδιες τετριμμένες κοινοτοπίες.

Ads

Για τη βιώσιμη, δήθεν, διαχείριση ενός κοινού αγαθού σε ανεπάρκεια και για τις άοκνες προσπάθειες της κυβέρνησης να επιτύχει τους στόχους της αειφορίας.

Ads

Πρωταρχική προϋπόθεση, όμως, για τη βιώσιμη διαχείριση του Νερού είναι αυτό να αντιμετωπίζεται σαν κοινό, σαν δημόσιο, δηλαδή, αγαθό.

Ads

Αν, όμως, το Νερό αντιμετωπίζεται πράγματι σαν δημόσιο αγαθό στη χώρα μας, όπως συχνά προσπαθούν να μας πείσουν, τότε τι νόημα έχει η θεσμοθέτηση από τη σημερινή κυβέρνηση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων;

Ads

Αφού αυτή είναι μια Αρχή που έχει ως βασική της αποστολή, μεταξύ των άλλων, τη ρύθμιση της αγοράς υπηρεσιών ύδατος. Τη ρύθμιση, δηλαδή, της αγοράς των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης.

Πως μπορεί να υπάρχει, όμως, αγορά για τις υπηρεσίες ενός αγαθού που υποτίθεται ότι δεν είναι εμπορικό, αλλά δημόσιο;

Και πόσο δημόσιο, τελικά, είναι ένα αγαθό, οι υπηρεσίες του οποίου εισέρχονται στη διαδικασία της αγοράς;

Κι ακόμη, αν το Νερό αντιμετωπίζονταν, πράγματι, σαν δημόσιο αγαθό, πως γίνεται και η διαχείρισή του στην πλημμυροπαθή Θεσσαλία, να μην ασκείται από το κράτος ή από την αυτοδιοίκηση, αλλά να έχει ανατεθεί σε ξένες ιδιωτικές εταιρείες;

Πως γίνεται, δηλαδή, και η διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού, με σκοπό την κορυφαίας σημασίας αποκατάσταση από τις πλημμυρικές καταστροφές και συγχρόνως και την επίσης υψηλής σημαντικότητας, σε εποχή κλιματικής αλλαγής, αντιπλημμυρική προστασία μιας περιφέρειας, να ανατίθεται σε ιδιώτες;

Σύμφωνα, συνεπώς, με τις αρχές της αειφορίας, αν το Νερό δεν αντιμετωπίζεται σαν δημόσιο αγαθό, όπως εκ του αποτελέσματος συνάγεται ότι συμβαίνει στη χώρα μας, τότε και η διαχείρισή του δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως βιώσιμη.

Διαβάστε: Στέλιος Κούλογλου / Τo τέρας θέλει νερό και η κυβέρνηση το ποτίζει

Όμως ας προχωρήσουμε και στην ουσία της έννοιας αειφορική ή βιώσιμη διαχείριση του Νερού.

Μια έννοια που ταυτίζεται με τη διάρκεια της δραστηριότητας αυτής στον χρόνο και με την αντοχή της να υφίσταται τις πιέσεις που ασκούν οι διάφορες χρήσεις και οι αναπτυξιακές δραστηριότητες που στηρίζονται στο Νερό. Όπως η αγροτική, η αστική, η τουριστική ή η βιομηχανική.

Πως γίνεται, λοιπόν, η διαχείριση του Νερού να χαρακτηρίζεται ως βιώσιμη και συγχρόνως να υπάρχει λειψυδρία σε εκτεταμένες αστικές, αγροτικές ή τουριστικές περιοχές;

Πως συμβιβάζεται, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός της διαχείρισης του Νερού ως βιώσιμης, με το γεγονός ότι στην Ελλάδα, σε εκτεταμένες λεκάνες απορροής, τα ισοζύγια του Νερού είναι αρνητικά;

Αφού τα αρνητικά ισοζύγια είναι δείκτες μη βιώσιμης διαχείρισης του Νερού, καθώς μαρτυρούν την εξάντληση εκτός των ανανεώσιμων και των μόνιμων αποθεμάτων του.

Κι ακόμη, αν πράγματι η διαχείριση του Νερού ήταν βιώσιμη, η λειψυδρία και τα αρνητικά ισοζύγια δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με εξοικονόμηση Νερού; Ο έλεγχος των διαρροών και των απωλειών του Νερού και ο περιορισμός της σπατάλης δεν είναι, σύμφωνα με την επιστήμη, οι αποδοτικότερες μέθοδοι διαχείρισης ενός αγαθού σε ανεπάρκεια;

Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει αν η διαχείριση του Νερού ήταν πράγματι βιώσιμη, στη χώρα μας το πρόβλημα της λειψυδρίας αντιμετωπίζεται με την περιβαλλοντικά αδιέξοδη πολιτική της διαρκούς εκμετάλλευσης νέων πηγών.

Όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει σήμερα με τα μέτρα αντιμετώπισης της λειψυδρίας στην Αττική που εξήγγειλε η κυβέρνηση. Όπου τα αρνητικά ισοζύγια αποδόθηκαν ατεκμηρίωτα στις κλιματικές συνθήκες. Που, όμως, τον τελευταίο, τουλάχιστον, χρόνο ήταν ευνοϊκές για την αναστροφή του φαινομένου.

Αυτό έγινε με σκοπιμότητα, προκειμένου η αντιμετώπιση της λειψυδρίας να μην επιτευχθεί μέσω της αειφορικής πρακτικής της διαχείρισης της ζήτησης του Νερού, αλλά αντίθετα, μέσω της κερδοφόρου για τις εργολαβικές εταιρείες, αλλά καταστροφικής για τα υδατικά αποθέματα πολιτικής της διαχείρισης της προσφοράς του.

