Η δημόσια συζήτηση για την ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά προβάλλονται θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες, η δημοσιονομική σταθερότητα, η βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές και μια εικόνα κανονικότητας. Από την άλλη, η κοινωνική πλειοψηφία βιώνει μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα: υψηλό κόστος ζωής, στεγαστική πίεση, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και αβεβαιότητα για το μέλλον.

Ads

Η αντίφαση αυτή δεν είναι επικοινωνιακή. Αποτυπώνεται σε δεδομένα που δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν κατανέμεται ισόρροπα μέσα στην κοινωνία, ούτε μετατρέπεται αυτόματα σε βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών. Άλλο η μακροοικονομική εικόνα και άλλο η πραγματική οικονομία που βιώνουν οι πολλοί.

Ads

Τα στοιχεία της απασχόλησης και της μισθωτής εργασίας δείχνουν ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των εργαζομένων εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλές αποδοχές. Το 62,5% των μισθωτών, δηλαδή πάνω από 1,5 εκατομμύριο εργαζόμενοι, έχει μηνιαίες αποδοχές κάτω από 956 ευρώ καθαρά. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση της ανεργίας δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από δημιουργία καλών και αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας, αλλά συχνά από τη διεύρυνση της κατηγορίας των εργαζόμενων φτωχών.

Ads

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη ο τρόπος φορολόγησης των εισοδημάτων. Στην Ελλάδα πολλοί φορολογούμενοι, ιδιαίτερα αυτοαπασχολούμενοι, επιβαρύνονται όχι μόνο με βάση το πραγματικό τους εισόδημα αλλά και με βάση τεκμαρτές δαπάνες και ελάχιστα τεκμαρτά όρια. Έτσι, τα φορολογικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν πάντοτε με ακρίβεια την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση.

Ads

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στα εισοδήματα από εργασία και στα εισοδήματα από κέρδη. Το 2019 τα εισοδήματα από κέρδη υπερέβαιναν εκείνα της εργασίας κατά 21,3 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2024 η διαφορά αυτή είχε φθάσει στα 36,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για διεύρυνση κατά 69,5%, που δεν είναι μια ουδέτερη στατιστική μεταβολή, αλλά ένδειξη ότι το προϊόν της ανάπτυξης κατανέμεται όλο και περισσότερο υπέρ του κεφαλαίου.

Η τάση αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, αλλά στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή συνδυάζεται με χαμηλές αποδοχές, αδύναμη διαπραγματευτική θέση της εργασίας και περιορισμένη παραγωγική βάση. Όταν η εργασία αμείβεται χαμηλά και τα κέρδη διευρύνονται ταχύτερα, η ανάπτυξη παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής σύγκλισης και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας παίζει και η φορολογική διάρθρωση. Τα τελευταία χρόνια διατηρείται ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση για ορισμένες μορφές εισοδήματος από κεφάλαιο, όπως τα μερίσματα, για τα οποία η φορολογία στην Ελλάδα βρίσκεται στο 5%. Την ίδια ώρα, τα δημόσια έσοδα εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους, δηλαδή σε φόρους που επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, επειδή αυτά καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων με βάση τον πληθωρισμό. Όταν οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς απλώς καλύπτουν μέρος της ανόδου των τιμών, αλλά τα φορολογικά κλιμάκια μένουν αμετάβλητα, η φορολογική επιβάρυνση αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη πραγματική βελτίωση του εισοδήματος. Πρόκειται για μια σιωπηρή επιδείνωση του πραγματικού εισοδήματος των μισθωτών και των μεσαίων στρωμάτων.

Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από μια ακόμη παράμετρο που σπάνια συζητείται ανοιχτά: τα λεγόμενα δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα. Παρουσιάζονται ως απόδειξη οικονομικής υπεραπόδοσης, ενώ στην πραγματικότητα δεν προκύπτουν από ισχυρή μεγέθυνση. Το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα εκτινάχθηκε στο 4,8% του ΑΕΠ — 128% πάνω από τον κυβερνητικό στόχο — ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν χαμηλότερος από τις αρχικές προβλέψεις (2,1% αντί 2,9%). Τα επιπλέον έσοδα προέρχονται κυρίως από τον πληθωρισμό — που αυξάνει ονομαστικά ΦΠΑ και εισοδήματα χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης — και από τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή επιβάρυνση μισθωτών και μεσαίων στρωμάτων. Το «μαξιλάρι» που κρατά η κυβέρνηση δεν είναι καρπός οικονομικής ευρωστίας· είναι, εν μέρει, το αποτέλεσμα της συμπίεσης των δημόσιων επενδύσεων και της υπεράντλησης φόρων από αυτούς που έχουν λιγότερα.

Η πραγματική εικόνα της οικονομίας αποτυπώνεται και στα συγκριτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Αυτό δείχνει ότι, παρά τη θετική κυβερνητική αφήγηση, το πραγματικό επίπεδο σύγκλισης με την Ευρώπη παραμένει εξαιρετικά περιορισμένο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στο πεδίο της στέγασης. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά διαθέσιμου εισοδήματος για στεγαστικό κόστος στην Ευρώπη, ενώ περισσότερο από το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος εξανεμίζεται σε ενοίκια, δόσεις, λογαριασμούς, φόρους κατοχής και ενεργειακές δαπάνες που συνδέονται με τη στέγη. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να πούμε ότι μεγάλο μέρος κάθε ονομαστικής μισθολογικής βελτίωσης ακυρώνεται πριν φτάσει στην πραγματική κατανάλωση του νοικοκυριού.

Οι συνθήκες αυτές συνδέονται άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα και με τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου. Χαμηλοί μισθοί, υψηλό στεγαστικό κόστος και περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές λειτουργούν αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας και ενισχύουν τη μετανάστευση νέων επιστημόνων. Γι’ αυτό η χώρα χρειάζεται όχι γενικές εκκλήσεις επιστροφής, αλλά μια συνεκτική στρατηγική brain gain, με αξιοκρατία, θεσμική αξιοπιστία και πραγματικές δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.

Η πραγματική πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι μόνο η διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας. Είναι η μετατροπή της ανάπτυξης σε κοινωνική πρόοδο. Αυτό προϋποθέτει ενίσχυση των εισοδημάτων της εργασίας, ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, μεγαλύτερη φορολογική προοδευτικότητα, ουσιαστική προστασία του πραγματικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και αποφασιστική ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της πολιτικής διαφωνίας με το κυβερνητικό success story. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν δείκτες που εμφανίζουν βελτίωση. Το ερώτημα είναι ποιος καρπώνεται αυτή τη βελτίωση, ποιος σηκώνει το κόστος της ακρίβειας, ποιος επιβαρύνεται φορολογικά και ποιος μένει εκτεθειμένος στην ανασφάλεια της αγοράς, της στέγης και της καθημερινής επιβίωσης.

Η σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομικά πλεονάσματα ή χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Θα κριθεί τελικά από το αν η οικονομική πρόοδος βελτιώνει πράγματι τη θέση της κοινωνικής πλειοψηφίας, μειώνει τις ανισότητες και δημιουργεί όρους ασφάλειας, αξιοπρέπειας και προοπτικής για τις επόμενες γενιές.

Μενέλαος Φ. Μαλτέζος

Οικονομολόγος – Πρώην Βουλευτής Έβρου

Πρώην Πρόεδρος του Π.Τ. Θράκης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας