Από τον «Εκσυγχρονισμό» του Σημίτη στη «Θεσμική Ανατροπή» του Τσίπρα: μια δομή που δεν αλλάζει. Εδώ και τριάντα χρόνια παίζεται στην Ελλάδα ένα πολιτικό παιχνίδι που ελάχιστοι τολμούν να το ονομάσουν με το πραγματικό του όνομα. Ονομάζεται ανακύκλωση εξουσίας.

Ads

Πρόκειται για τη συστηματική εναλλαγή πολιτικών «βιτρινών» που εξυπηρετούν την ίδια οικονομική δομή: τα καρτέλ, τους ολιγάρχες, τη συγκέντρωση πλούτου. Όταν η Δεξιά φθείρεται από την επιθετικότητά της, μπαίνει η Κεντροαριστερά να καθησυχάσει την κοινωνία.

Ads

Αλλάζει ο διαχειριστής, παραμένει η δομή. Και για να γίνει αποδεκτή αυτή η αντικατάσταση, το σύστημα χρησιμοποιεί ένα δοκιμασμένο εργαλείο: την αριστερόστροφη επικοινωνιακή λεοντή.

Ads

Η λεοντή δεν είναι απλώς ρητορική. Είναι η οργανωμένη γλώσσα της προόδου, μια φρασεολογία που ντύνει συντηρητικές οικονομικές πολιτικές με τον μανδύα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι αυτό που επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να ιδιωτικοποιεί, να απορρυθμίζει και να υποτάσσεται στις αγορές, ενώ ταυτόχρονα μιλά για «κοινωνική δικαιοσύνη» και «ευρωπαϊκές αξίες».

Ads

Στην Ελλάδα, αυτή η λεοντή φορέθηκε δύο φορές. Και κάθε φορά, πίσω από τα πρόσωπα που άλλαξαν, ο πυρήνας παρέμεινε ο ίδιος.

Φάση Α’: Ο «εκσυγχρονισμός», η σχολή Σημίτη, Θέμελη, Σιακαντάρη

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Ελλάδα βίωσε την πρώτη μεγάλη εφαρμογή αυτής της στρατηγικής. Ο Κώστας Σημίτης ηγήθηκε μιας κυβέρνησης που εφάρμοσε μια καθαρά νεοφιλελεύθερη ατζέντα: επιθετικές ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, είσοδο στην Ευρωζώνη με δημιουργική λογιστική και με όρους που ευνοούσαν το μεγάλο κεφάλαιο.

Αυτό δεν ήταν απλώς δεξιά πολιτική φορεμένη με σοσιαλδημοκρατικό κοστούμι. Ήταν μια δομημένη στρατηγική μεταφοράς πλούτου, με ιδεολογικό επιστέγασμα.

Ο αρχιτέκτονας αυτού του επιστεγάσματος ήταν ο Νίκος Θέμελης. Ως ο στενότερος πνευματικός σύμβουλος του Σημίτη, ο Θέμελης έδωσε ιδεολογική συνοχή σε αυτό που αλλιώς θα φαινόταν ως απλή υποχώρηση στις αγορές.

Η «ευρωπαϊκή κανονικότητα» έγινε η νέα επαγγελία, ο «εκσυγχρονισμός» το νέο ευαγγέλιο. Και ο Γιώργος Σιακαντάρης, μαθητής και διανοητικός κληρονόμος του Θέμελη, ανέλαβε να μεταφράσει αυτό το δόγμα στη δημόσια σφαίρα. Ως επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ, του think tank του ΠΑΣΟΚ, ο Σιακαντάρης έκτισε τη θεωρητική βάση που παρουσίαζε τις ιδιωτικοποιήσεις και τη δημοσιονομική πειθαρχία όχι ως ταξικές επιλογές, αλλά ως αντικειμενική ιστορική αναγκαιότητα.

Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το δόγμα TINA: There Is No Alternative. Η κεντροαριστερά δεν έπεισε την κοινωνία ότι οι πολιτικές της ήταν δίκαιες. Την έπεισε ότι δεν υπήρχε εναλλακτική: «Αν δεν γίνουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, θα μείνουμε εκτός Ευρώπης».

Το TINA επιβλήθηκε με τη λεοντή του εκσυγχρονισμού. Και λειτούργησε. Μια κοινωνία με βαθιά μεταπολιτευτικά, αριστερά αντανακλαστικά δέχτηκε πολιτικές που υπό διαφορετικό πολιτικό περίβλημα θα είχαν προκαλέσει κοινωνική έκρηξη.

Η μεσοβασιλεία: Ο Μητσοτάκης και η εξάντληση της δεξιάς διαχείρισης

Τα μνημόνια ήρθαν και για άλλους έφυγαν, για άλλους έμειναν. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, η επταετία 2019‑2026 υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη οδήγησε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο στα όριά του.

Η οικονομία παραδόθηκε σε κλειστά καρτέλ (ενέργεια, τράπεζες, διυλιστήρια, σούπερ μάρκετ) με απευθείας αναθέσεις και υπερκέρδη που δεν κρύβονταν πια ούτε στοιχειωδώς. Η ακρίβεια έγινε το νέο μνημόνιο για τη μεσαία τάξη, και η κοινωνική δυσαρέσκεια έφτασε σε επίπεδα που απειλούσαν τη σταθερότητα του ίδιου του συστήματος.

Αυτή ήταν η στιγμή που οι ολιγάρχες έπρεπε να αποφασίσουν. Και αποφάσισαν αυτό που πάντα αποφασίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις: να αλλάξουν τη βιτρίνα.

Φάση Β’: Η «θεσμική ανατροπή», η σχολή Τσίπρα, Μαραντζίδη, Σιακαντάρη

Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει. Με νέο κόμμα, με νέα ιδρυτική διακήρυξη, στο Θησείο, με φόντο την Ακρόπολη. Και με δύο συγκεκριμένα ονόματα στο ιδεολογικό του επιτελείο που δεν είναι τυχαία: τον Νίκο Μαραντζίδη και τον Γιώργο Σιακαντάρη.

Ο Μαραντζίδης είναι γνωστός για αναλύσεις που γεφυρώνουν την κεντροαριστερά με τη φιλελεύθερη «κανονικότητα», ακριβώς τη γέφυρα που χρειάζεται το νέο σχήμα για να αγκαλιάσει τη μεσαία τάξη χωρίς να τρομάξει τις αγορές.

Ο Σιακαντάρης, όμως, είναι το κλειδί. Δεν είναι απλώς ένα νέο πρόσωπο. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που, ως μαθητής του Θέμελη, έχτισε τη θεωρητική δικαίωση του «εκσυγχρονισμού» στην εποχή Σημίτη.

Σήμερα, ως συντονιστής των ομάδων εργασίας του νέου φορέα Τσίπρα, επαναλαμβάνει την ίδια λειτουργία. Ο Σιακαντάρης δεν άλλαξε ιδέες. Βρήκε έναν νέο «εκσυγχρονιστή» ηγέτη.

Αυτή η «σημιτική μεταγραφή» στον νέο φορέα δεν είναι ιδεολογική μεταστροφή. Είναι οργανική συνέχεια. Και ο παραλληλισμός είναι αδυσώπητος:

Τότε: Σημίτης ως πολιτική ηγεσία, Θέμελης ως ιδεολογικός αρχιτέκτονας, Σιακαντάρης ως δημόσιος μεταφραστής του δόγματος.

Σήμερα: Τσίπρας ως πολιτική ηγεσία, Μαραντζίδης ως ιδεολογικός αρχιτέκτονας, Σιακαντάρης ως συνδετικός κρίκος με την παλιά σχολή (και πάλι δημόσιος μεταφραστής).

Η λεοντή άλλαξε χρώμα. Τότε ήταν ο «εκσυγχρονισμός» και η «ισχυρή Ελλάδα». Σήμερα είναι το «Κράτος Δικαίου», οι «Θεσμοί» και η «Δημοκρατική Ανατροπή». Αλλά η λογική παραμένει η ίδια: η κριτική δεν στοχεύει τη δομή, αλλά τη διαχείριση.

Το πρόβλημα δεν παρουσιάζεται ως οικονομικό και δομικό (ότι η οικονομία ελέγχεται από καρτέλ), αλλά ως πρόβλημα «κακής διαχείρισης» και «θεσμικής εκτροπής» της παρούσας κυβέρνησης. Άρα η λύση δεν είναι ανατροπή της δομής, αλλά αντικατάσταση του διαχειριστή.

Η ιδρυτική διακήρυξη ως τεκμήριο

Το πολιτικό μανιφέστο της 1ης Μαΐου, η ιδρυτική διακήρυξη που παρουσιάστηκε  στο Θησείο στις 26 Μαΐου, και η μετέπειτα  επικοινωνία αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτή τη λογική.

Εγκαταλείπεται οριστικά η γλώσσα της ριζοσπαστικής αριστεράς και υιοθετείται η τριπλή ταυτότητα αριστεράς, σοσιαλδημοκρατίας και οικολογίας, δηλαδή η κλασική συνταγή της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς που ιστορικά δεν αμφισβητεί τις δομές της ελεύθερης αγοράς.

Η κριτική στον Μητσοτάκη μετατοπίζεται από την καταγγελία του καπιταλισμού στην προάσπιση «θεσμών» και «διαφάνειας». Η πολιτική δεν ορίζεται ως σύγκρουση, αλλά ως «υπεύθυνη προοδευτική διακυβέρνηση» και «συμπεριληπτική ανάπτυξη», φρασεολογία πανομοιότυπη με εκείνη του ’90.

Ακόμα και η επιλογή του τόπου ανακοίνωσης εκπέμπει μήνυμα. Δεν επιλέχθηκε ένας χώρος συνδεδεμένος με λαϊκούς αγώνες. Επιλέχθηκε το Θησείο, με φόντο την Ακρόπολη, σύμβολο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το νέο κόμμα αυτοπαρουσιάζεται ως νόμιμος κληρονόμος αυτής της δημοκρατίας, έτοιμος να παραλάβει τα ηνία χωρίς να διαταράξει τις οικονομικές ισορροπίες.

Και το TINA ανανεώνεται με εκλεπτυσμένο τρόπο: «Δεν υπάρχει εναλλακτική απέναντι στο παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι ο διαχειριστής, ώστε να υπάρχει κοινωνική ειρήνη και δικαιότερη διανομή μέσω θεσμικών αντιβάρων».

Το μήνυμα είναι σαφές: ψηφίστε μας για να σωπάσει η οργή σας, χωρίς να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό.

Συμπέρασμα: Ο μηχανισμός ασφαλείας

Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν είναι αυτόνομος ιδεολογικός χώρος. Είναι ο μηχανισμός ασφαλείας του συστήματος. Λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης: όταν η Δεξιά φθείρεται από την επιθετικότητά της, η Κεντροαριστερά αναλαμβάνει να καθησυχάσει την κοινωνία, υπόσχεται δικαιοσύνη και κράτος δικαίου, και τελικά παραδίδει στους πολίτες μια ήπια εκδοχή του ίδιου μοντέλου.

Ο σύνδεσμος Σημίτη, Θέμελη, Σιακαντάρη και Τσίπρα, Μαραντζίδη, Σιακαντάρη δεν είναι σύμπτωση. Είναι απόδειξη. Δεν υπονοείται εδώ κάποια συνωμοσία. Υπονοείται κάτι χειρότερο: μια συναίνεση χωρίς όρια, που αναπαράγεται μέσα από τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια think tanks.

Ο Σιακαντάρης δεν είναι ο «γκρίζος αρχιτέκτονας» κάποιας μυστικής οργάνωσης. Είναι κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: ο οργανικός διανοούμενος ενός συστήματος που ανανεώνεται χωρίς να αλλάζει. Αλλάζει όμως λεοντή για να μην αλλάξει τίποτα άλλο.