Εμένα, ο παππούς μου, ήρθε στην Αθήνα πρόσφυγας από την Σμύρνη το ’22.

Ads

Μεγάλωσα με τις αφηγήσεις του και τις αυτοσχέδιες ιστορίες που σκάρωνε για να με βάλει για ύπνο.

Ads

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν σήμερα, εκατό χρόνια μετά, να βάλω τα καλά μου και να πάω να τον υποδεχτώ και να τον προϋπαντήσω.

Ads

Όπως επίσης θα μου επιτρέψετε να αγωνιστώ τόσο απέναντι σε εκείνους που τον σπρώχνουν από την μια πλευρά, όσο και απέναντι σε εκείνους που τον φοβούνται και τον μισούν από την άλλη, ως εάν εκείνος να ήταν απειλή, εισβολέας, εχθρός, μίασμα, και όχι ένας από τους πολλούς αδικημένους αυτού του κόσμου.

Ads

Και μια κουβέντα για τους κύκλους της Ιστορίας καθώς και για τους αντικατοπτρισμούς που αρκετές φορές εκείνοι μπορούν να προκαλέσουν.

Σήμερα το Μεσολόγγι δεν βρίσκεται από την μία ή από την άλλη πλευρά του τείχους των συνόρων.

Σήμερα το Μεσολόγγι βρίσκεται στο εφιαλτικό «ανάμεσα» των συνόρων.

Σε εκείνη την λωρίδα της γης που για τους ανθρώπους εκεί δεν υπάρχει ούτε πατρίδα ούτε ζωή πάρα μόνο εκμηδενισμός.

Κι αν δεν τολμήσουμε και δεν απλώσουμε το χέρι της παρηγοριάς και της βοήθειας σε αυτούς τους ανθρώπους τότε, το πιστεύω βαθιά, θα είμαστε εκείνοι και εκείνες που δεν θα έχουν διδαχτεί τίποτα από την ίδια τους την μήτρα, την ελληνική Ιστορία.

Την ελληνική Ιστορία της προσφυγιάς.

Δεν είμαστε οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες σήμερα εμείς.

Οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες βρίσκονται σπρωγμένοι και εγκλωβισμένοι εκεί, σε ένα No Man’s Land, έναν τόπο γκρίζο, και περιμένουν, κραυγάζουν, παρακαλούν να θυμηθούμε ποιοι και ποιες έχουμε υπάρξει.

Με τις πολεμικές ιαχές που ακούγονται τις τελευταίες ημέρες δεν φυλάμε Θερμοπύλες.

Με τις πολεμικές ιαχές που ακούγονται τις τελευταίες ημέρες προσπαθούμε μανιασμένα να ξαποστείλουμε μακριά μας τις Θερμοπύλες της εποχής οι οποίες έχουν έρθει μέχρις εδώ και μας ζητούν να τις φυλάξουμε ξανά.

Αν δεν μπορείς να βοηθήσεις όσο χρειάζεται τότε χρειάζεται να βοηθήσεις όσο περισσότερο μπορείς.

Σε αυτό το φριχτό «ανάμεσα», σε εκείνη την λωρίδα γης, στο σύγχρονο «φτωχό καλύβι», είναι εγκλωβισμένες, μαζί με χιλιάδες ανθρώπους, οι σημαντικότερες – οι τραγικές αλλά και οι σπουδαίες – όψεις της διαχρονικής Ιστορίας εκείνου που ονομάζεται Ελληνισμός.

Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον φόβο και στον εξ ’αίματος αδερφό του, το μίσος, να τις αφήσουνε να μαραθούν, να σβήσουν, να λιώσουν, να χαθούν από την πείνα και την εγκατάλειψη και να ξεχαστούν.
Δεν πρέπει να ξεστρατίσουμε από την Ιστορία μας.

Αντίθετα, πρέπει να ανοίξουμε μικρούς «δρόμους» κάθε είδους ώστε να περάσει το φως και να ανθήσουν και πάλι.

Υ. Γ.

«Μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. Άλλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν;
(…)

Κατάλαβα πως είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά, μορφή της γλώσσας και να περιφρονή αυτόν τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του. Και να μην αντλή, ελεύθερα, με σεβασμό και προσοχή φυσικά, για να λαμπρύνη το στίχο του, να ενισχύση το νόημά του. Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τ’ αθάνατα γραπτά του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη.
(…)

Πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου, πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω, τα διδάγματα των Βυζαντινών, των Αρχαίων και των «λαϊκών», σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους.»
Νίκος Εγγονόπουλος
Εισαγωγή», Ι. Ποιήματα, Α΄. Ίκαρος, 1977. 154-155