Πρόκειται για μια πολιτική που παραπέμπει τη διαχείριση του Νερού μονόδρομα στη διαρκή κατασκευή νέων έργων για την εκμετάλλευση συνεχώς νέων υδατικών αποθεμάτων. Μια πολιτική που, εξ αιτίας του γεγονότος ότι το Νερό βρίσκεται σε ανεπάρκεια και δεν είναι ανεξάντλητο, οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα.

Γι’ αυτό και μια από τις βασικές αρχές της βιώσιμης διαχείρισης του Νερού είναι η φιλική προς το περιβάλλον πολιτική της διαχείρισης της ζήτησης. Σε αντίθεση με την περιβαλλοντικά αναποτελεσματική και οικονομικά ατελέσφορη πολιτική της διαχείρισης της φυσικής προσφοράς ενός περιορισμένα ανανεώσιμου φυσικού αγαθού που βρίσκεται σε ανεπάρκεια.

Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η διαχείριση του Νερού στην Ελλάδα σήμερα είναι μακράν του να είναι βιώσιμη.


Κι αυτός είναι η απουσία υλοποίησης σχεδίων ολοκληρωμένης διαχείρισης του Νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Μια διαδικασία που προβλέπεται από τις ευρωπαϊκές οδηγίες και η οποία στη χώρα μας μένει ακόμη στα χαρτιά.

Το γεγονός ότι δεν αναθεωρήσαμε τα διαχειριστικά σχέδια του Νερού στις λεκάνες απορροής, άλλωστε, είναι η αιτία για την οποία η Ελλάδα έχει παραπεμφθεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια.

Είναι κοινή διαπίστωση σήμερα ότι πουθενά ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός δεν υλοποιείται κατά τρόπο ολοκληρωμένο. Εντάσσοντας, δηλαδή, τις επιμέρους δράσεις στην αντιπλημμυρική δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ των έργων ορεινής υδρονομίας στα ανάντη αφενός και εκείνων που σχεδιάζονται στα κατάντη πεδινά αφετέρου.

Γι’ αυτό και ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός που στηρίζεται σε αποσπασματικές δράσεις και σε τοπικά έργα και όχι στην ολιστική θεώρηση της αντιπλημμυρικής προστασίας σε επίπεδο λεκάνης απορροής, είναι απολύτως αναποτελεσματικός.

Αυτή, τουλάχιστον, είναι η εμπειρία από τις πραγματογνωμοσύνες που εκτελέστηκαν στη Θεσσαλία μετά την κακοκαιρία Daniel. Όπου διαπιστώθηκε η απουσία έργων ορεινής υδρονομίας, όπως αναβαθμών, μικρών πέτρινων ή χωμάτινων, αλλά και μεγαλύτερων φραγμάτων στα ανάντη ορεινά, προκειμένου να ανασχεθούν οι μεγάλες πλημμυρικές απορροές που φτάνουν στα κατάντη πεδινά.

Η έλλειψη, όμως, ολοκληρωμένης διαχείρισης του Νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής, έχει και ακόμη μια παράπλευρη απώλεια. Πρόκειται για την αδυναμία εμπλουτισμού των υπόγειων υδροφορέων, που είναι μια ακόμη αιτία λειψυδρίας. Καθώς οι υδροφορείς δεν μπορούν να αναπληρωθούν και το Νερό χάνεται, όταν δεν υπάρχουν έργα ορεινής υδρονομίας, ικανά να ανασχέσουν και να καθυστερήσουν τη γρήγορη απορροή των πλημμυρικών απορροών.

Αλλά και μια άλλη σημαντική προϋπόθεση βιωσιμότητας, η κατασκευή έργων διαχείρισης Νερού που αντιγράφουν τη φύση, οι γνωστές ως Nature Based Solutions, δεν είναι ελκυστικές και δεν εφαρμόζονται στη χώρα μας. Αφού αυτές δεν ευνοούν την άμεση εργολαβική κερδοσκοπία, αλλά υπηρετούν μακροπρόθεσμα τη φύση και την κοινωνία.

Αλλά, βέβαια, όταν αναθέτεις σε ιδιώτες τη διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού σε ανεπάρκεια, δεν μπορείς να περιμένεις δράσεις και έργα που θα βελτιώνουν τη φύση και θα συμβάλουν στο δημόσιο συμφέρον και στο κοινό καλό.

Αφού οι ιδιώτες, όταν τους ανατίθεται η διαχείριση του Νερού, έχουν ως μοναδικό τους σκοπό την κατασκευή έργων που θα υπηρετούν τη δική τους κερδοφορία.

Γι’ αυτό και η διαχείριση του Νερού είναι λάθος να ανατίθεται σε ιδιώτες, αλλά πρέπει να την αναλαμβάνουν φορείς δημόσιου συμφέροντος, όπως το ίδιο το κράτος και η αυτοδιοίκηση.

Γι’ αυτό κλείνουμε και φέτος τα αφτιά μας στις επικοινωνιακές και προπαγανδιστικές σειρήνες που, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα του Νερού, θα υμνούν υποκριτικά τη βιώσιμη διαχείρισή του και θα αναφέρονται επίμονα, αλλά και ένοχα, στον χαρακτήρα του σαν, δήθεν, δημόσιου αγαθού.

*Γιάννης Α. Μυλόπουλος, Καθηγητής, πρώην Πρύτανης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης