Με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη των 57 θυμάτων και στις οικογένειές τους, η 28η Φεβρουαρίου παραμένει ημέρα μνήμης και αγώνα. Αγώνα για πλήρη διαλεύκανση, απόδοση ευθυνών σε όλα τα επίπεδα και θεσμικές εγγυήσεις ώστε να μην ξαναζήσουμε ποτέ τέτοια τραγωδία. Σήμερα, εν μέσω μαζικών συγκεντρώσεων σε δεκάδες πόλεις, το μήνυμα είναι σαφές: η δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Ads

Τρία χρόνια μετά, η συζήτηση δεν περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές περί «πένθους» και «ενότητας». Το κρίσιμο ερώτημα είναι πολιτικό: γιατί δεν κατοχυρώθηκε μια διαδικασία που να οδηγεί σε πλήρη λογοδοσία και σε πραγματική αλλαγή στο σύστημα ασφάλειας των μεταφορών; Τα Τέμπη δεν ήταν «κακιά στιγμή» ούτε «ατομικό λάθος». Ήταν η συμπύκνωση ενός μοντέλου: παρατάσεις εργολαβικών συμβάσεων, αγνοημένες προειδοποιήσεις εργαζομένων, υποστελέχωση βαφτισμένη «εξορθολογισμός», ιδιωτικοποίηση βαφτισμένη «εκσυγχρονισμός», και ένα επιτελικό κράτος που διαλύει την ευθύνη στο πουθενά, βαφτίζοντάς την «διαχρονική παθογένεια».

Ads

Από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση επιδίωξε να κλείσει πολιτικά την υπόθεση, προβάλλοντας την «ατομική ευθύνη» ως κεντρική ερμηνεία. Όμως όταν αποτυγχάνει ένα σύστημα ασφαλείας, όταν οι δικλείδες δεν λειτουργούν, όταν συμβάσεις σέρνονται και προειδοποιήσεις αγνοούνται, μιλάμε για κρατική ευθύνη και πολιτική επιλογή.

Ads

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας. Σε ένα κράτος δικαίου, ο χώρος ενός μαζικού θανάτου πρέπει να διαφυλάσσεται για την τεκμηρίωση των αιτίων και την απόδοση ευθυνών. Κάθε παρέμβαση που την υπονομεύει δεν είναι «λεπτομέρεια»· τροφοδοτεί τη δημόσια πεποίθηση συγκάλυψης.

Ads

Το κεντρικό πολιτικό ζήτημα είναι θεσμικό: η κυβερνητική πλειοψηφία χρησιμοποίησε το άρθρο 86 ως φίλτρο προστασίας πολιτικών προσώπων. Η εξεταστική επιτροπή εκφυλίστηκε. Η προανακριτική απονευρώθηκε. Το αποτέλεσμα; Υποβάθμιση της πολιτικής ευθύνης δυσανάλογη με το μέγεθος της τραγωδίας και ένα αίσθημα ατιμωρησίας που δεν είναι εντύπωση — είναι εμπειρία.

Η δικαιοσύνη στα Τέμπη δεν είναι μόνο ποινικό ζήτημα. Είναι ζήτημα πρόληψης και δημόσιας ασφάλειας. Χωρίς πλήρη λογοδοσία, το σύστημα παίρνει σήμα συνέχειας — και η τραγωδία γίνεται επαναληπτικός κίνδυνος.

Εδώ συναντάμε την καρδιά του προβλήματος: τις υποδομές ως πεδίο νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Κρίσιμες δημόσιες λειτουργίες αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο παραχώρησης, εργολαβοποίησης και εισπρακτικής αξιοποίησης. Το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη (πρόληψη, έλεγχος, στελέχωση, συντήρηση) και μένει στην επικοινωνία.

Το βλέπουμε στους σιδηροδρόμους. Το βλέπουμε και στην Εγνατία: μετά την έναρξη της νέας 35ετούς παραχώρησης, εφαρμόστηκαν νέες τιμές διοδίων από 1/1/2026, με αυξήσεις σε πολλά τμήματα και με κατάργηση εκπτωτικών προγραμμάτων. Ενδεικτικά, το συνολικό κόστος για Ι.Χ. από Ηγουμενίτσα έως Κήπους Έβρου αναφέρεται ότι διαμορφώνεται στα 30,45€ από 24,45€. Οι κάτοικοι Έβρου και Θράκης, ήδη αποκομμένοι από έναν λειτουργικό σιδηρόδρομο, βλέπουν το κόστος μετακίνησης να αυξάνεται χωρίς πραγματική εναλλακτική. Όταν δεν υπάρχει αξιόπιστη δημόσια σιδηροδρομική επιλογή, η μετακίνηση «κλειδώνει» στον δρόμο — και η παραχώρηση μετατρέπεται σε μεταφορά κόστους και εξάρτησης στους πολίτες και τις τοπικές οικονομίες.

Το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να γίνει ιστορική ευκαιρία για δομική θωράκιση: συστήματα ασφαλείας, τηλεδιοίκηση, συντήρηση, στελέχωση, διαφανή χρονοδιαγράμματα. Αντί γι’ αυτό, τρία χρόνια μετά, ο «εκσυγχρονισμός» προχωρά πολύ πιο αργά από ό,τι απαιτεί η ασφάλεια — και οι εξαγγελίες δεν ισοδυναμούν με αποδείξεις υλοποίησης.

Αν τα Τέμπη πρόκειται να γίνουν μάθημα, αυτό δεν θα γίνει με δηλώσεις. Θα γίνει μόνο ως πολιτικό πρόγραμμα: επαναφορά των δημόσιων αγαθών στον δημόσιο έλεγχο, θεσμοθέτηση πραγματικής λογοδοσίας χωρίς προνόμια, συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφάλειας με χρονοδιάγραμμα και έλεγχο.

Δικαιοσύνη χωρίς προσχήματα. Πρόληψη αντί για επικοινωνία. Λογοδοσία αντί για διάχυση ευθύνης.

Και εδώ τίθεται το πολιτικό ερώτημα: πόσο ακόμη μπορεί να λειτουργεί μια δημοκρατία όταν η λογοδοσία είναι ανύπαρκτη, η δικαιοσύνη καθυστερεί, η ευθύνη διαχέεται και η πρόληψη υποκαθίσταται από επικοινωνία; Χωρίς αλήθεια και συνέπειες, η εμπιστοσύνη εξαντλείται.

Η διέξοδος, όμως, δεν είναι ο κυνισμός. Είναι η δημοκρατική απαίτηση για κανόνες και αποτελέσματα: πλήρης και ισότιμη λογοδοσία χωρίς προνόμια, πραγματικός δημόσιος έλεγχος στις κρίσιμες υποδομές, ολοκλήρωση των συστημάτων ασφαλείας με διαφάνεια και χρονοδιαγράμματα, στελέχωση και συντήρηση ως υποχρέωση του κράτους, όχι ως επικοινωνιακή υπόσχεση. Μόνο έτσι η μνήμη γίνεται πρόληψη και η δικαιοσύνη γίνεται εγγύηση ότι δεν θα επαναληφθεί.


Αυτό δεν είναι απλώς δυσαρέσκεια. Είναι προειδοποίηση δημοκρατικού κινδύνου. Γιατί όταν η κοινωνία πιστέψει ότι οι θεσμοί δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αποδώσουν δικαιοσύνη, απονομιμοποιείται το κράτος δικαίου — και ανοίγει χώρος για αυταρχικές, ακροδεξιές λύσεις τραμπικού τύπου: κραυγή αντί για τεκμήριο, εχθροί αντί για ευθύνες, θέαμα αντί για θεσμούς.

*Ο Μαλτέζος Μενέλαος είναι Οικονομολόγος, πρώην Βουλευτής Έβρου